Αριθμός 1367/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστές Φυλακές Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Πολιτικό και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστές Φυλακές Κέρκυρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 186/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1) .....και 2) ..... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Φεβρουαρίου 2006 και 19 Σεπτεμβρίου 2006, δύο αντίστοιχες, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1565/2006, ως και στους από 6 Δεκεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση, από 10-2-2006 και 19-9-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθμ. 186/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω της πρόδηλης συναφείας τους, πρέπει να συνεκδικαστούν. Ως προς την αναίρεση του Χ1 Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση του περιεχομένου της οικείας διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξάλλου, οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν παραδεκτώς με πρόσθετους λόγους ή με λόγους που βρίσκονται έξω από την έκθεση αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απαιτείται, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την υπ' αριθμ. 186/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της: α) πώλησης κατ' εξακολούθηση από κοινού, β) αποθήκευσης από κοινού και γ) κατοχής από κοινού ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, τις οποίες τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 90.000 ευρώ, "για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως διατυπώθηκε στην έκθεση αναιρέσεως, είναι τελείως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, διότι ουδόλως προσδιορίζεται σ' αυτήν η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Μόνη η αναφορά της διατύπωσης του νόμου δεν αρκεί. Αν η αίτηση αναιρέσεως συνεπεία των ελλείψεων αυτών καθίσταται αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη, το απαράδεκτο αυτό δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δικαίως από δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίζει επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως, γιατί το δικαίωμα της πρόσβασης σε ένα δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλ' υπόκειται σε σιωπηρά αποδεκτούς περιορισμούς του εθνικού νομοθέτη, ένας δε τέτοιος περιορισμός καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά την οποία οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου μέσου και επομένως και της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται στην έκθεση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εξ αιτίας της αοριστίας της, η οποία την καθιστά ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, και, ως τέτοια, πρέπει να απορριφθεί, εντεύθεν δε, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι, που προϋποθέτουν παραδεκτή αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Ως προς την αναίρεση του Χ2 Για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απαιτείται να προσδιορίζετια η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε και η νομική πλημμέλεια της αποφάσεως σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές αυτής, επί δε εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, να προσδιορίζονται οι ασάφειες, αντιφάσεις ή τα λογικά κενά που έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, αναφορικά με τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την υπ' αριθμ. 186/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της: α) πώλησης κατ' εξακολούθηση από κοινού, β) αποθήκευσης από κοινού και γ) κατοχής από κοινού ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, τις οποίες τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 90.000 ευρώ "γιατί στερείται νόμιμης βάσης, αφού το πόρισμά του, ως συνδυασμός σκεπτικού και διατακτικού, είναι ασαφές, ελλειπές και με λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, παραβιασθεισών έτσι, όχι μόνον ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων του ΠΚ". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως διατυπώνεται στην έκθεση αναιρέσεως, είναι τελείως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται στην αίτηση σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή των αορίστως επικαλούμενων διατάξεων του ΠΚ και από ποιές παραδοχές της αποφάσεως αυτής προκύπτει, ούτε ακόμη, προσδιορίζονται τα εμφιλοχωρήσαντα κενά, οι ασάφειες και ελλείψεις σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της απόφασης. Μόνη η αναφορά της έννοιας που προσδίδει η νομολογία στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο δεν αρκεί. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ευθεία και εκ πλαγίου των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους και αναπτύχθηκαν προφορικώς στο ακροατήριο, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με την απόρριψη του προβληθέντος εκ του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο Δικαστήριο, ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ούτε από το συνήγορό του και, επομένως, ο περί αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 10 Φεβρουαρίου 2006 και 19 Σεπτεμβρίου 2006 αιτήσεις των 1) Χ1 και 2) Χ2 αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 186/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει αυτές. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 19 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ