Αριθμός 1547/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιότερου αυτού Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Κιτρίδη), Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Δαρμάρο, περί αναιρέσεως της 3259/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Θεοδώρου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, ως και στο από 18 Απριλίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 339/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 224 παρ. 2 Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση της αναλήθειας όσων κατατέθηκαν από το μάρτυρα. Η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει η ένορκη κατάθεση. Η κατάθεση αυτή πρέπει στη συνέχεια να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή αρμόδια προς διάγνωση της διαφοράς. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα απόφασης είναι αναγκαίο, εκτός άλλων, να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας, και δή ποια είναι τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο μάρτυρας και ποια τα αληθινά, που γνώριζε αυτός και αντί αυτών κατέθεσε τα ψευδή, ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο μάρτυρας είχε γνώση ότι αυτά ήταν ψευδή, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη σε τρόπο ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Επίσης από το άρθρο 1 του Ν. 1540/1944 "περί ενόρκων βεβαιώσεων", κατά το οποίο "κατά πάσαν περίπτωσιν καθ` ήν επιτρέπεται η χρησιμοποίησις ενόρκου βεβαιώσεως, αύτη δύναται να γίνη ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή ενώπιον ενός των Συμβολαιογράφων της περιφερείας του Ειρηνοδικείου της κατοικίας ή διαμονής του ενδιαφερομένου ή των μαρτύρων", προκύπτει ότι δεν είναι ελευθέρως επιτρεπτή η σύνταξη των ενόρκων βεβαιώσεων από τους ειρηνοδίκες ή συμβολαιογράφους, αλλά εάν δεν υπάρχει διάταξη νόμου που ρητά να επιτρέπει την χρησιμοποίηση της ένορκης βεβαίωσης, τέτοια ούτε ενώπιον του ειρηνοδίκη μπορεί αν συνταχθεί. Επομένως, εφόσον οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν, δυνάμει ρητής διατάξεως νόμου, παραδεκτώς ως νόμιμα αποδεικτικά μέσα, ο ειρηνοδίκης είναι αρμόδια προς ένορκη εξέταση αρχή, οπότε, εάν τα ενώπιόν του κατατεθέντα και περιληφθέντα στην ένορκη βεβαίωση γεγονότα είναι ψευδή, συγκροτείται το έγκλημα της ψευδορκίας. Συνεπώς, αν πρόκειται για ψευδορκία μάρτυρος κατά τη λήψη ένορκης βεβαίωσης ενώπιον ειρηνοδίκη, πρέπει να περιέχεται στην καταδικαστική απόφαση, αφενός η κατά νόμο αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη, ενώπιον του οποίου δίδεται η κατάθεση, και αφετέρου, η Αρχή ενώπιον της οποίας είναι επιτρεπτή, κατά νόμο, η χρησιμοποίηση της βεβαίωσης αυτής και η λήψη υπόψη της, ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο, προς διάγνωση της διαφοράς. Η παράλειψη αναφοράς, εκτός άλλων, των πιο πάνω στοιχείων, στερεί την απόφαση από την επιβαλλόμενη από τα άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύει τον από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ενόψει δε του ότι δεν απαιτείται η ταύτιση τούτου προς το πρόσωπο του περιουσιακώς βλαπτομένου, υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο διάφορο του βλαπτομένου, αρκεί ο παραπλανηθείς να μπορεί εκ των πραγμάτων ή κατά νόμο να προβεί σε επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Εντεύθεν έπεται, ότι παραπλανόμενος μπορεί να είναι και ο συμβολαιογράφος, όταν από τις ψευδείς παραστάσεις του δράστη, ότι είναι κύριος του ακινήτου που δεν ανήκει πραγματικά σε αυτόν, πείθεται και προβαίνει στην σύνταξη συμβολαίου μεταβιβάσεως κυριότητος σε τρίτο πρόσωπο, από τη σύνταξη του οποίου ζημιώνεται ο αληθής κύριος. Ειδικότερα, το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς Δημόσια Αρχή και πείθει έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της αρμοδιότητάς της, από την οποία ζημιώνεται άλλος. Ως ζημία του τελευταίου θεωρείται και η μείωση της πραγματικής αξίας ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την ενέργεια της εν λόγω αρχής αβεβαιότητα της κυριότητας ή άλλου περιουσιακού δικαιώματος του επί του στοιχείου αυτού, καθώς και η δικαστική δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί ο αιτών για την δικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής. Επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνον ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Επίσης, από την διάταξη του ίδιου άρθρου 46 παρ. 1β΄ ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη όμως του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, η " εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3259/2006 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πολιτικώς ενάγουσα, Ψ2 η οποία και μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (2299/3.11.2005 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών) και συγκεκριμένα την 20.10.2006 απεβίωσε, καταλιπούσα ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τη θυγατέρα της Ψ1, η οποία υπεισήλθε στη θέση της μητέρας της, ετύγχανε κυρία του υπ' αριθμ...... αγρού (λαχανόκηπου) εμβαδού 7.655 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "......" ή "........" του Δήμου Σερρών (ήδη ....... αριθμ. ..... ) τον οποίο (αγρό) απέκτησε από κληρονομιά του κατά το έτος 1933 αποβιώσαντος πατέρα της........... και των μετέπειτα αποβιωσάντων αδελφών της...... και......... Η πολιτικώς ενάγουσα από της περιελεύσεως σε αυτή κατά τα ανωτέρω του προαναφερομένου αγρού κατείχε και νέμονταν τούτο με διάνοια κυρίου, εκμισθώνοντάς το σε διάφορους καλλιεργητές μεταξύ των οποίων ήταν οι ........, .......... και τελευταία μέχρι της υποβολής της ενδίκου εγκλήσεως (9.12.2004) ο ........., όπως βεβαίωσε και ο ίδιος εξετασθείς ως μάρτυρας στην προκειμένη υπόθεση. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, πολιτικός μηχανικός, γνωρίζοντας ως εκ της ιδιότητάς του ότι επίκειτο η επέκταση του σχεδίου πόλεως Σερρών σ' ολόκληρο τον αγρό αυτό και εκμεταλλευόμενος την απουσία της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία από το έτος 1999 διέμενε στις Βρυξέλλες, με σκοπό να αντιποιηθεί τμήμα του προαναφερθέντος αγρού της τελευταίας, εμβαδού (του τμήματος) 2.009,03 τετρ. μέτρων, όπως αναλυτικότερα περιγράφεται στο κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας, με έντονες προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων Χ3 και Χ2 να βεβαιώσουν ενόρκως κατά την ενώπιον της Ειρηνοδίκου Σερρών εξέτασή τους που έλαβε χώρα στις 19.10.2000 τα παρακάτω ψεύδη: "Ο αιτών (εννοώντας τον Χ1) είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως δύο (2) στρεμμάτων περίπου που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Σερρών και εκτός σχεδίου συνορεύει γυρώθεν με ......, ........, ..........,......... και ........ Το ανωτέρω αγροτεμάχιο, που αποτελεί παλιά ιδιοκτησία και δεν προέρχεται από παραχώρηση δημοσίου κατέχει και νέμεται ο αιτών ύστερα από άτυπη αγοραπωλησία από 30ετίας και πλέον. Αυτά τα γνωρίζουμε ως γνωστοί του αιτούντα". Τα παραπάνω ήταν ψευδή, στην κατάθεση δε αυτών ενώπιον της αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής (Ειρηνοδίκου Σερρών) που συνέταξε την υπ' αριθμ. ......... ένορκη βεβαίωση, προέβησαν οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, κατόπιν αιτήσεως του πρώτου τούτων, προκειμένου η εν λόγω βεβαίωση να προσκομισθεί από τον τελευταίο στη συμβολαιογράφο Σερρών Φωτεινή Κούτκου ώστε να προβεί αυτή στη σύνταξη του υπ' αριθμ. ..........συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή του πιο πάνω τμήματος ακινήτου, εμβαδού 2.009,03 τ.μ. Για την αδιαμφισβήτητη κυριότητα της πολιτικώς ενάγουσας επί του επιδίκου ως άνω αγρού κρίσιμες είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων ........... και ............ Εξ αυτών ο πρώτος χειριζόταν ως πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας τον αγρό τούτο από το έτος 1971. Κατηγορηματικά καταθέτει ο εν λόγω μάρτυρας ότι επανειλημμένα ο πρώτος κατηγορούμενος τον είχε επισκεφθεί ζητώντας τη μεταβίβαση προς αυτόν του άνω επίδικου τμήματος, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν ήταν πράγματι κύριος αυτού με άτυπη μεταβίβαση από τον πεθερό του, όπως ο ίδιος (α' κατηγορούμενος) υποστηρίζει. Εξάλλου, στον κτηματολογικού πίνακα του αγροκτήματος λαχανόκηπων Σερρών δεν αναφέρεται άλλο ακίνητο που να δικαιολογεί την κατά το έτος 1971 επικαλούμενη από τον πρώτο κατηγορούμενο προς τον πεθερό του ........ του επιδίκου ακινήτου με ιδιωτικό συμφωνητικό, παρά μόνο καταγράφεται το ενιαίο ακίνητο με αριθμό 26 με ιδιοκτήτη τον πατέρα της πολιτικώς ενάγουσας, το οποίο (ακίνητο) περιβάλλεται γύρωθεν από λεύκες και χάνδακα, όρια γνωστά, σταθερά και αναμφισβήτητα. Η κατάρτιση, συνεπώς, του προαναφερθέντος ......... συμβολαίου, υπήρξε επινόημα του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος και προκάλεσε την απόφαση στους δεύτερο και τρίτο κατηγορουμένους να ψευδορκήσουν. Οι τελευταίου εξάλλου, εν γνώσει τους κατέθεσαν τα άνω ψευδή. Και τούτο προκύπτει από την αντιπαραβολή της εμπεριεχόμενης στην άνω ένορκη βεβαίωση κατάθεσης εκάστου τούτων με την απολογία τους ενώπιον του παρόντος και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ειδικότερα ενώ αυτοί στις 19.10.2000 (οπότε συνετάγη η σχετική ένορκη βεβαίωση) ενόρκως βεβαιώνουν ότι το επίδικο ακίνητο (2.009,3 τ.μ.) κατέχει και νέμεται ο αιτών (εννοώντας τον Χ1) ύστερα από άτυπη αγοραπωλησία από 30ετίας και πλέον. Αυτά τα γνωρίζουμε ως γνωστοί του αιτούντα, κατά την άνω απολογία τους υποστηρίζουν ο μεν Χ3(2ος κατηγορούμενος) "γνωρίζω τον Χ1 από το έτος 1985... Δεν ανέφερα εγώ για τριάντα χρόνια, δεν μπορούσα να γνωρίζω για τριάντα χρόνια", ο δε Χ2 (3ος κατηγορούμενος) "Μου έλεγε ο....... για το κομμάτι που έχει σήμερα οΧ1 ότι μέχρι το 1983 το είχε ο........ πεθερός του Χ1. Μετά το πήρε ο γαμπρός του. Για αγοραπωλησία εγώ δεν γνωρίζω τίποτα". Ήτοι οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι με τις ως άνω απολογίες τους βεβαιώνουν το ψευδές περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης τους - βάσει της οποίας συνετάγη το ανωτέρω (.......) συμβόλαιο. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία κατηγορούνται, ο δε πρώτος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πιο πάνω ψευδορκία...". Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εμφανίστηκε στις Σέρρες στις 29.12.2003 στη συμβολαιογράφο Σερρών Φωτεινή Κούτκου και της παρέστησε ψευδώς ότι έχει στην πλήρη αποκλειστική του κυριότητα το προαναφερθέν ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "......." εμβαδού 2.009,03 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή με άτυπη αγορά που έγινε προ 33 και πλέον ετών και με συνεχή από τότε αδιάλειπτη νομή και κατοχή του δια της ασκήσεως διακατοχικών πράξεων στο εν λόγω ακίνητο και συγκεκριμένα εκμισθώνοντας και εισπράττοντας τα αντίστοιχα μισθώματα καθώς επίσης επισκεπτόμενος τούτο, πιστεύοντας ότι έχει αποκτήσει κυριότητα και δεν προσβάλλει δικαιώματα τρίτων σ'αυτό, ενώ όπως προαναφέρθηκε όλο το παραπάνω ήταν ψευδή, αφού το παραπάνω ακίνητο ανήκε επί εξήντα συναπτά έτη στην πολιτικώς ενάγουσα, γεγονός που γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος και εν τούτοις έπεισε με τις παραστάσεις αυτές την παραπάνω συμβολαιογράφο να προβεί στη σύνταξη του .......... συμβολαίου μεταβιβάσεως του παραπάνω ακινήτου (τμήμα του λαχανόκηπου αρ. 26) κατά δικαίωμα ψιλής κυριότητας και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα του ......... και κατά επικαρπία και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και κατά πλήρη κυριότητα κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω δωρεάς στη σύζυγό του Χ4(4η κατηγορούμενη). Ότι πράγματι ήταν ψευδή τα όσα κατά τα προαναφερόμενα υποστήριζε στη παραπάνω συμβολαιογράφο προκειμένου να πείσει αυτή να συντάξει το ειρημένο συμβόλαιο προκύπτει εκτός από τις σαφείς καταθέσεις απάντων των μαρτύρων κατηγορίας και από τις τοιαύτες των μαρτύρων υπεράσπισης .......... και ........., ουδείς εκ των οποίων βεβαιώνει ότι πράγματι το ένδικο ακίνητο περιήλθε στον πρώτο κατηγορούμενο δι' ατύπου αγοράς πριν από 33 και πλέον έτη και ασκήσεως στη συνέχει εκ μέρους του επ' αυτού των παραπάνω διακατοχικών πράξεων που ο ίδιος ψευδώς εν γνώσει του ως άνω υποστήριξε. Αλλά το πλέον επιβαρυντικό σε βάρος του στοιχείο από το οποίο ανενδοίαστα προκύπτει η εκ μέρους του εν γνώσει του παράσταση στην άνω συμβολαιογράφο ψευδών γεγονότων ως αληθινών είναι η απολογία του ιδίου κατηγορουμένου (πρώτου) ενώπιον που πρωτοβαθμίου και του παρόντος δικαστηρίου όπου επιχειρεί δια της επικλήσεως και πάλι ψευδών γεγονότων που έρχονται όμως σε αντίφαση με τα ως άνω προγενέστερα τοιαύτα να θεμελιώσει κυριότητα του ίδιου επί του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα αυτός το πρώτον υποστηρίζει ότι το ένδικο ακίνητο περιήλθε σ'αυτόν (χωρίς να εξηγεί με ποιον τρόπο) κατ' έτος 1983, αμέσως μετά το γάμο του με την τέταρτη κατηγορουμένη στον πατέρα της οποίας ........είχε προηγουμένως περιέλθει κατ' έτος 1971 εξ αγοράς παρά του ......... δυνάμει του από ......... ιδιωτικού συμφωνητικού. Στο εν λόγω όμως συμφωνητικό, που προσκομίζει ο άνω κατηγορούμενος και στο οποίο αναγράφεται η πωληθείσα έκταση του επιδίκου αγρού σε 1.800 τετρ. μέτρα είναι εμφανής και δια γυμνού οφθαλμού η πλαστότητα της φερομένης επ' αυτού στη θέση του αγοραστή ως υπογραφής του ......... από την αντιπαραβολή αυτής με τις γνήσιες τοιαύτες που υπάρχουν στα προσκομιζόμενα από την υπεισερχόμενη στη θέση της πολιτικώς ενάγουσας θυγατέρα της Ψ1, υπ' αριθ. ........του .......... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σερρών Θεόδωρος Κούτκου με τα οποία μεταβίβασε ο τελευταίος στην άνω θυγατέρα του κατά πλήρη κυριότητα λόγω γονικής παροχής τα αναφερόμενα σ'αυτά ακίνητα. Εξάλλου η Χ4(4η κατηγορουμένη) γνώριζε και αυτή ως θυγατέρα του φερομένου ως δικαιοπαρόχου του πρώτου κατηγορουμένου αλλά και ως σύζυγος του τελευταίου, ότι αυτός ουδέποτε ενήργησε διακατοχικές πράξεις στο πιο πάνω ακίνητο, ούτε το επισκεπτόταν, αφού αυτός ουδεμία περιουσία είχε στη συγκεκριμένη περιοχή και κατά συνέπεια δεν είχε αποκτήσει το ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και δεν είχε το δικαίωμα να προβεί στη μεταβίβαση του ακινήτου προς αυτή και τη θυγατέρα τους. Εν τούτοις και η κατηγορουμένη αυτή συμμετείχε στη σύνταξη του πιο πάνω συμβολαίου, το οποίο η ανωτέρω συμβολαιογράφος ουδέποτε θα συνέτασσε αν γνώριζε την αλήθεια. Οι ενέργειες αυτές του ζεύγους των κατηγορουμένων (πρώτου και τέταρτης) αποσκοπούσαν στο να αποκτήσει η τελευταία και η θυγατέρα αμφοτέρων, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της απάτης για την οποία κατηγορείται ο πρώτος κατηγορούμενος, καθώς και ένοχη της άμεσης συνέργειας στην απάτη αυτή η τέταρτη κατηγορουμένη απορρίπτοντας των ισχυρισμών των κατηγορουμένων που ανάγονται στην ουσία της υποθέσεως. Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι των εξής πράξεων. α) Ο Χ3 και ο Χ2 της ψευδορκίας μάρτυρος, β) ο Χ1 της απάτης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία των πιο πάνω δύο συγκατηγορουμένων του και γ) η Χ4 της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης που διέπραξε ο Χ1. Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 46 παρ. 1 46, 224 παρ. 1 και 386 παρ. 1α, ο αναιρεσείων Χ1 καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών, ενώ ο καθένας από τους λοιπούς καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, την εκτέλεση δε των ποινών αυτών το Δικαστήριο ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο, η απόφαση στερείται της κατά τα ανωτέρω ειδικής αιτιολογίας, ως προς τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται τίποτε από το οποίο να προκύπτει γιατί κρίθηκε σαν αρμόδια αρχή ο ειρηνοδίκης ενώπιον του οποίου λήφθηκε η παραπάνω ένορκη βεβαίωση για τον συγκεκριμένο λόγο που αναφέρεται στην απόφαση, δηλαδή, προκειμένου η ένορκη αυτή βεβαίωση να προσκομισθεί στη συμβολαιογράφο Σερρών για τη σύνταξη του αναφερόμενου στην απόφαση συμβολαίου. Η απλή δε μνεία στην απόφαση ότι ο ειρηνοδίκης είναι (γενικώς) αρμόδια αρχή να ενεργεί ένορκες εξετάσεις δεν αρκεί. Περαιτέρω, δεν αναφέρεται, αν η παραπάνω ένορκη βεβαίωση χρησιμοποιήθηκε σε δίκη στην οποία ήταν παραδεκτή ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Αναφέρεται μόνο ότι αυτή λήφθηκε προκειμένου να προσκομισθεί από τον αναιρεσείοντα Χ1 "στην συμβολαιογράφο Σερρών Φωτεινή Κούτκου, ώστε η τελευταία να προβεί στη σύνταξη του υπ' αρ. .......... συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή ενός ακινήτου...", χωρίς να αναφέρεται, αν η εν λόγω συμβολαιογράφος ήταν αρμόδια Αρχή, η οποία με βάσει τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις θα πρόβαινε στη διάγνωση ότι ο Χ1 είχε το δικαίωμα να προβεί στη μεταβίβαση, για την πιο πάνω αιτία, του εν λόγω ακινήτου και τη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου. Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ Κ.Π.Δ. και τον περί αυτού βάσιμο πρώτον λόγον αναίρεσης, όπως αυτός διευκρινίστηκε περαιτέρω με τον συναφή πρόσθετο αυτής λόγο, ως προς την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή. Αντιθέτως, ως προς τις πράξεις της απάτης και της άμεσης συνέργειας, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ4, αντίστοιχα, το Τριμελές Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκαν οι εν λόγω αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβάνεται η αιτίαση, ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στην αρχή του σκεπτικού της, ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την καταδικαστική της κρίση για τη τέλεση του αδικήματος της απάτης, αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, στη συνέχεια κάνει επίκληση και εκτίμηση ορισμένων μόνο ειδικώς επιλεκτικά κατονομαζόμενων αποδεικτικών μέσων και παραλείπει να συσχετίσει αξιολογικά και το περιεχόμενο όλων των υπολοίπων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τις καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα που αναφέρει. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού από τη γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού των αποδεικτικών μέσων προκύπτει με βεβαιότητα, ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπό ψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης και αυτών. Περαιτέρω, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης από τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία και συγκεκριμένα στην περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας, στην οποία, όπως δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, ανήκε κατά κυριότητα το ακίνητο, του οποίου η κυριότητα επιχειρήθηκε να μεταβιβασθεί από τον αναιρεσείοντα Χ1 με τον προαναφερόμενο τρόπο. Η ζημία δε αυτή, όπως ανενδοιάστως συνάγεται από το σύνολο των πιο πάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, συνίσταται στη μείωση της πραγματικής αξίας του ακινήτου της, η οποία προκλήθηκε από την γενόμενη αμφισβήτησης της κυριότητάς της με την προαναφερόμενη επιχείρηση για την δημιουργία τίτλου κυριότητας. Εξάλλου, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το επίμαχο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Χ1, αλλά στην κυριότητα της πολιτικώς ενάγουσας. Επίσης εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει, πλην άλλων, και η γνώση και της αναιρεσείουσας Χ4 ότι ο αυτουργός της πράξεως της απάτης ουδέποτε ενήργησε διακατοχικές πράξεις στο επίμαχο ακίνητο. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου και της τετάρτης των αναιρεσειόντων, σε σχέση με το έγκλημα της απάτης και της άμεσης συνέργειας σε αυτό, που διαλαμβάνονται κυρίως στους προσθέτους λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Συνεπώς και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναίρεσης και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, είναι εκ τούτου απορριπτέος. Μετά από αυτά και την παραδοχή του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, που αφορά τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή και την απόρριψη των λοιπών, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες Χ3 και Χ2 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, και ο αναιρεσείων Χ1 της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή και να απορριφθεί ως προς τις διατάξεις αυτής με τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ4 , και για τις πράξεις της απάτης και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή, αντίστοιχα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519) και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα Χ4, της οποίας η αναίρεση απορρίφθηκε εξ ολοκλήρου, τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 3259/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις διατάξεις αυτής με τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες Χ3 και Χ2 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, και ο αναιρεσείων Χ1 της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το πιο πάνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την 3/12-2-2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως και τους από 18-4-2007 προσθέτους αυτής λόγους του Χ1 και της Χ2, κατά της 3259/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, και ειδικότερα ως προς τις διατάξεις αυτής, με τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι εν λόγω αναιρεσείοντες για τις πράξεις της απάτης και της άμεσης συνέργειας στην πράξη αυτή, αντίστοιχα. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα Χ4, στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ