Αριθμός 1693/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη, Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .............., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκούβα, περί αναιρέσεως της 28476/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ..............και 2) .............. και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ................. και 2) ............., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1179/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 330 Π.Κ., όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του. Κατά δε το άρθρο 46 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Περαιτέρω η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεώς της όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 28476/2006 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα σ'αυτή αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ........ Αττικής ο εκ των κατηγορουμένων ..........., αρχιφύλακας, που υπηρετούσε στο Α/Τ Νεαπόλεως Αττικής, στις 21.12.1999, μεταβάς στις 9, 30 π.μ. ένστολος με το περιπολικό υπηρεσίας του στο εργοστάσιο του γνώριμου συγκατηγορουμένου ........, (ήδη αναιρεσείοντος) επί της οδού ........ αριθμός ........, όπου ο τελευταίος διατηρούσε βιοτεχνία και απασχολούσε μεταξύ άλλων εργαζομένων και έξι (6) αλλοδαπούς εργάτες, αν και βρισκόταν εκτός της χωρικής αρμοδιότητας του τμήματός του, κατόπιν εντολών και υποδείξεων του παραπάνω συγκατηγορουμένου του και κατόπιν φορτικών παραινέσεων του τελευταίου, αρχικά πήρε από τα έξι (6) άτομα-αλλοδαπούς εργάτες, που εργάζονταν στο άνω εργοστάσιο, τα διαβατήριά τους καθώς και τις πράσινες κάρτες τους. Στη συνέχεια εισήλθε εντός του γραφείου του εργοστασίου και εκεί μόνος φώναζε έναν - έναν τους παραπάνω αλλοδαπούς να εισέρχονται εντός ήτοι τους ....., ........, ..........., .......... και τους πολιτικώς ενάγοντες ......... και ........., απαιτώντας από τους δύο τελευταίους αδελφούς, μετά την είσοδό τους, να υπογράψουν τρεις (3) λευκές υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/86 έκαστος, λέγοντας τους ότι, αν δεν υπογράψουν, θα τους έσκιζε τα διαβατήρια και την πράσινη κάρτα τους, ενώ μόλις έβγαιναν έξω θα τους έπιανε η Αστυνομία. Φοβούμενοι, δε οι τελευταίοι (παθόντες) αλλοδαποί από την απειλή αυτή του κατηγορουμένου, η οποία ήταν αντίθετη στο νόμο, χωρίς νάχουν καμμία νόμιμη υποχρέωση προς τούτο, ενέδωσαν και υπέγραψαν τις υπεύθυνες δηλώσεις. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο εκ των κατηγορουμένων ..............., επιχειρηματίας, ως προεκτέθηκε, πράγματι εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενο Αστυνομικό, με πειθώ, φορτικότητα, παροχή συμβουλών και καταβολή αγνώστων ανταλλαγμάτων, έπεισε τον τελευταίο να διαπράξει τις προεκτεθείσες πράξεις της παράνομης βίας κατά συρροή, σε βάρος των παθόντων ......... και ........., αλλοδαπών (........) εργαζομένων στην επιχείρηση του πρώτου... Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ηθικής αυτουργίας σε παράνομη βία κατά συρροή και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με επιτρεπτή συμπλήρωση του αιτιολογικού αυτής από το διατακτικό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 § 1 και 350 του Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται, σε σχέση με τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον αυτουργό των πράξεων της κατά συρροή παράνομης βίας την απόφαση για την τέλεσή της, ότι αυτός, α) εκμεταλλεύθηκε την γνωριμία του με τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενό του αστυνομικό και β) χρησιμοποίησε πειθώ, φορτικότητα, παροχή συμβουλών και καταβολή αγνώστων ανταλλαγμάτων. Η αναφορά αυτή στην αιτιολογία της απόφασης, προσδιορίζει με επάρκεια τον τρόπο και τα μέσα, που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων ηθικός αυτουργός για να προκαλέσει στον αυτουργό των ως άνω πράξεων την απόφαση για την τέλεσή της, και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, αντίστοιχα, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26/6/2006 αίτηση του ..............., για αναίρεση της με αριθμό 28476/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Αυγούστου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ