Αριθμός 331/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 965/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2 , κάτοικοι ..... Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1479/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 1428/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2115/93, η εκμετάλλευση των δημοτικών, κοινοτικών και ιδιωτικών λατομείων, καθώς και των λατομείων των ν.π.δ.δ., επιτρέπεται μόνο κατόπιν αδείας εκμεταλλεύσεως, που χορηγεί ο νομάρχης. Για τα δημόσια λατομεία η σύμβαση μισθώσεως επέχει θέση άδειας εκμεταλλεύσεως. Κατά το άρθρο 16 του ίδιου νόμου, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 2702/1999, όποιος εκμεταλλεύεται ή εξορύσσει ή αποκομίζει αδρανή υλικά, χωρίς να έχει αποκτήσει σχετικό δικαίωμα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όποιος εκμεταλλεύεται ή εξορύσσει ή αποκομίζει αδρανή υλικά, χωρίς να έχει αποκτήσει σχετικό δικαίωμα, δηλαδή χωρίς άδεια εκμετάλλευσης που χορηγεί ο νομάρχης, ή χωρίς σύμβαση μισθώσεως, όταν πρόκειται για δημόσια λατομεία, τιμωρείται ποινικώς κατά τα προαναφερόμενα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 413/1977, 1 παρ. 1ε, και 7 παρ. 1, 2β, του Ν. 2168/1993, απαγορεύεται η διάθεση, πώληση, μεταφορά και κατανάλωση εκρηκτικών υλών, πλην πυρίτιδος κυνηγίου καθώς και η κατοχή εκρηκτικών υλών, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Ν. 413/1977 και 7 παρ. 6, του Ν. 2168/1993, προκύπτει ότι, αφενός, οι κατασκευαστές, έμποροι και καταναλωτές εκρηκτικών υλών, πλην πυρίτιδος κυνηγίου, φωτοβολίδων, βεγγαλικών και πυροτεχνικών παιδικών αθυρμάτων, και, αφετέρου, οι κάτοχοι των εκρηκτικών υλών, υποχρεούνται, οι μεν πρώτοι με δική τους μέριμνα και με δικές τους δαπάνες, στην εξασφάλιση των εκρηκτικών υλών κατά παντός κινδύνου κλοπής, αρπαγής ή απώλειάς τους, καθώς και στη γνωστοποίηση προς την αστυνομική αρχή των λαμβανομένων μέτρων ασφαλείας, οι δε κάτοχοι των εκρηκτικών υλών υποχρεούνται να λαμβάνουν τα αναγκαία μέρα για την ασφαλή φύλαξή τους και να μη τα παραχωρούν σε τρίτα πρόσωπα. Οι παραβάτες των πιο πάνω διατάξεων, τιμωρούνται με τις από το άρθρο 5 του Π.Δ. 413/1977 και το άρθρο 8 εδ. α και β του ν. Ν. 2168/1993 προβλεπόμενες ποινές φυλακίσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 965/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, μαζί με τους συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, αποτελούσαν μέλη του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμους εκπροσώπους της εδρεύουσας στην Καλαμαριά - Θεσσαλονίκης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΙΘΩΝ Α.Ε.", η οποία στην περιοχή Τριακότρυπα Παλαιοκάστρου - Χαλκιδικής, από το Μάρτιο του 2000 μέχρι τις 18-6-2002, εκμεταλλευόταν επιχείρηση επεξεργασίας αδρανών υλικών (μετέτρεπε τους βράχους σε χαλίκι για οικοδομικά έργα) και παράλληλα αναλάμβανε την εκτέλεση δημοσίων έργων (διά των κατηγορουμένων) στα οποία χρησιμοποιούσε και τα προϊόντα της βιοτεχνικής επιχείρησης της επεξεργασίας των αδρανών υλικών. Η εν λόγω επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη παραπλεύρως της επιχείρησης εξόρυξης αδρανών υλικών με την επωνυμία "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." και αμφότερες λειτουργούσαν συμπληρωματικά για την παραγωγή του τελικού προϊόντος, χωρίς μάλιστα να είναι εξωτερικά εμφανής ο ακριβής χώρος εγκατάστασης κάθε μιας από αυτές, αφού δεν υπήρχε μεταξύ τους διαχωριστική περίφραξη ή άλλο σημείο οριοθετικό και έδιναν την εντύπωση ότι αποτελούσαν μία επιχείρηση εγκατεστημένη σε ενιαίο εργοταξιακό χώρο. Από τις 3-8-1999 και εφεξής το λατομείο αδρανών υλικών "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." εστερείτο αδείας λειτουργίας του και δεν προέκυψε ότι οι εκπρόσωποί της παραβίασαν την απαγόρευση. Παρά ταύτα όμως, σε γενόμενο έλεγχο από αστυνομικούς, στα πλαίσια ερευνών της διαχείρισης των εκρηκτικών υλών που είχαν προμηθευτεί οι δύο αυτές επιχειρήσεις για τις λειτουργικές ανάγκες τους (προς διάσπαση των αδρανών υλικών) και επειδή υπήρχαν ενδείξεις λειτουργίας του, διαπιστώθηκε, κατά τον έλεγχο αυτό, στις 18-6-2002 ότι: 1) στις υψηλές βαθμίδες του λατομείου υπήρχαν τοποθετημένα, αλλά μη ασφαλώς φυλασσόμενα εκρηκτικά ήτοι 25 μικρά και 41 μεγάλα μασούρια δυναμίτιδας μαζί με 200 μέτρα ακαριαίας θρυαλλίδας, τυλιγμένα σε ειδικό πλαστικό καρούλι, όπως και 4 τσουβάλια νάϋλον των 25 κιλών δυναμίτιδας και 4 τσουβάλια των 38 κιλών με ANFO (βλ. σχετική έκθεση κατάσχεσης) καθώς αυτά ήταν τοποθετημένα σε δυσπρόσιτο μεν μέρος στην κορυφή του λόγου, ανάμεσα σε θάμνους, αλλά ήταν εύκολη η ανεύρεσή τους σε κάποιον που θα πλησίαζε στο ανωτέρω τοπικό σημείο και γι' αυτό βρέθηκαν αμέσως μόλις πλησίασαν εκεί οι αστυνομικοί. 2) Στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου παρασκευής ασφαλτοσκυροδέματος και θραύσης πέτρας των κατηγορουμένων υπήρχαν σωροί από σχετικώς προσφάτως (το τελευταίο 12μηνο) επεξεργασθέντα, επιτοπίως, αδρανή προϊόντα, με πρώτη ύλη από το γειτονικό λατομείο της εταιρίας "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", στο οποίο λατομείο υπήρχε και μηχάνημα (ΒΑΓΟΝΤΡΙΛ) για διάτρηση και τοποθέτηση εκρηκτικών υλών, ένδειξη ασφαλής ότι εξορύσσονταν αδρανή υλικά και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του λατομείου. 3) Στα γραφεία της εταιρίας των κατηγορουμένων βρέθηκαν δύο ημερολόγια (που αναγνώσθηκαν), τα οποία περιείχαν συνεχείς καθημερινές καταγραφές για τις εργασίες της εταιρίας, στις οποίες περιλαμβάνονταν και εκρήξεις στο λατομείο της εταιρίας "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." με παρόντα τον μηχανικό Χ4 και δεύτερο άτομο με το όνομα .... . Επίσης υπήρχε μισθολογική κατάσταση στα γραφεία της εταιρίας των κατηγορουμένων, στην οποία κατάσταση ήταν εγγεγραμμένοι οι μισθοδοτούμενοι από την ίδια εταιρία οι εργαζόμενοι Ψ1 και Ψ2, από τους οποίους άντλησαν τις πληροφορίες τους οι αστυνομικοί, επιβεβαιωτικές του ότι οι κατηγορούμενοι (ως εκπρόσωποι της εταιρίας τους) μισθοδοτούσαν αυτούς τους εργαζομένους. Επί πλέον πληροφόρησαν τους αστυνομικούς ότι προ τετραμήνου περίπου, οι εργαζόμενοι άνοιξαν οπές (150 ο πρώτος και 100 ο δεύτερος) στο γειτονικό λατομείο και σ'αυτές τοποθετήθηκαν εκρηκτικές ύλες που τεχνικά εξερράγησαν για την εξόρυξη αδρανών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για τη λειτουργία της επιχείρησης των κατηγορουμένων. 4) Από το λατομείο της εταιρίας "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." μεταφέρθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως πρώτη ύλη (σπαστήρια υλών) της εταιρίας των κατηγορουμένων τους τελευταίους μήνες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν εναποτεθειμένες μεγάλες τέτοιες ποσότητες επεξεργασμένων λατομικών προϊόντων στο χώρο του εργοταξίου, χωρίς να προλάβουν να τις χρησιμοποιήσουν οι κατηγορούμενοι, όπως διαπίστωσαν και οι αστυνομικοί που διενήργησαν την έρευνα. 5) Η ενότητα της αμοιβαίως εξαρτημένης λειτουργίας "ΣΙΘΩΝ Α.Ε." και "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." ήταν όχι μόνον φαινομενική αλλά και ουσιαστική ως προς τις εσωτερικές σχέσεις των δύο εταιριών, αφού το ίδιο πρόσωπο (Χ3) κρατούσε και συμπλήρωνε τα ημερολόγια εργασίας των δύο εταιριών. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν από τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψή τους ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα αστυνομικού .... ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν υφίσταται ανάγκη αναβολής της δίκης για να κλητευθούν και εξεταστούν ως μάρτυρες οι εργαζόμενοι Ψ2 και Ψ1, το δε σχετικό αίτημα των κατηγορουμένων (που έχει προβληθεί από τους συνηγόρους τους μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι όσα περιστατικά προκύπτουν από έμμεση γνώση του μάρτυρα αστυνομικού, με βάση πληροφορίες των δύο ως άνω εργαζομένων της εταιρίας των κατηγορουμένων, δεν ετέθηκαν σε αμφιβολία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ώστε να ανακύπτει λόγος επιβεβαίωσής τους, αλλά αντιθέτως ενισχύονται και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, όπως ιδίως οι εκθέσεις αυτοψίας, κατασχέσεως, πραγματογνωμοσύνης και τα ημερολόγια με τις καταστάσεις εσόδων και εξόδων μηνός Μαΐου 2002. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι, με τις απολογίες τους στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ομολογούν την προμήθεια των εκρηκτικών υλών και τη λειτουργία του "σπαστηροτριβείου" τους κατά το χρόνο που είχε λήξει η άδεια λειτουργίας του λατομείου της εταιρίας "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε." (βλ. ενδεικτικώς απολογία του κατηγορουμένου Χ2 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι προμηθεύτηκαν πρώτη ύλη από τις διανοίξεις οδών που εκτελούσαν, γιατί αυτό δεν επαληθεύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Με βάση αυτά τα περιστατικά αποδεικνύεται ότι τελέστηκαν από αντικειμενική και υποκειμενική άποψη τα αποδιδόμενα στους κατηγορουμένους αδικήματα υπό στοιχεία Α1, Α3, Β1 και πρέπει ως προς αυτά να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος (μαζί με τους συγκατηγορουμένους του). 1) για παράνομη εκμετάλλευση λατομείου, 2) για μη λήψη μέτρων ασφαλείας, ως καταναλωτής εκρηκτικών υλών, και 3) για αγορά, κατοχή και κατανάλωση εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια. Για τις πράξεις του δε αυτές, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πιο πάνω πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας, ιδιότητα που δεν αναιρείται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι και οι λοιποί συγκατηγορούμενοι ενήργησαν με την αυτή ιδιότητα. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκαν, όπως, άλλωστε, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία εμπεριέχονται, πλην των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στη δίκη εκείνη, και οι απολογίες των κατηγορουμένων, τις οποίες και έλαβε υπόψη του, επιτρεπτώς, το Δικαστήριο μαζί με λοιπά αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του, για την περί ενοχής κρίση του, τις κατά την πρωτοβάθμια δίκη απολογίες των κατηγορουμένων, που δεν είχαν αναγνωσθεί, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η ανάγνωση των περιεχομένων στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης απολογιών των κατηγορουμένων ούτε ακυρότητα δημιουργεί ούτε λόγο αναιρέσεως ιδρύει από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ο από την αυτή διάταξη του ΚΠΔ συναφής λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του τις προαναφερόμενες απολογίες των κατηγορουμένων κατά την πρωτοβάθμια δίκη, που αποτελεί, κατά τον αναιρεσείοντα, μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, γεγονός που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, και ιδρύει τον από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. ΙΙΙ. Οι περιεχόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (με το στοιχείο Γ) αιτιάσεις, ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ασαφές και αντιφατικό είναι αβάσιμες. Ειδικότερα δεν δημιουργείται στο διατακτικό ασάφεια και σύγχυση από τη χρήση των ενδείξεων Α1, Α3, Β1 (στοιχεία με τα οποία προσδιορίζονται οι αξιόποινες πράξεις στο αρχικό κατηγορητήριο), κατά την αρίθμηση των τριών πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ούτε από το ότι, ενώ στο διατακτικό οι κατηγορούμενοι αναφέρονται ως εκπρόσωποι της "ΑΕ ΣΙΘΩΝ", στο σκεπτικό γίνεται αναφορά σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου και εκπροσώπων της εταιρείας, αφού η ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου δεν αναιρεί την ιδιότητα του εκπροσώπου της εταιρίας. Περαιτέρω, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και αγοράς εκρηκτικών υλών που κατείχε και κατανάλωνε εντός του ευρύτερου χώρου του λατομείου, ως εκ περισσού δε γίνεται λόγος στο διατακτικό και για (άλλες) ποσότητες εκρηκτικών υλών που χρησιμοποιήθηκαν σε εργολαβίες του Δημοσίου εκτός του λατομείου, η προμήθεια των οποίων ήταν δικαιολογημένη. Επίσης, ως προς την αναφορά στο διατακτικό ότι η εταιρεία "ΣΙΘΩΝ ΑΕ" εκμεταλλευόταν ιδιόκτητο λατομείο υλικών, χωρίς άδεια του Νομάρχη και στη συνέχεια η αναφορά ότι η εταιρεία "ΣΙΘΩΝ ΑΕ" προέβαινε από κοινού με την εταιρεία "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ "κατόπιν υποκειμένης σχέσεως (μισθώσεως) σε εξόρυξη αδρανών υλικών", δεν δημιουργεί αντίφαση ή ασάφεια, διότι, με όσα εκτίθενται στο αιτιολογικό της αποφάσεως σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο διατακτικό, επαρκώς προσδιορίζεται ότι ο μεν χώρος εξορύξεως των αδρανών υλικών ήταν χώρος, που είχε μισθώσει η εταιρεία "ΣΙΘΩΝ ΑΕ" από την εταιρεία "ΠΑΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", ενώ ο αμέσως συνεχόμενος χώρος, χωρίς εμφανή οριοθέτηση κατά τρόπο που να δίδεται η εντύπωση ότι επρόκειτο για ενιαία επιχείρηση και ενιαίο εργοτάξιο, που γινόταν η επεξεργασία των αδρανών υλικών (μετατροπή των βράχων σε χαλίκι κλπ), ανήκε στην ιδιοκτησία της "ΣΙΘΩΝ ΑΕ". Επιπλέον, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της εκμεταλλεύσεως χωρίς άδεια, είναι αδιάφορο αν ο δράστης του αδικήματος αυτού έχει την κυριότητα του χώρου του λατομείου ή αν είναι μισθωτής. Αρκεί ότι είναι εκείνος που εκμεταλλεύεται, εξορύσσει ή αποκομίζει από αυτό αδρανή υλικά, χωρίς νόμιμη άδεια, περιστατικά τα οποία αναφέρονται στην πιο πάνω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία έγινε εκ πλαγίου, λόγω των πιο πάνω ασαφειών και αντιφάσεων, όπως εκτιμώνται οι πιο πάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί των πραγμάτων εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 46/5-9-2006 αίτηση αναιρέσεως του .... , κατοίκου Θεσσαλονίκης, κατά της 965/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ