Αριθμός 150/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Σφήκα, για αναίρεση της 13557/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Παναγιωτουνάκο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 112/2005. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η΄ του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ΄ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη η εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ΄ έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ΄ είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, έγγραφα που διαβάστηκαν και εν γένει συζήτηση της υποθέσεως) αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και περιγράφεται στο διατακτικό της αποφάσεως και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις, κατά το από 14-04-1999 έως την 27-10-2000 χρονικό διάστημα, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος (άρθ. 19 && 1-4, 21 & 2 Ν. 2523/1997), εξέδωκε και απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία με τα οποία η επιχείρηση του, βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων επί της οδού .... αρ. .....Θεσσαλονίκης με επτά εργαζόμενους, εμφανίσθηκε να πραγματοποιεί τεράστιο όγκο ενδοκοινοτικών αποστολών (παραδόσεων) εμπορευμάτων κατά τις οικονομικές χρήσεις 1999 και 2000, με σκοπό την παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α. από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ιωνίας, όπου άσκησε ο ίδιος από τον Νόμο προβλεπόμενο δικαίωμα επιστροφής φόρου, άρθ. 22 επ. Ν.1642/1986, το οποίο θεμελίωσε σε εικονικά στοιχεία (72 τιμολόγια-δελτία αποστολής και 30 φορτωτικές διεθνών μεταφορών CMR), ως περιγράφονται στο διατακτικό. Αποτέλεσμα των ανωτέρω πράξεων του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν αγρότης και αίφνης δραστηριοποιήθηκε στην βιοτεχνία φασόν ώστε να εμφανίζει στη Δ.Ο.Υ. τιμολόγια συναλλαγών δισεκατομμυρίων δραχμών, ήταν η παράνομη επιστροφή Φ.Π.Α. συνολικού ύψους 277.255.597 δραχμών, για την οποία εκδόθηκαν τα σχετικά ΑΦΕΚ, αναγραφόμενα στο υπ΄ αριθμό πρωτ. 1.... έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης. Η διαδικασία επιστροφής έγινε από την Εμπορική Τράπεζα (υποκατάστημα .....) και ο κατηγορούμενος ανέλαβε ο ίδιος τα ποσά από τις αντίστοιχες εντολές πληρωμής (σχ. Έκθεση ελέγχου). Πρέπει να λεχθεί ότι και εκ των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως, υπάλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε., ουδόλως προέκυψε, πως εκδόθηκαν αποφάσεις επιστροφής Φ.Π.Α. δραχμών 277.255.597 με δικαιούχο την επιχείρηση του νεότευκτου εμπόρου - κατηγορουμένου - αγρότη μέχρι πρότινος, χωρίς να διερευνηθεί ο αριθμός απασχολουμένου εργατοτεχνικού προσωπικού αυτής, η προμήθεια πρώτων υλών, οι δαπάνες λειτουργίας της, η υποδομή της επιχειρήσεως αυτής, η οποία εμφάνισε στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία τεράστιο όγκο ενδοκοινοτικών αποστολών σε δύο οικονομικές χρήσεις (1999, 2000) και δη, όταν οι αντίστοιχες βιοτεχνίες φασόν διέκοπταν τη λειτουργία τους και επίσης, χωρίς να ερευνηθεί η κατά τις προηγούμενες οικονομικές χρήσεις επιτυχής ή μη εμπορική δραστηριότητα της επιχειρήσεως του κατηγορουμένου, ώστε να μη ζημιωθεί δια της παρανόμου επιστροφής Φ.Π.Α. το Ελληνικό Δημόσιο. Ακολούθως, το τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο του εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ΄ εξακολούθηση (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α΄ και 4 Ν. 2523/1997 και 98 ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 εδ. α΄ και 4 Ν. 2523/1997 και 27 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση υποκειμενικής υποστάσεως του προδιαληφθέντος εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1 εδ. α και 4 του Ν. 2523/1997 και 27 παρ. 1 του ΠΚ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 και 364 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία, για τη στήριξη της κατηγορίας έγγραφα, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο η κλήση του κατηγορουμένου προς εμφάνισή του στο Δικαστήριο, το αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως αυτής, παρεμπίπτουσες αποφάσεις, τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο (σώμα) του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς, τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, καθώς και τα έγγραφα εκείνα που χρησιμοποιούνται μεν για τη στήριξη της ενοχής του κατηγορουμένου, πλην όμως, το περιεχόμενό τους προκύπτει από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αφού ο κατηγορούμενος στην περίπτωση αυτή μπορεί προς αντίκρουση των εγγράφων αυτών, να εκθέτει τις απόψεις του και να δώσει περί αυτών τις αναγκαίες εξηγήσεις ή αναφέρονται ιστορικώς (διηγηματικώς) στο σκεπτικό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, χωρίς όμως να αναγνωσθούν : α) 72 τιμολόγια - δελτία αποστολής και 30 φορτωτικές διεθνών μεταφορών CMR, τα οποία όμως αποτελούν το υλικό αντικείμενο της εκδόσεως και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθόσον, δια της επενεργείας επ΄ αυτών (επεμβάσεως) πραγματώθηκε η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και επομένως, δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή τους στο ακροατήριο, προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, β)τα σχετικά ΑΦΕΚ που αναγράφονται στο υπ΄ αριθ. .....έγγραφο της Δ.Ο.Υ Ιωνίας Θεσσαλονίκης, όπως και οι αποφάσεις επιστροφής ΦΠΑ, αναφέρονται στο αιτιολογικό διηγηματικώς (ιστορικώς) και συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή τους και γ) η από 30-7-2002 έκθεση ελέγχου με τις διαλαμβανόμενες σ΄ αυτήν εντολές πληρωμής προς τον κατηγορούμενο, προκύπτει από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, .... και ...., υπαλλήλων του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, ότι ο εκπροσωπήσας τον κατηγορούμενο στη δίκη συνήγορός του, ζήτησε κεχωρισμένως την ανάγνωση της. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο που την εξέδωσε τα προδιαληφθέντα έγγραφα για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, χωρίς όμως αυτά να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα άρθρα 171 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠοινΔ, ως λόγος, για ν΄ αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις, που καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 5 παρ. 1 και 2, του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), οι οποίες, εκτός των άλλων, ορίζουν, ότι το Τριμελές πλημμελειοδικείο, αν δεν υπάρχει ένας πρωτοδίκης ή κωλύεται ή απουσιάζει, μπορεί να αναπληρωθεί με πάρεδρο πρωτοδικείου, οριζόμενο με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το πρωτοδικείο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην σύνθεση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, συμμετείχε ως μέλος αυτής, η Πλημμελειοδίκης, ..... Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ, σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α΄ του ίδιου Κώδικα, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ως εκ του ότι, στη σύνθεση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, συμμετείχε η ...., δικαστική πάρεδρος, σε αναπλήρωση πρωτοδίκη, χωρίς να διαλαμβάνεται στην εν λόγω απόφαση, ότι αυτή ορίστηκε με πράξη αναπλήρωσης του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, είναι αβάσιμος, πέραν του ότι μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων παρέδρων και πρωτοδικών με το άρθρο 77 παρ. 8 του Ν. 1756/1988, όπως ισχύει, δεν απαιτείται πλέον για την αναπλήρωση αυτή πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο δικαστή και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και συνακολούθως και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2004 αίτηση του ......για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 13557/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ