ΑΡΙΘΜΟΣ 66/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 2000/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τονΖ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1828/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 548/5-12-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρο 485 §1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ.114/12-10-2006 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατά του υπ'αριθ.2000/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αρ. 113/2006 έφεση της τώρα αναιρεσείουσας κατά του υπ'αρ. 4012/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για απάτη από κοινού (με τον συγκατηγορούμενο της Ζ), κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473§1, 474 και 482 παρ.1 και 3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 12-10-06 δήλωση της αναιρεσείουσας στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ.114/06 έκθεση αναίρεσης, η οποία ασκείται προ πάσης επιδόσεως του προσβαλλόμενου ως άνω βουλεύματος και είναι, ως εκ τούτου, τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο η αναιρεσείουσα προβάλλει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη (ΑΠ 252/2004 και 2200/2002, Π.Χ. ΝΓ/762). Δ) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π.1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με εξ ολοκλήρου επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, που μνημονεύει όλα κατ΄είδος τ΄αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Η μηνύτρια εταιρεία, με την επωνυμία "COMPU LAND - Σύμβουλοι Επιχειρήσεων και Μηχανοργάνωσης ΕΠΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Ψ, έχει ως αντικείμενο και την ανάπτυξη προγραμμάτων και εμπορία πληροφοριακών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, μηχανημάτων και αυτοματισμών γραφείου. Την 25-8-2003, η εκκαλούσα. η οποία απασχολείτο, ως γραμματέας στην επιχείρηση γενικού εμπορίου, του συγκατηγορουμένου της Ζ, επικοινώνησε με πρωτοβουλία της, και για λογαριασμό του συγκατηγορουμένου με τον εκπρόσωπο της μηνυτρίας Ψ, και εξεδήλωσε ενδιαφέρον αγοράς ηλεκτρονικών υπολογιστών προς χρήση της επιχείρησης του. Στις σχετικές ερωτήσεις του Ψ περί του αντικειμένου της εμπορίας του συγκατηγορουμένου και της εν γένει πορείας της επιχείρησης του, παρέστησε εις αυτόν ότι το αντικείμενο της εμπορίας το είναι εκτεταμένο, με προμήθειες ξενοδοχείων, καταστημάτων και άλλων επιχειρήσεων με διάφορα είδη γενικού εμπορίου, ότι είναι μεγάλη επιχείρηση με περιθώριο μεγαλύτερης ανάπτυξης. ότι διαθέτει στελέχη, τον διαβεβαίωσε δε περαιτέρω ότι ο ίδιος είναι φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος. με δυνατότητα έτσι καταβολής με την μορφή ισόποσο)ν επιταγών, του τιμήματος για την αγορά των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Υπό αυτά τα δεδομένα, κατά τις διαβεβαιώσεις της εκκαλούσης, ο Ψ πείσθηκε και επί ζητηθείσης προσφοράς πώλησης έξι επιτραπέζιων ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ), την οποία αποδέχθηκε ο συγκατηγορούμενος, εξέδωσε το με αριθμό 888/29-8-2003 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής, συνολικής αξίας 7.464.84 Ευρώ, με προκαταβολή της αξίας ποσοστού 30%, με την ... επιταγή, εκδοθείσα από τον Ζ, εις διαταγή της μηνυτρίας. ποσού 2000 Ευρώ, πληρωτέα, με ημερομηνία έκδοσης την 30-10-2003, από την Εθνική Τράπεζα ης Ελλάδος και του υπολοίπου, με την ... επιταγή, ιδίας Τράπεζας, έκδοσης την 5-11-2003, αξίας 5.464,84 Ευρώ. Τα εμπορεύματα την 29-8-2003, παρέλαβε η εκκαλούσα, από τον ..., υπάλληλο της μηνύτριας, η οποία και συμπλήρωσε τις εν λόγω επιταγές. Την 17-9-2003 η εκκαλούσα επικοινώνησε εκ νέου με τον Ψ, ζητώντας νέα προφορά πώλησης 9 φορητών υπολογιστών, με δηλωθέντα προορισμό τα στελέχη της επιχείρησης. Έτσι την 19-9-2003 οι υπολογιστές παραδόθηκαν με το 912/19-9-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, αξίας 18.419,80 Ευρώ: για την κάλυψη της οποίας παραδόθηκαν από την ίδια, τις οποίες προηγουμένως αυτή συμπλήρωσε, δύο επιταγές, εκδόσεως του συγκατηγορούμενου της με αριθμούς ... και ..., πληρωτέες από την "ALPHA BANK", την 4-11-2003 και 20-11-2003, αντίστοιχα, ποσόν 9.209,90 Ευρώ. Ο Ψ παρέδωσε τους συνολικά 16 υπολογιστές, συνολικής αξίας 25.884,64 Ευρώ. έχοντας πεισθεί στις διαβεβαιώσεις της εκκαλούσης για την φερεγγυότητα και οικονομική ευρωστία του συγκατηγορουμένου της, που όμως εκ των υστέρων (7-10-2003), διαπίστευσε ότι ήσαν εξ ολοκλήρου ψευδείς, καθ' όσον η επιχείρηση του, ήδη κατά τον χρόνο που η εκκαλούσα προέβαινε στις προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις της αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, που σε σύντομο χρόνο οδήγησαν στην παύση λειτουργίας της. Ο Ψ την 7-10-2003, επισκέφθηκε για πρώτη φορά τα γραφεία της επιχείρησης αυτής, αφού προηγουμένως προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά, πλην τούτο κατέστη μάταιο, τα οποία ανεύρε ερμητικά κλειστά, προσπάθησε στη συνέχεια να εντοπίσει τους κατηγορουμένους, πλην όμως είχαν εξαφανισθεί. Την 9 και I0/10/2003 εμφάνισε τις ως άνω επιταγές στις πληρώτριες Τράπεζες, πλην όμως δεν πληρώθηκαν από έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Από έρευνα της μηνυτρίας στο τραπεζικό σύστημα της αγοράς, προέκυψε ότι ο συγκατηγορούμενος της εκκαλούσης, είχε ήδη δημιουργήσει και άλλες οικονομικές εκκρεμότητες σε βάρος και άλλων προμηθευτών της επιχείρησης του, είχαν μάλιστα πρόσφατα σφραγισθεί δύο επιταγές του στις Τράπεζες "ΓΕΝΙΚΗ" και "ΕΘΝΙΚΗ". Η εκκαλούσα. εγνώριζε εξαρχής για την προβληματική οικονομική πορεία της επιχείρησης και την μη δυνατότητα πληρωμής των ως άνω επιταγών, όπως επίσης και την σφράγιση επιταγών άλλων προμηθευτών, εν όψει του γεγονότος ότι η ίδια συμπλήρωνε τις επιταγές και εν γένει διαχειριζόταν αυτές. Ες άλλου προκύπτει σαφώς ότι η ίδια είχε κυρίαρχη θέση στην επιχείρηση και τα οικονομικά της θέματα, και όχι μόνο τις απλής υπαλλήλου, αναπτύσσοντας σημαντική πρωτοβουλία κατά τις προμήθειες των εμπορευμάτων, με υποτυπώδη μάλιστα την παρουσία και συμμετοχή του συγκατηγορουμένου της κατ' αυτές. Τούτο επιβεβαιώνεται με σαφήνεια από τις μαρτυρικές καταθέσεις των Ψ και ... (νόμιμο εκπρόσωπο και υπάλληλο της μηνύτριας αντίστοιχα). Εκ τούτων προκύπτει αβίαστα ο ιδιαίτερα καθοριστικός ρόλος που διαδραμάτισε η κατηγορουμένη ως υπάλληλος με σημαντικά καθήκοντα (συμπλήρωση επιταγών, διαπραγματεύσεις επί προσφορών, παράσταση εν γνώσει της ψευδών γεγονότων περί ευρωστίας, φερεγγυότητος, εκτεταμένης οικονομικής δυνατότητος). Ειδικότερα ο Ψ καταθέτει για τα περιστατικά των ψευδών παραστάσεων. ότι η αιφνιδιαστική διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης ήτο μεθοδευμένη καθ' όσο όταν ο ίδιος μετέβη στην έδρα της ήτο κλειστή, οι γείτονες του εδήλωσαν ότι είχαν εξαφανισθεί όλοι, με επικόλληση στην είσοδο ενημερωτικού σημειώματος περί μετακόμισης σε άλλη δ|σνη, που όμως ή το λανθασμένη σκόπιμα, εκεί ήτο ανύπαρκτη ο>ς επιχείρηση και..."πολύς κόσμος τους αναζητούσε, αλλά δεν τους εύρισκε, ούτε εκεί στη νέα δ|νση... Καταλήγει δε ότι εάν εγνώριζε η μηνύτρια την αλήθεια, δεν επρόκειτο να δεχθεί την πληρωμή αποκλειστικά με επιταγές, ότι η εταιρεία ήτο περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων, με δύο ή τρεις συνολικά εργαζόμενους και όχι με μεγάλο αριθμό στελεχών ως του παρέστησε η εκκαλούσα, αυτή δε πιστεύει ιδιαίτερα ότι εγνώριζε την αληθή κατάσταση, λόγω της προεκτεθείσης ιδιότητος και του αντικειμένου που χειριζόταν, ένα φορητό υπολογιστή είχε λάβει η ίδια και ζήτησε χρηστική ενημέρωση από αυτόν, στη συνέχεια ότι και αυτή εξαφανίσθηκε χωρίς να δώσει στοιχεία νεώτερης διαμονής και τηλέφωνο του συγκατηγορουμένου της, παρά τις αντίθετες υποσχέσεις στης. Η εκκαλούσα κατηγορουμένη στην παραπάνω πράξη της προέβη με το σκοπό να αποκομίσει ο συγκατηγορούμενος της παράνομο περιουσιακό όφελος, ισόποσο του τιμήματος των παραδοθέντων 16 ηλεκτρονικών υπολογιστών, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της μηνύτριας εταιρείας, που μάλιστα είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Περαιτέρω αναφορικά με το εάν η εκκαλούσα κατηγορουμένη ε τέλεσε την ανωτέρω πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. ώστε η πράξη να προσλάβει κακουργηματικό χαρακτήρα, λεκτέα τα εξής : Από τα στοιχεία της δικογραφίας και από τα μέχρι τούδε αναφερόμενα, προκύπτει βάσιμα ότι η εκκαλούσα ετέλεσε την παραπάνω πράξη της απάτης κατά συναυτουργία. κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού και επανειλημμένη τέλεση προς πορισμό εισοδήματος συντρέχει (εν όψει κα: άλλων παθόντων προμηθευτών) και είχε διαμορφώσει τέτοια υποδομή προς πορισμό εισοδήματος επ' ωφελεία του συγκατηγορουμένου της κατόπιν συναπόφασης (χρησιμοποίηση της ιδιότητος της ως γραμματέως της επιχείρησης), αλλά και η συμπεριφορά της και η δραστηριοποίηση της ήτο τέτοια (συμπλήρωση επιταγών, διαπραγματεύσεις επί προσφορών, μεθοδική συμπεριφορά), ώστε ανά πάσα στιγμή μπορούσε να τελέσει και νέα εγκλήματα, εκμεταλλευόμενη τα μνημονευθέντα στοιχεία, δηλαδή τις γνώσεις, επαφές και γενικά όλες τις δραστηριότητες που αξιοποιούσε κατά την τέλεση της απάτης. Εξάλλου συντρέχει και η δεύτερη σωρευτική προϋπόθεση της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ, δηλαδή η επίτευξη συνολικού οφέλους άνω των 15.000 Ευρώ στον συγκατηγορούμενό της. Η εκκαλούσα αρνείται την αποδιδόμενη εις αυτήν κατηγορία και ισχυρίζεται ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο έχει εμπλακεί στην εν λόγω υπόθεση είναι η δραστηριότητα της στα πλαίσια της εργασίας της, ότι οι ενέργειες της γίνονταν μόνο κατόπιν σχετικής εντολής του συγκατηγορουμένου της, ότι δεν είχε την πρόθεση εξαπατήσεως και ότι και η ίδια υπήρξε ποθούσα και θύμα του. Οι εν λόγω αιτιάσεις της . όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, στερούνται ουσιαστικής βασιμότητος αυτό δε και μόνο το γεγονός ότι προέβη στη γραπτή της καταγγελία στο Ι.Κ.Α σε βάρος του, εξ αιτίας της μη καταβολής των αποδοχών της. δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα. Επισημαίνεται τέλος ότι στην ανακριτική της απολογία και στο συνημμένο στην έκθεση εφέσεως υπόμνημα, καθίσταται έκδηλο ότι προσπαθεί να αποσιωπήσει ή και να ισχυρισθεί έστω το αντίθετο, για το αναμφισβήτητο γεγονός των ψευδών της παραστάσεων' προς τον εκπρόσωπο της μηνυτρίας. εν γνώσει τούτων. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα η κατηγορουμένη στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη. ΣΤ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα στο ακροατήριο η αναιρεσείουσα, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 εδ. στ΄, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α΄ Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ.484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Ζ) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (Α.Π.193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 και 1424/89, Π.Χ. Μ/586 και 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό Ε'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ'είδος τ'αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της υπό κρίση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας δεν ευσταθούν. ΠΙΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ: Η) Οι αναφερόμενες στις σελ. 2-5 της αίτησης αναίρεσης ουσιαστικές εκτιμήσεις είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου, διότι είναι κατά βάση αρνητικές της κατηγορίας, αναφερόμενες στα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής απάτης, που όμως εκτίθενται αναλυτικά, με πληρότητα και σαφήνεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως ήδη εξετέθη ανωτέρω. Θ) Εξάλλου οι αιτιάσεις των σελ. 5-8 της αίτησης αναίρεσης ως προς την "κατ΄επάγγελμα" και "κατά συνήθεια" διάπραξη της απάτης και πάλι δεν ευσταθούν, διότι αναλύονται οι σχετικές έννοιες, σε συνδυασμό με τα επακολουθούντα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά μέσα, στην εισαγγελική πρόταση. Ειδικότερα εκτίθενται σ΄αυτήν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ΄ Π.Κ., όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/96, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατ΄ επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλ. όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 2200|2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ-762, ΑΠ 692/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ-47). Κατά συνήθεια τέλεση της πράξης συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση, προκύπτει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Ι) Ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων, θα πρέπει ν΄απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν'απορριφθεί η υπ'αρ.114/12-10-2006 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατά του υπ'αριθ. 2000/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Αθήνα, 30 Νοεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., ''όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών''. Και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, όπως έχει αντικατασταθεί (τελευταία) με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 (και ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο τελέσεως της πράξεως το έτος 2003, ''επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β΄) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.)''. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Το έγκλημα της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη των 5.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί και από περισσότερους από ένα δράστες κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Αρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 50/1990). Εξ άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ΄ (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται ακόμη και εξολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης, εφόσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και η τυπολατρική επανάληψη των ίδιων περιστατικών, θα ήταν άσκοπη και περιττή. Εν προκειμένω με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αρ. 113/2006 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του υπ'αρ. 4012/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για απάτη από κοινού (με τον συγκατηγορούμενο της Ζ), κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος, το οποίο επιτρεπτώς παραπέμπει εξ ολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις της εισαγγελικής πρότασης αναφέρεται, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία σε συνδυασμό με την απολογία και το απολογητικό υπόμνημα της εκκαλούσας - κατηγορουμένης προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η μηνύτρια εταιρεία, με την επωνυμία "COMPU LAND - Σύμβουλοι Επιχειρήσεων και Μηχανοργάνωσης ΕΠΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Ψ, έχει ως αντικείμενο και την ανάπτυξη προγραμμάτων και εμπορία πληροφοριακών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, μηχανημάτων και αυτοματισμών γραφείου. Την 25-8-2003, η εκκαλούσα. η οποία απασχολείτο, ως γραμματέας στην επιχείρηση γενικού εμπορίου, του συγκατηγορουμένου τηςΖ, επικοινώνησε με πρωτοβουλία της, και για λογαριασμό του συγκατηγορουμένου με τον εκπρόσωπο της μηνυτρίας Ψ, και εξεδήλωσε ενδιαφέρον αγοράς ηλεκτρονικών υπολογιστών προς χρήση της επιχείρησης του. Στις σχετικές ερωτήσεις του Ψ περί του αντικειμένου της εμπορίας του συγκατηγορουμένου και της εν γένει πορείας της επιχείρησης του, παρέστησε εις αυτόν ότι το αντικείμενο της εμπορίας το είναι εκτεταμένο, με προμήθειες ξενοδοχείων, καταστημάτων και άλλων επιχειρήσεων με διάφορα είδη γενικού εμπορίου, ότι είναι μεγάλη επιχείρηση με περιθώριο μεγαλύτερης ανάπτυξης. ότι διαθέτει στελέχη, τον διαβεβαίωσε δε περαιτέρω ότι ο ίδιος είναι φερέγγυος και οικονομικά εύρωστος. με δυνατότητα έτσι καταβολής με την μορφή ισόποσων επιταγών, του τιμήματος για την αγορά των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Υπό αυτά τα δεδομένα, κατά τις διαβεβαιώσεις της εκκαλούσης, ο Ψ πείσθηκε και επί ζητηθείσης προσφοράς πώλησης έξι επιτραπέζιων ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ), την οποία αποδέχθηκε ο συγκατηγορούμενος, εξέδωσε το με αριθμό 888/29-8-2003 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής, συνολικής αξίας 7.464.84 Ευρώ, με προκαταβολή της αξίας ποσοστού 30%, με την ... επιταγή, εκδοθείσα από τον Ζ, εις διαταγή της μηνυτρίας. ποσού 2000 Ευρώ, πληρωτέα, με ημερομηνία έκδοσης την 30-10-2003, από την Εθνική Τράπεζα ης Ελλάδος και του υπολοίπου, με την ... επιταγή, ιδίας Τράπεζας, έκδοσης την 5-11-2003, αξίας 5.464,84 Ευρώ. Τα εμπορεύματα την 29-8-2003, παρέλαβε η εκκαλούσα, από τον ..., υπάλληλο της μηνύτριας, η οποία και συμπλήρωσε τις εν λόγω επιταγές. Την 17-9-2003 η εκκαλούσα επικοινώνησε εκ νέου με τον Ψ, ζητώντας νέα προφορά πώλησης 9 φορητών υπολογιστών, με δηλωθέντα προορισμό τα στελέχη της επιχείρησης. Έτσι την 19-9-2003 οι υπολογιστές παραδόθηκαν με το 912/19-9-2003 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, αξίας 18.419,80 Ευρώ: για την κάλυψη της οποίας παραδόθηκαν από την ίδια, τις οποίες προηγουμένως αυτή συμπλήρωσε, δύο επιταγές, εκδόσεως του συγκατηγορούμενου της με αριθμούς ... και ..., πληρωτέες από την "ALPHA BANK", την 4-11-2003 και 20-11-2003, αντίστοιχα, ποσόν 9.209,90 Ευρώ. Ο Ψ παρέδωσε τους συνολικά 16 υπολογιστές, συνολικής αξίας 25.884,64 Ευρώ. έχοντας πεισθεί στις διαβεβαιώσεις της εκκαλούσης για την φερεγγυότητα και οικονομική ευρωστία του συγκατηγορουμένου της, που όμως εκ των υστέρων (7-10-2003), διαπίστωσε ότι ήσαν εξ ολοκλήρου ψευδείς, καθ' όσον η επιχείρηση του, ήδη κατά τον χρόνο που η εκκαλούσα προέβαινε στις προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις της αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, που σε σύντομο χρόνο οδήγησαν στην παύση λειτουργίας της. Ο Ψ την 7-10-2003, επισκέφθηκε για πρώτη φορά τα γραφεία της επιχείρησης αυτής, αφού προηγουμένως προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά, πλην τούτο κατέστη μάταιο, τα οποία ανεύρε ερμητικά κλειστά, προσπάθησε στη συνέχεια να εντοπίσει τους κατηγορουμένους, πλην όμως είχαν εξαφανισθεί. Την 9 και I0/10/2003 εμφάνισε τις ως άνω επιταγές στις πληρώτριες Τράπεζες, πλην όμως δεν πληρώθηκαν από έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Από έρευνα της μηνυτρίας στο τραπεζικό σύστημα της αγοράς, προέκυψε ότι ο συγκατηγορούμενος της εκκαλούσης, είχε ήδη δημιουργήσει και άλλες οικονομικές εκκρεμότητες σε βάρος και άλλων προμηθευτών της επιχείρησης του, είχαν μάλιστα πρόσφατα σφραγισθεί δύο επιταγές του στις Τράπεζες "ΓΕΝΙΚΗ" και "ΕΘΝΙΚΗ". Η εκκαλούσα εγνώριζε εξαρχής για την προβληματική οικονομική πορεία της επιχείρησης και την μη δυνατότητα πληρωμής των ως άνω επιταγών, όπως επίσης και την σφράγιση επιταγών άλλων προμηθευτών, εν όψει του γεγονότος ότι η ίδια συμπλήρωνε τις επιταγές και εν γένει διαχειριζόταν αυτές. Εξ άλλου προκύπτει σαφώς ότι η ίδια είχε κυρίαρχη θέση στην επιχείρηση και τα οικονομικά της θέματα, και όχι μόνο της απλής υπαλλήλου, αναπτύσσοντας σημαντική πρωτοβουλία κατά τις προμήθειες των εμπορευμάτων, με υποτυπώδη μάλιστα την παρουσία και συμμετοχή του συγκατηγορουμένου της κατ' αυτές. Τούτο επιβεβαιώνεται με σαφήνεια από τις μαρτυρικές καταθέσεις των Ψ και ... (νόμιμο εκπρόσωπο και υπάλληλο της μηνύτριας αντίστοιχα). Εκ τούτων προκύπτει αβίαστα ο ιδιαίτερα καθοριστικός ρόλος που διαδραμάτισε η κατηγορουμένη ως υπάλληλος με σημαντικά καθήκοντα (συμπλήρωση επιταγών, διαπραγματεύσεις επί προσφορών, παράσταση εν γνώσει της ψευδών γεγονότων περί ευρωστίας, φερεγγυότητος, εκτεταμένης οικονομικής δυνατότητος). Ειδικότερα ο Ψ καταθέτει για τα περιστατικά των ψευδών παραστάσεων. ότι η αιφνιδιαστική διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης ήτο μεθοδευμένη καθ' όσο όταν ο ίδιος μετέβη στην έδρα της ήτο κλειστή, οι γείτονες του εδήλωσαν ότι είχαν εξαφανισθεί όλοι, με επικόλληση στην είσοδο ενημερωτικού σημειώματος περί μετακόμισης σε άλλη δ|σνη, που όμως ήταν λανθασμένη σκόπιμα, εκεί ήταν ανύπαρκτη ως επιχείρηση και..." πολύς κόσμος τους αναζητούσε, αλλά δεν τους εύρισκε, ούτε εκεί στη νέα δ|νση... Καταλήγει δε ότι εάν εγνώριζε η μηνύτρια την αλήθεια, δεν επρόκειτο να δεχθεί την πληρωμή αποκλειστικά με επιταγές, ότι η εταιρεία ήτο περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων, με δύο ή τρεις συνολικά εργαζόμενους και όχι με μεγάλο αριθμό στελεχών ως του παρέστησε η εκκαλούσα, αυτή δε πιστεύει ιδιαίτερα ότι εγνώριζε την αληθή κατάσταση, λόγω της προεκτεθείσης ιδιότητος και του αντικειμένου που χειριζόταν, ένα φορητό υπολογιστή είχε λάβει η ίδια και ζήτησε χρηστική ενημέρωση από αυτόν, στη συνέχεια ότι και αυτή εξαφανίσθηκε χωρίς να δώσει στοιχεία νεώτερης διαμονής και τηλέφωνο του συγκατηγορουμένου της, παρά τις αντίθετες υποσχέσεις στης. Η εκκαλούσα κατηγορουμένη στην παραπάνω πράξη της προέβη με το σκοπό να αποκομίσει ο συγκατηγορούμενος της παράνομο περιουσιακό όφελος, ισόποσο του τιμήματος των παραδοθέντων 16 ηλεκτρονικών υπολογιστών, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της μηνύτριας εταιρείας, που μάλιστα είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Περαιτέρω αναφορικά με το εάν η εκκαλούσα κατηγορουμένη ετέλεσε την ανωτέρω πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. ώστε η πράξη να προσλάβει κακουργηματικό χαρακτήρα, λεκτέα τα εξής: Από τα στοιχεία της δικογραφίας και από τα μέχρι τούδε αναφερόμενα, προκύπτει βάσιμα ότι η εκκαλούσα ετέλεσε την παραπάνω πράξη της απάτης κατά συναυτουργία. κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού και επανειλημμένη τέλεση προς πορισμό εισοδήματος συντρέχει (εν όψει κα: άλλων παθόντων προμηθευτών) και είχε διαμορφώσει τέτοια υποδομή προς πορισμό εισοδήματος επ' ωφελεία του συγκατηγορουμένου της κατόπιν συναπόφασης (χρησιμοποίηση της ιδιότητος της ως γραμματέως της επιχείρησης), αλλά και η συμπεριφορά της και η δραστηριοποίηση της ήτο τέτοια (συμπλήρωση επιταγών, διαπραγματεύσεις επί προσφορών, μεθοδική συμπεριφορά), ώστε ανά πάσα στιγμή μπορούσε να τελέσει και νέα εγκλήματα, εκμεταλλευόμενη τα μνημονευθέντα στοιχεία, δηλαδή τις γνώσεις, επαφές και γενικά όλες τις δραστηριότητες που αξιοποιούσε κατά την τέλεση της απάτης. Εξάλλου συντρέχει και η δεύτερη σωρευτική προϋπόθεση της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ, δηλαδή η επίτευξη συνολικού οφέλους άνω των 15.000 Ευρώ στον συγκατηγορούμενό της. Η εκκαλούσα αρνείται την αποδιδόμενη εις αυτήν κατηγορία και ισχυρίζεται ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο έχει εμπλακεί στην εν λόγω υπόθεση είναι η δραστηριότητα της στα πλαίσια της εργασίας της, ότι οι ενέργειες της γίνονταν μόνο κατόπιν σχετικής εντολής του συγκατηγορουμένου της, ότι δεν είχε την πρόθεση εξαπατήσεως και ότι και η ίδια υπήρξε ποθούσα και θύμα του. Οι εν λόγω αιτιάσεις της . όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, στερούνται ουσιαστικής βασιμότητος αυτό δε και μόνο το γεγονός ότι προέβη στη γραπτή της καταγγελία στο Ι.Κ.Α σε βάρος του, εξ αιτίας της μη καταβολής των αποδοχών της. δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα αποτελέσματα. Επισημαίνεται τέλος ότι στην ανακριτική της απολογία και στο συνημμένο στην έκθεση εφέσεως υπόμνημα, καθίσταται έκδηλο ότι προσπαθεί να αποσιωπήσει ή και να ισχυρισθεί έστω το αντίθετο, για το αναμφισβήτητο γεγονός των ψευδών της παραστάσεων προς τον εκπρόσωπο της μηνυτρίας εν γνώσει τούτων". Με βάση τα προκύψαντα αυτά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν πλήρως, ως δέχθηκε ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του δικαιούμενου εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού, με προξενηθείσα συνολική ζημία μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 ευρώ, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, το Συμβούλιο κατέληξε, σε παραπεμπτική για την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη και τον συγκατηγορούμενό της κρίση και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βού-λευμα του Συμβουλίου Εφετών, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού επιτρεπτά αναφερόμενο, εξ' ολοκλήρου στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής πρότασης, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδηγούν στην ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του διωκόμενου εγκλήματος της απάτης από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με επελθούσα ζημία μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ (5.000.000 δρχ.), και επομένως την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, καθώς και τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και επίσης τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ. η οποία προβλέπει το έγκλημα αυτό και την οποία εφάρμοσε το Συμβούλιο και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρεται στην αιτιολογία του βουλεύματος, σε τι συνίστανται οι ψευδείς παραστάσεις της κατηγορούμενης, η παραπλανητική δηλαδή συμπεριφορά της καθώς και η επελθούσα ζημία της εγκαλούσης, έπ' ωφέλεια του συγκατηγορουμένου της. Δεν συνιστά δε αντίφαση του βουλεύματος, η αναφορά σε σχέση με τον συγκατηγορούμενό της στο σκεπτικό του, ότι η παρουσία του ήταν υποτυπώδης, γιατί η συγκεκριμένη κρίση του Συμβουλίου Εφετών αφορούσε στην ουσιαστική συμμετοχή της αναιρεσειούσης στην ανωτέρω κατά συναυτουργία απάτης, θέλοντας να επισημάνει ότι δεν ήταν απλή υπάλληλος, δεχόμενο περαιτέρω το βούλευμα, με αναφορά περιστατικών τον καθοριστικό ρόλο που διεδραμάτισε (συμπληρώνοντας επιταγές, διαπραγματεύσεις επί προσφορών κ.λ.π.), ούτε η αναφορά του βουλεύματος ότι η ίδια προέβη στην πράξη της εξαπάτησης με σκοπό να αποκομίσει ο συγκατηγορούμενος της παράνομο περιουσιακό όφελος, ή η παραδοχή ότι ο συγκατηγορούμενός της είχε ο ίδιος δημιουργήσει οικονομικές εκκρεμότητες σε βάρος προμηθευτών της εταιρίας, δημιουργεί αντίφαση εν σχέση με τα προαναφερόμενα. Ιδιαίτερα η αιτιολόγηση υπάρχει και για τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων από την ανωτέρω, οι οποίες προσδίδουν κακουργηματική μορφή και αναφέρεται ότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, προκύπτει σκοπός αυτής για πορισμό εισοδήματος επ' ωφελεία του συγκατηγορουμένου της και κατόπιν συναπόφασης. Ειδικότερα και αναφορά πραγματικών περιστατικών για την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της ανωτέρω πράξης γίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και μνεία ότι η συμπεριφορά δεν ήταν ευκαιριακή και αφορούσε την ίδια (ανα πάσα στιγμή μπορούσε να τελέσει και νέα εγκλήματα, εκμεταλλευόμενη τα μνημονευθέντα στοιχεία, γνώσεις, επαφές κ.λ.π.) και τα' αντίθετα υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επομένως ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία του βουλεύματος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθό δε μέρος στρέφεται στην ανεξέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2006 αίτηση της Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2000/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ