Αριθμός 149/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 4704/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 900/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών (3) μηνών, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση τέτοιων γνήσιων στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση τέτοιων γνήσιων στοιχείων. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ΄ είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα , στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ΄ έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίον όλο, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επιτρεπτώς, γενικώς κατά το είδος τους προσδιορίζει, αποδείχτηκε, κατά τις κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, στο ....Αττικής, ενώ ήταν γιατρός και διατηρούσε ιατρείο επί της ....., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε τα αναλυτικώς περιγραφόμενα στο σκεπτικό φορολογικά στοιχεία, ήτοι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες ήταν πλαστές, γιατί, ενώ έφεραν διάτρηση, αυτή δεν είχε γίνει από την αρμόδια Δ.Ο.Υ με το σχετικό μηχάνημά της και δεν είχαν καταχωρηθεί αυτές στα βιβλία της. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ΄ αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορίαν εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως πλαστών φορολογικών στοιχείων, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 Ν. 2523/1997, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ΄ ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ελλειπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, εν όψει του ότι το έγκλημα της εκδόσεως πλαστών φορολογικών στοιχείων είναι υπαλλακτικώς μεικτό και ο ένας τρόπος πραγματώσεως της αντικειμενικής του υποστάσεως συνίσταται στη μη διάτρηση φορολογικού στοιχείου με οποιονδήποτε τρόπο, όχι όμως από την αρμόδια Δ.Ο.Υ και στη μη καταχώρησή του στα βιβλία της, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος αυτού με τον προδιαληφθέντα τρόπο, με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίμαχες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες ήταν πλαστές, καθόσον, ενώ έφεραν διάτρηση, αυτή δεν είχε γίνει από την αρμόδια Δ.Ο.Υ και δεν είχαν καταχωρηθεί στα βιβλία της, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης του τρόπου, με τον οποίο έγινε η διάτρηση των ανωτέρω αποδείξεων, ούτε ο προσδιορισμός του ενεργήσαντος τη διάτρηση, ούτε και σε το συνίσταται η μη θεώρηση αυτών, αφού τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν στοιχεία που είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκδόσεως πλαστών φορολογικών στοιχείων, όταν αυτή διαπλάσσεται εν όψει του ανωτέρω τρόπου τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 του Ν. 2523/1997, αντιστοίχως είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν και συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Απριλίου 2006 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 4704/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ