Αριθμός 1778/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 1814/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Με κατηγορούμενο τον χ1.Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1544/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 41/19.1.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ΄αριθ. 5/11-9-2006 αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας ψ1, κατά της υπ΄αριθ. 1814/28-6-2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, με την οποία ο κατηγορούμενος χ1: α) καταδικάσθηκε σε φυλάκιση είκοσι (20) ημερών με τριετή αναστολή για την πράξη της εξυβρίσεως και β) κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της απειλής και των απλών σωματικών κακώσεων με πρόθεση κατ΄ εξακολούθηση, σε βάρος της ως πολιτικώς ενάγουσας παραστάσης αναιρεσείουσας, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α΄ ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 505 του ίδιου Κώδικα αναίρεση μπορεί να ζητήσει, μεταξύ άλλων και ο πολιτικώς ενάγων για την καταδικαστική απόφαση, μόνο όμως για το τμήμα της που επιδικάζει σ΄ αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 506 ΚΠΔ την αναίρεση κατά αθωωτικών αποφάσεων, μπορεί μεταξύ άλλων, να ζητήσει και ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση, αν καταδικάσθηκαν σε αποζημίωση ή στα έξοδα (άρθρ. 71). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση με την προσβαλλόμενη υπ΄αριθ. 1814/28-6-2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης ο κατηγορούμενος χ1: α) καταδικάσθηκε σε φυλάκιση είκοσι (20) ημερών με τριετή αναστολή για την πράξη της εξυβρίσεως και β) κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της απειλής και των απλών σωματικών κακώσεων με πρόθεση, σε βάρος της ως πολιτικώς ενάγουσας παραστάσης αναιρεσείουσας ψ1. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση δεν καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε αποζημίωση ή στα έξοδα, ούτε απέρριψε την αγωγή της ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Επομένως η απόφαση αυτή δεν ανήκει στην κατηγορία των αποφάσεων, εναντίον των οποίων ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται φανερό ότι η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά αποφάσεως, εναντίον της οποίας δεν επιτρέπεται να ασκηθεί τέτοιο ένδικο μέσο. Συνεπώς πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ΄αριθ. 5/11-9-2006 αίτηση αναιρέσεως της ψ1, κατά της υπ΄αριθ. 1814/28-6-2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειο-δικείου Κοζάνης. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην ανωτέρω αναιρεσείουσα ψ1. Αθήνα 4 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' ΚΠοινΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα αναίρεση μπορεί να ζητήσει και ο πολιτικώς ενάγων για την καταδικαστική απόφαση, μόνο όμως για το τμήμα της που επιδικάζει σ' αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 506 περ. γ' ΚΠοινΔ, την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν και ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάσθηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1814/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, ο κατηγορούμενος χ1 α) καταδικάσθηκε σε φυλάκιση είκοσι (20) ημερών, που ανεστάλη για τρία χρόνια, για την πράξη της εξυβρίσεως κατ΄ εξακολούθηση και β) κηρύχθηκε αθώος για τις πράξεις της απειλής και της απλής σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση εις βάρος της, ως πολιτικώς ενάγουσας παραστάσας, αναιρεσείουσας ψ1. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση δεν καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε αποζημίωση ή στα έξοδα, ούτε απέρριψε την αγωγή της ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Αντιθέτως, επιδίκασε σ' αυτήν το αιτηθέν ποσό των 10 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της άνω εξυβρίσεώς της εκ μέρους του κατηγορουμένου. Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν υπάγεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, στην κατηγορία των αποφάσεων, εναντίον των οποίων ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Με τα δεδομένα λοιπόν αυτά η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα άσκησε αναίρεση κατά αποφάσεως, εναντίον της οποίας δεν επιτρέπεται η άσκηση του ένδικου αυτού μέσου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση της ψ1 για αναίρεση της 1814/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ