Αριθμός 935/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανδρεουλάκο, περί αναιρέσεως της 6981/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 679/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, όποιος έχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής εργοδοτικών διαφορών προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγονται στο Υπουργείο Εργασίας και δεν καταβάλλει αυτές μέσα σε ένα μήνα από τότε που καθίστανται απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, εάν δε κατακρατεί και ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών του και δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα από τότε που κατέστησαν και αυτές απαιτητές, τιμωρείται ως υπεξαιρέτης τούτων με φυλάκιση τουλάχιστον τεσσάρων μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεώς της όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 6982/2006 απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, ότι, από τα κατά το είδος σ' αυτή μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: O κατηγορούμενος στην Αθήνα, ενώ ήταν εργοδότης και ειδικότερα πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "PRINCESS AIRLINES SA", η οποία διατηρούσε αεροπορική επιχείρηση, στην οποία απασχόλησε κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1999 έως και το Δεκέμβριο του 1999, πενήντα πέντε (55) εργαζομένους, με σχέση εξαρτημένης και έναντι μισθού εργασίας, των οποίων το συνολικό ύψος αποδοχών ανερχόταν σε 18.466.077 δραχμές και οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, ως εκ τούτου δε είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, δεν απέδωσε, ούτε κατέβαλε αντίστοιχα αυτές μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, δηλαδή μέχρι το τέλος του επομένου μήνα του, άνω χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου είχε παρασχεθεί η εργασία τους. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ το οφειλόμενο ποσό των 4.634.600 δραχμών για εργοδοτικές εισφορές που αναλογούσαν στην παρασχεθείσα εργασία, των άνω εργαζομένων κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και δεν απέδωσε στον ασφαλιστικό αυτό οργανισμό, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα το οφειλόμενο ποσό των 2.317.300 δραχμών για εργατικές εισφορές των παραπάνω εργαζομένων κατά το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα, μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εν λόγω εργοδοτικές και εργατικές εισφορές έγιναν απαιτητές. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά το παραπάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από τα προαναφερόμενα ΦΕΚ που προσκόμισε και αναγνώστηκαν δεν προκύπτει ότι αυτός δεν είχε την παραπάνω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε πρόθεση να τελέσει τα αδικήματα που του αποδίδονται (κρίνεται επίσης αβάσιμος, καθόσον από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι αυτός γνώριζε την ως άνω υποχρέωσή του, αλλά από πρόθεση δεν ανταποκρίθηκε σ' αυτή. Τέλος το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Με βάση τα δεδομένα αυτά το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ένοχο μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών και παρακράτησης εργατικών εισφορών και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι έξι (26) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα και συνολική χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, όπως γι' αυτά τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκτός των άλλων στοιχείων που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων γίνεται μνεία και της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως Προέδρου του ΔΣ και νόμιμου εκπροσώπου της οφειλέτιδας ανώνυμης εταιρείας, από την οποία και απορρέει η υποχρέωσή του για την πληρωμή των εισφορών, με την έννοια δε αυτή αναφέρεται στο διατακτικό αυτό (ο αναιρεσείων) ως εργοδότης της επιχείρησης, της ως άνω ανώνυμης εταιρείας. Για να καταλήξει δε στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα "αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα", ενώ στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι κατά το κρίσιμο στη προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα δεν είχε την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της οφειλέτιδας Α.Ε., ο οποίος είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, αν και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει και δη αιτιολογημένα, παρά ταύτα, διέλαβε στο σκεπτικό αυτού ειδική σκέψη για την απόρριψή του. Ο ισχυρισμός που πρότεινε ο αναιρεσείων, ότι δεν είχε πρόθεση που δεν κατέβαλε τις εισφορές στο ΙΚΑ, διότι τούτο οφείλεται σε οικονομική αδυναμία και μόνο της εταιρείας που τις όφειλε, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός του υποκειμενικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογηθεί αυτοτελώς με ειδική αιτιολογία, αν και αποκρούσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε τέτοια οικονομική αδυναμία κατά τον κρίσιμο χρόνο του έπρεπε να καταβληθούν οι εισφορές. Στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, το Δικαστήριο δεν είχε επίσης υποχρέωση να απαντήσει και δη αιτιολογημένα, διότι δεν είχε αυτός αναπτυχθεί προφορικά, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από οποιοδήποτε σημείο των πρακτικών της δίκης, αλλά μόνο ότι κατατέθηκε έγγραφο με τον ως άνω ισχυρισμό, από τον εκπροσωπούντα τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορό του (βλ. ΟΛ ΑΠ 2/2005) και τούτο ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού στο κείμενο του εν λόγω εγγράφου δεν γίνεται ειδική αναφορά στα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, μη αρκούσης για το ορισμένο αυτού, της αναφοράς στην προμετωπίδα αυτού της φράσεως "ο ισχυρισμός περί μη στοιχειοθετήσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος, άλλως ελλείψεως δόλου, άλλως αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων των μη ταπεινών αιτίων". Παρά ταύτα το Δικαστήριο αντικρούοντας τα για τον ισχυρισμό αυτό επικαλούμενα περιστατικά, τα οποία ταυτίζονταν απόλυτα με εκείνα της έλλειψης δόλου, διέλαβε, για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, ειδική αιτιολογία, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλεσθείσα από τον αναιρεσείοντα οικονομική αδυναμία του κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ένδικης αιτιολογίας, που στηρίζεται στις αντίθετες αιτιάσεις, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2006 αίτηση του ........., για αναίρεση της 6981/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ