Αριθμός 1635/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7295/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1588/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του δικαιούμενου είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εμπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατά δε της απόφασης αυτής χωρεί αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ), για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων είναι και αυτός της έλλειψης αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι οι λόγοι αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με τη την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης απόφασης, εκείνον της ασκήσεως του ένδικου μέσου της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης είτε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος εξαιτίας των οποίων απωλέσθηκε η προθεσμία άσκησης της έφεσης (άρθρ. 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ) οπότε η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει, να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα. Στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός ότι κακώς έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής και για τον λόγο αυτόν δεν έλαβε γνώση της επιδοθείσας απόφασης γιατί στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, δικαιολογητικό του εκπροθέσμου της ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος (εκκαλών-κατηγορούμενος) που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 7295/2006 απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, απέρριψε, ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας υπ' αριθμ. 38466/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικαστεί για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μετ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης δύο (20) ετών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχ. ημερησίως και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται μεν ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στις 30-4-2002 στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής και το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, δεν μνημονεύεται όμως (στην αιτιολογία) όπως θα έπρεπε, η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως, ούτε έστω κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην απορριπτική του κρίση. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά τα ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει το παραδεκτό ή μη του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7295/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 2 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ