Αριθμός 1490/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαϊου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15133/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 55/2007. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003 το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (Ολ ΑΠ 6/94 και 4/95). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στη προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 15131/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 43014/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 1.500 δρχ. την ημέρα και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 (έκδοση ακάλυπτης επιταγής). Από τη με αριθμό 1857/11/7/2006 έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ........., οδός ............., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του, είχε προβάλει με αυτήν του ότι δικάσθηκε ως άγνωστης διαμονής, ενώ διαμένει στην ίδια διεύθυνση από το έτος 1990 και θα προσκομίσει τα απαραίτητα έγγραφα που θεμελιώνουν τον ως άνω ισχυρισμό του. Ακόμη προσκομίζει αντίγραφα αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων της ίδιας περιόδου στα οποία τα κλητήρια θεσπίσματα του επιδόθηκαν κανονικά και ήταν παρών σε όλα. Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός, για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εκ τούτου μη γνώση από αυτούς της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή του, αν τη φερόμενη ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την εξής αιτιολογία: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 43014/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή δέκα (10) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 1.500 δραχμές ημερησίως και σε χρηματική ποινή 300.000 δραχμών που εκδόθηκε με απόντα αυτόν, που κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής. Η εν λόγω απόφαση, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο αποδεικτικό επίδοσης απόφασης κατηγορουμένου άγνωστης διαμονής της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης .........., επιδόθηκε στις ......... στον εκκαλούντα ως αγνώστου διαμονής. Ο εκκαλών ασκεί την υπό κρίση έφεση στις 11-7-2006, όπως προκύπτει από την ανάγνωση στο ακροατήριο της σχετικής εκθέσεως ασκήσεως εφέσεως, δηλαδή μετά την παρέλευση των τριάντα (30) ημερών από την ως άνω ημερομηνία επιδόσεως της εκκαλουμένης (.........). Ο εκκαλών στην έκθεση ασκήσεως εφέσεως επί λέξει αναφέρει: "Δικάστηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ διαμένει στην ίδια διεύθυνση από το 1990 και θα προσκομίσει.....". Δηλαδή δεν αναφέρει καθόλου ποιά ήταν η διεύθυνσή του κατά τον κρίσιμο χρόνο επίδοσης της απόφασης. Όμως αν θεωρηθεί ότι εννοεί "ίδια διεύθυνση" αυτή που αναφέρεται στην αρχή αυτής (εκθέσεως εφέσεως), δηλαδή η οδός ........ αριθμ. ..... ................, τότε δεν προβάλλει με αυτή ότι είχε καταστήσει γνωστή στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ότι κατά το χρόνο αυτό δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του και επομένως νομίμως αυτό αναζητήθηκε στην οδό ....... αριθμ. ............, η οποία αναφέρεται στη μήνυση ως τελευταία γνωστή του κατοικία, σημειωμένου ότι επίκληση από αυτόν (εκκαλούντα) λόγων ανωτέρας βίας δεν γίνεται σ' αυτή (έφεση). Επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πρέπει το ως άνω ένδικο μέσο να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγο εκπροθέσμου ασκήσεως. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης απόφασης του Δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών, δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στην διεύθυνση της κατοικίας του, που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στις παραπάνω διευθύνσεις, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επίσης δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία για τους λόγους ανωτέρας βίας (που τυχόν εμπόδισαν την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης), αφού δεν έγινε από τον εκκαλούντα επίκληση τέτοιων λόγων. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2 από 2/1/2007 αίτηση του ............. για αναίρεση της 15133/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 4 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ