Αριθμός 1283/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιουνίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαντωνίου, περί αναιρέσεως της 1944/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.5.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 879/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α προσώπων προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή του βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία άλλως, ιδρύεται ο κατ΄ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1944/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 9636/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης τριών ετών για λαθρεμπορία. Με την έφεσή της, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη επικαλέσθηκε και προέβαλε, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης που της επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής, και ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η απόφαση ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήταν γνωστής διαμονής και είχε οικογενειακή κατοικία επί της οδού ..... στο ..... Ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως αυτής το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: ότι "η κατηγορούμενη καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία έχει αριθμό 9636/30.1.2002. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε την 7.7.2003, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα .... που βρίσκεται στη δικογραφία και άσκησε την κρινομένη έφεση στις 4.5.2004, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Η ίδια ισχυρίζεται, ότι κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης δεν κατοικούσε στην οδό ....., που της επιδόθηκε η απόφαση, αλλά στην οδό ...., στο σπίτι της μητέρας της. Στην από 30.6.1999 απολογία της ενώπιον του αστυνομικού υπαλλήλου που ενεργούσε προανάκριση, η ίδια είχε δηλώσει, ότι κατοικεί στην οδό .... περιοχής ..... Ο εξετασθείς μάρτυρας ..... αναφέρει, ότι η κατηγορουμένη μετά το χωρισμό της από τον σύζυγό της κατοικούσε στην οδό ...., στο σπίτι της μητέρας της. Όμως ο ισχυρισμός της αυτός δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Οι προσκομιζόμενες αποδείξεις ΔΕΗ (από τις οποίες προκύπτει η επικαλούμενη στην οδό .... διεύθυνση) αναφέρονται στη μητέρα της αιτούσας - κατηγορουμένης, το δε προσκομιζόμενο έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Περιστερίου (εκκαθαριστικό) αφορά το έτος 2006, χρόνο μεταγενέστερο της επίδοσης της απόφασης. Συνεπώς και με την προϋπόθεση ότι η αιτούσα είναι έμπορος και έχει γνώση των δικαιωμάτων της και των υποχρεώσεών της, καλώς επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση στην οδό ....., και η αίτησή της πρέπει να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, αμφισβήτηση της διεύθυνσης της κατοικίας της στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή διαμονή καθώς και της ιδιότητας αυτής ως άγνωστης διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο αντιμετώπισε τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία. Δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν η ως άνω διαμονή της κατηγορουμένης ήταν γνωστή ή όχι στις αρχές, το δε γεγονός ότι η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα δήλωσε στον αστυνομικό υπάλληλο διεύθυνση κατοικίας, δεν σημαίνει ότι έκτοτε εκεί και μόνον έπρεπε να αναζητηθεί, εφόσον ο αστυνομικός υπάλληλος σύμφωνα με την ισχύουσα τότε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3160/2003 διάταξη του άρθρου 273 ΚΠΔ δεν είχε σχέση με τις αρχές στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωνε την διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1944/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ