Αριθμός 2355/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης 4400/2002 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1146/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 396/21-9-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 527-528 παρ.1 ΚΠΔ, την από 26-6-06 αίτηση του καταδικασμένου Χ1, που υπέβαλε ενώπιόν μας δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του Αλ. Στρίμπερη, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 4.400/02 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών με τριετή αναστολή για παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου [άρθρο 252 ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Η ανωτέρω αίτηση του καταδικασμένου για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 39/03 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα υπ' αυτού αίτηση αναιρέσεως, στηριζόμενη σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2, παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει, επομένως, να εξετασθεί κατ΄ ουσία. 3-Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο τούτο, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Δεν αποτελούν όμως νέα γεγονότα η ανάκληση ομολογίας του κατηγορουμένου ή μαρτυρίας συγκατηγορουμένου του, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προφανώς αναξιόπιστες και δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του κατηγορουμένου. [Α.Π. 756/93 ΠΧΡ. 83/535, ΑΠ. 216/98 ΠΧΡ. 98/801]. 4-Κατά το άρθρο 252 ΠΚ, ο υπάλληλος που, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 248, 249, 250 και 251 παραβαίνοντας τα καθήκοντά του γνωστοποιεί σε άλλον: α) πράγμα, το οποίο γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσίας του ή β) έγγραφο που του είναι εμπιστευτικό ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, αν τέλεσε κάποια από τις πράξεις αυτές με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της δευτέρας περιπτώσεως απαιτείται η γνωστοποίηση εγγράφου, το οποίο είναι εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν, συνεπεία της υπηρεσίας του, με ταυτόχρονο βεβαιωμένο σκοπό προσπορίσεως ωφελείας σε αυτόν ή προκλήσεως βλάβης στο κράτος ή σε τρίτον. Η διάταξη σχετικώς με τη δεύτερη περίπτωση, επιβάλει το έγγραφο να είναι εμπιστευμένο ή προσιτό στον υπάλληλο Θεωρείται ένα έγγραφο ότι είναι εμπιστευμένο, όταν βρίσκεται υπό την παραφυλακή του υπαλλήλου, λόγω της υπηρεσιακής του ιδιότητος. Είναι δε προσιτό το έγγραφο στην υπάλληλο, όταν έχει την δυνατότητα να το λάβει στην κατοχή του, ως εκ της ιδιότητάς του, η οποία του επιτρέπει πρόσβαση και γνώση του περιεχομένου. Ο αναγκαίος δόλος συνίσταται στη γνώση ότι η γενομένη γνωστοποίηση σε τρίτο πρόσωπο του περιεχομένου του εγγράφου λαμβάνει χώρα κατά παράβαση των καθηκόντων του και εκδήλωση θελήσεως να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο. [ΑΠ. 39/03 Π.ΛΟΓ 03/81]. Περαιτέρω, ο δράστης πρέπει να ενεργεί με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο. Η ωφέλεια μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση και δεν είναι ανάγκη να είναι περιουσιακή, αλλ' αρκεί και ηθική. Είναι, επίσης, αδιάφορο εάν ο σκοπός του δράστη επιτεύχθηκε ή όχι. [Τούσης-Γεωργίου υπό το άρθρο 252 ΠΚ]. 5- Κατά του άρθρο 103 του Ν.Δ. 118/73 και 103 του 2961/01] "Περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων", με το οποίο θεσπίζεται το απόρρητο των φορολογικών στοιχείων επί των υποθέσεων της φορολογίας των κληρονομιών, δωρεών κλπ. "οι φορολογικαί δηλώσεις, τα συναπτέα σ' αυτές έγγραφα στοιχεία, οι εκθέσεις ελέγχου και οι κατά τις διατάξεις του παρόντος πράξεις είναι απόρρητα, και απαγορεύεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλον πλην εκείνου στον οποίο αφορούν". Το φορολογικό απόρρητο θεσπίσθηκε προς το σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των φορολογουμένων και οι σχετικές διατάξεις συνιστούν ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο προστασίας του, που καλύπτει το σύνολο των στοιχείων εκείνων τα οποία δημιουργούν ή προσδιορίζουν τη φορολογική ενοχή του φυσικού ή νομικού προσώπου στα πλαίσια της άμεσης ή έμμεσης φορολογίας [Εισηγ. έκθεση του Ν.Δ.3323/55]. Η καθιέρωσή του αποβλέπει στην εδραίωση της πεποίθησης των φορολογουμένων ότι τα φορολογικά τους στοιχεία δεν θα περιέλθουν σε γνώση οποιουδήποτε. Το απόρρητο τούτο υφίσταται και δρα δεσμευτικώς μεταξύ της αρμόδιας φορολογικής αρχής και του φορολογουμένου προσώπου και δημιουργούν βασικώς την υποχρέωση αυτής και των αρμοδίων της οργάνων να αποφεύγουν κάθε ενέργεια, με την οποία το περιεχόμενο του φακέλου του φορολογουμένου ήθελε περιέλθει σε πρόσωπο που δεν εξομοιώνεται με τον φορολογούμενο υπέρ του οποίου λειτουργεί, [710/93 γνωμ. ΝΣΚ-Ολομ]. Από τη γενικότητα και την απόλυτη έκφραση των διατάξεων περί του φορολογικού απορρήτου συνάγεται ότι τα αναφερόμενα σ' αυτό φορολογικά στοιχεία, είτε αυτούσια είτε υπό μορφή πληροφοριών, που προκύπτουν απ' αυτά, δεν μπορεί να χορηγηθούν σε τρίτο, έστω και εάν προβάλλεται έννομο συμφέρον. [391/72 Γνωμ. ΝΣΚ]. Πράγματι από τότε που θεσπίσθηκε νομοθετικά εκτός από τον οικονομικό έφορο καμιά άλλη αρχή δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, Οργανισμού κλπ. δικαιούται να λαμβάνει γνώση των φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, χωρίς προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Οικονομικών [710/93 γνωμ. Ν.Σ.Κ. Ολομ.]. Κατ' εξαίρεση το απόρρητο αίρεται μόνον στις περιπτώσεις που τις ορίζει ρητά η κείμενη νομοθεσία, όπως ενώπιον της δικαστικής αρχής, κατά το άρθρο 261 ΚΠΔ, [326/04 ΓΝΩΜ. ΝΣΚ]. 6-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτήν για παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου, που τελέσθηκε υπ' αυτού υπό τα εξής περιστατικά: Στην ........ Κυκλάδων στις 25-1-1995 ο κατηγορούμενος ως προϊστάμενος της ΔΟΥ Κέας γνωστοποίησε στον ΟΤΕ Κέας και στον Ελ. Γκρέκα το ............. έγγραφό του, το οποίο ο ίδιος είχε αποστείλει στον συμβολαιογράφο Κέας Αντώνιο Κορανάκη, με σκοπό να ματαιώσει ο ΟΤΕ την αγορά ακινήτου, κειμένου στη θέση ....... της ....., το οποίο είχε ήδη διαπραγματευθεί με την ιδιοκτήτρια αυτού Ζ1, λόγω φορολογικής εκκρεμότητας της ως άνω πωλήτριας προς την ΔΥΟ Κέας από οφειλόμενους φόρους κληρονομίας του δικαιοπαρόχου της Ζ2, πράγμα το οποίο πέτυχε τελικώς, καθόσον ο ΟΤΕ υπαναχώρησε και δεν προέβη στην εν λόγω αγορά, αλλά στις 14-10-1995 αγόρασε ακίνητο από την πεθερά του, (του κατηγορουμένου) Β1, της οποίας δικαιοπάροχος ήταν ο ως άνω οφειλέτης Ζ2, (δηλ. ο ίδιος από τον οποίο είχε αγοράσει το ακίνητό της και η Ζ1). Ως νέες αποδείξεις, από τις οποίες προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι είναι αθώος της αξιόποινης αυτής πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε, είναι οι εξής: α-Το από ........ πρακτικό της Επιτροπής ΟΤΕ Κυκλάδων περί της καταλληλότητας των οικοπέδων που προσφέρονται στον ........ Κέας για την ανέγερση Τερματικού Κέντρου του ΟΤΕ. Στο πρακτικό τούτο αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: Στο από ....... πρακτικό είχε προταθεί η αγορά οικοπέδου ιδιοκτησίας Ζ3. Από την υπηρεσία έγινε η καταμέτρησή του, ελέγχθηκαν οι τίτλοι του, αλλά στη συνέχεια η Εφορία Κέας με το ....... έγγραφό της μας γνώρισε ότι η ιδιοκτήτρια οφείλει 10.000.000 δρχ. ως φόρο κληρονομιάς αυτού και των ομόρων του, ιδιοκτησίας πάλι της Ζ3. Από την έρευνα η υπηρεσία διαπίστωσε ότι η κόρη της ιδιοκτήτριας, δικηγόρος Ζ1, απέκρυπτε την πραγματικότητα, πράγμα που ήξεραν οι κάτοικοι της ....., και περιέπλεξε τον ΟΤΕ σε περιπέτεια [έξοδα μεταβάσεων υπαλλήλων κλπ] και ήδη χάθηκε ένα έτος, εξαιτίας όλων των ανωτέρω. Μάλιστα η Ζ1 υπέβαλε και κάποιες άλλες προσφορές, οπότε κατόπιν αλληλογραφίας, που έγινε η Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών με το ......... έγγραφό της, μας γνώρισε, αφού εξέτασε όλες τις προσφορές, [υποβληθέντα συμβόλαια και σχεδιαγράμματα], ότι οι τίτλοι κυριότητας τούτων δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί γιατί αναφέρουν διάφορες εκτάσεις έτσι, ώστε να υπάρχει ασάφεια των ακινήτων που περιγράφονται στους τίτλους. Κατόπιν, η υπηρεσία κινήθηκε ταχύτατα για την εξεύρεση άλλων πρόσφορων και πράγματι υποβλήθηκαν πέντε άλλες προσφορές". Από το έγγραφο τούτο αποδεικνύεται, κατά τον αιτούντα, πλήρως ότι η ματαίωση της αγοράς από τον ΟΤΕ του ακινήτου της μηνύτριας Ζ1 δεν οφείλεται στο περί ού ο λόγος .......... έγγραφό του, αλλά στη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του ΟΤΕ περί της ασάφειας των τίτλων της και επιπλέον διότι το περιεχόμενο του τελευταίου αυτού εγγράφου ήταν γενικώς γνωστό στους κατοίκους της ....., πράγμα που σημαίνει ότι αυτό δεν ήταν απόρρητο. β-Τρεις ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων ενώπιον συμβολαιογράφων μαρτύρων και δη 1) η ........ του Δ1 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού, 2) η ......... του Δ2 ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαυρίου Ελένης Καραγεωργοπούλου, και 3) η ........ του Δ3 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού, στις οποίες τούτοι καταθέτουν ότι η φορολογική εκκρεμότητα του φακέλου της κληρονομιάς του δικαιοπαρόχου της παθούσας Ζ3 ήταν γνωστή στους κατοίκους της ...... και ότι η ματαίωση της αγοράς από τον ΟΤΕ του οικοπέδου της δεν προήλθε από την γνωστοποίηση των φορολογικών στοιχείων του φακέλου του δικαιοπαρόχου της, την οποία γνωστοποίηση έκανε αυτός στον συμβολαιογράφο, στο δικηγόρο Ελ.Γκρέκα και στους υπαλλήλους του ΟΤΕ Κέας, αλλά από την ασάφεια των τίτλων της. Από τις ανωτέρω παριστάμενες ως νέες αποδείξεις δεν προκύπτει ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξης της παραβίασης του υπηρεσιακού απορρήτου των φορολογικών στοιχείων, για την οποία καταδικάσθηκε. Η επίτευξη της επιδιωκόμενης απ' αυτόν ματαίωσης της αγοράς από τον ΟΤΕ του οικοπέδου της παθούσας και της αγοράς αντ' αυτού του οικοπέδου της πεθεράς του είναι ποινικά αδιάφορη για την τελεσιουργία του αδικήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε, καθόσον τούτο ολοκληρώνεται ανεξάρτητα εάν ο επιδιωκόμενος από το δράστη σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ούτε το γεγονός που επικαλείται, ότι δήθεν τα στοιχεία του φορολογικού φακέλου που γνωστοποίησε παράνομα σε τρίτους ήταν ήδη γνωστά στους κατοίκους της .... τον ωφελεί, διότι οι αδέσποτες φήμες δεν εξομοιούνται με την πλήρη και αυθεντική γνώση, την οποία αυτός απρόσκλητα προσέφερε στα ως άνω πρόσωπα, κατά παράβαση των καθηκόντων της υπηρεσίας του. 7-Κατ' ακολουθία, εφόσον με τα προσκομιζόμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 ΚΠΔ, φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). 8- Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση για επανάληψης της διαδικασίας της 4400/02 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δε να επιβάλλει στην αιτούντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε. Για τούτο προτείνω Α-Να απορριφθεί η από 26-6-06 αίτηση του καταδικασμένου Χ1, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 4.400/02 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Και Β-Να καταδικασθεί ο αιτών στη δικαστική δαπάνη, που ανέρχεται στο ποσό των 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 § 1 περιπτ. 2 Κ.Ποιν.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 § 1 εδ. α΄ και 527 § 3 Κ.Ποιν.Δ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι΄ αυτόν για πλημμέλημα, 4400/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ΄ ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 252 ΠΚ, περί του εγκλήματος της παραβιάσεως υπηρεσιακού απορρήτου, ο υπάλληλος που, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 248, 249, 250 και 251, παραβαίνοντας τα καθήκοντα του γνωστοποιεί σε άλλον α)πράγμα, το οποίο γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσίας του ή β)έγγραφο που του είναι εμπιστευμένο ή προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, αν τέλεσε κάποια από τις πράξεις αυτές με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβιάσεως υπηρεσιακού απορρήτου, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α΄ και 263 α΄ ΠΚ, απαιτείται α)γνωστοποίηση σε άλλον πράγματος (πραγματικού γεγονότος), το οποίο ο υπάλληλος γνωρίζει μόνο λόγω της υπηρεσιακής του ιδιότητας ή εγγράφου, το οποίο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό σ΄ αυτόν ως εκ της υπηρεσίας του, β)η γνωστοποίηση να έγινε από τον υπάλληλο κατά παράβαση των καθηκόντων του και γ)ο δράστης, πλην του βασικού δόλου αναφορικά με την πράξη, να ενήργησε με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, αδιάφορα αν ο σκοπός αυτός πραγματώθηκε ή όχι. Απόρρητο είναι το γνωστοποιούμενο πράγμα ή έγγραφο όταν η τήρηση της μυστικότητας επιβάλλεται από το νόμο ή όταν η ιδιότητά του ως απορρήτου προκύπτει από αυτή την ουσιαστική του φύση. Αν ο τρίτος προς τον οποίο η γνωστοποίηση γνώριζε ήδη το γνωστοποιούμενο, κατά τρόπο βέβαιο και όχι από ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, το ανωτέρω έγκλημα δεν στοιχειοθετείται. Επί γεγονότων κοινώς γνωστών ή γνωστών σε ευρύτερο αριθμό προσώπων, ο υπάλληλος δεν υποχρεούται να τηρήσει σιγή, εκτός αν πρόκειται για φήμες, τις οποίες δεν επιτρέπεται να επιβεβαιώσει. Και στην περίπτωση τέτοιου γεγονότος δεν στοιχειοθετείται, επίσης, το ως άνω έγκλημα της παραβιάσεως υπηρεσιακού απορρήτου, διότι το ήδη δημοσιοποιηθέν και κοινώς γνωστό γεγονός δεν συνιστά απόρρητο και συνεπώς δεν νοείται παραβίασή του. Φήμες, όμως, ή διαδόσεις, που δεν παρέχουν βεβαιότητα, δεν αποκλείουν τον απόρρητο χαρακτήρα του γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 4400/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 29/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως για παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι: "Στην ...., στις 25-1-1995, όντας υπάλληλος, γνωστοποίησε σε άλλους έγγραφο που του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, με σκοπό να ωφεληθεί ο ίδιος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο και ειδικότερα κοινοποίησε στον ΟΤΕ Κέας και στον Ελευθέριο Γκρέκα το υπ΄ αριθ. πρωτ. ........ έγγραφο της Δ.Ο.Υ Κέας, το οποίο ο ίδιος είχε αποστείλει ως Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ Κέας στον συμβολαιογράφο Κέας Αντώνιο Κορακάκη, με σκοπό να ματαιώσει ο ΟΤΕ την αγορά ακινήτου, το οποίο είχε ήδη διαπραγματευθεί με την ιδιοκτήτρια αυτού Ζ1 και το οποίο ακίνητο βρισκόταν στον ...... Κέας, συνεπεία φορολογικής εκκρεμότητος της ως άνω πωλήτριας προς την Δ.Ο.Υ Κέας, από οφειλόμενους φόρους κληρονομίας του δικαιοπαρόχου της Ζ2, πράγμα το οποίο και πέτυχε τελικά, καθόσον ο ΟΤΕ υπαναχώρησε και δεν προέβη στην εν λόγω αγορά, αλλά στις 14-10-1995 αγόρασε ακίνητο από την πεθερά του εν λόγω κατηγορουμένου Β1, της οποίας δικαιοπάροχος ήταν ο ως άνω οφειλέτης Ζ2 (δηλαδή ο ίδιος απ΄ τον οποίο είχε αγοράσει το ακίνητό της και η Ζ1 και ο οποίος δεν είχε εξοφλήσει το φόρο κληρονομίας για τα ως άνω ακίνητά του)". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω 4400/2002 απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία: 1)Το από ....... πρακτικό Επιτροπής του ΟΤΕ "περί καταλληλότητας των οικοπέδων που προσφέρονται στον ...... Κέας και επιλογή του καταλληλότερου για την ανέγερση Τερματικού Κέντρου του ΟΤΕ", 2)τις ..... και ....... ένορκες βεβαιώσεις των Δ1, δικηγόρου και Δ3, βιοτέχνη, αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφωνιού και 3)τη ......... ένορκη βεβαίωση του Δ2, υπαλλήλου Δ.Ο.Υ, ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαυρίου Ελένης Καραγεωργοπούλου, από τα οποία, όπως υποστηρίζει, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, διότι ειδικότερα, το μεν περιεχόμενο του εγγράφου ....... της Δ.Ο.Υ Κέας, που καταδικάσθηκε ότι γνωστοποίησε, ήταν κοινώς γνωστό στους κατοίκους της ..... και άρα το έγγραφο δεν ήταν απόρρητο, με την κοινοποίησή του δε, ως άνω, σκόπευε μόνο στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και όχι να βλάψει ή να ωφελήσει άλλον. Από τις προαναφερθείσες νέες αποδείξεις, εκτιμώμενες καθεαυτές και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω 4400/2002 απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Τριμελής Επιτροπή του ΟΤΕ, που είχε συσταθεί από ...... για να αξιολογήσει τα προσφερόμενα προς πώληση οικόπεδα στον ........ Κέας και να επιλέξει το καταλληλότερο για να αγορασθεί από τον ΟΤΕ και να ανεγερθεί σ΄ αυτό το Τερματικό Κέντρο του, είχε προτείνει στο από ...... Πρακτικό της την αγορά του οικοπέδου ιδιοκτησίας Ζ1. Στις 25-1-1995, ο αιτών, ο οποίος υπηρετούσε ως Προϊστάμενος στη Δ.Ο.Υ Κέας, απέστειλε στο συμβολαιογράφο Κέας Αντώνιο Κορακάκη έγγραφό του, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου στη Δ.Ο.Υ Κέας ........, με το ακόλουθο περιεχόμενο "ΘΕΜΑ: Διασφάλιση συμφερόντων του Δημοσίου. - Με αφορμή πληροφορίες, διαπιστώσαμε ότι επίκειται πώληση ενός αγροτεμαχίου 4 περίπου στρεμμάτων στη θέση ....... Κέας προς τον ΟΤΕ, ιδιοκτησίας Ζ1. - Με δεδομένο ότι το αγροτεμάχιο αυτό προέρχεται με αγορά από την κληρονομιά ...... προς τον υιό του Ζ2, ο οποίος αφενός μεν δεν έχει εξοφλήσει το φόρο κληρονομιάς, αφετέρου δε είναι οφειλέτης ληξιπροθέσμου χρέους από την ίδια αιτία περίπου δέκα (10) εκατομμυρίων, παρακαλούμε να ενεργήσετε τα νόμιμα, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων σας, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων του Δημοσίου (π.χ. επιρροή και σύσταση για άμεση καταβολή, ενημέρωση του αγοραστή, μη σύνταξη συμβολαίου κλπ). Σημειώνουμε ότι η πιοπάνω υποψήφια πωλήτρια έχει αγοράσει αρκετή έκταση από τον Ζ2, στο όνομά της και στο όνομα της μητέρας της και ακόμα στο όνομα τους εκκρεμεί ο μετ΄ έλεγχο φόρος των αγοραπωλησιών. Τα παραπάνω στηρίζονται στο ότι, με βάση το ΝΔ 118/73, για τα χρέη προς το Δημόσιο - επί ακινήτων που προέρχονται από κληρονομιά - ευθύνεται και κάθε τρίτος διακάτοχος, χωρίς μάλιστα αυτός να έχει το δικαίωμα της διζήσεως.....". Το έγγραφο αυτό κοινοποίησε ο αιτών στον ΟΤΕ και στο δικηγόρο του ΟΤΕ Ελευθέριο Γκρέκα. Ο ΟΤΕ, μετά το έγγραφο αυτό, δεν προέβη στην αγορά του οικοπέδου ιδιοκτησίας Ζ1, που του είχε προτείνει η ως άνω Επιτροπή. Στο προσκομιζόμενο, ως νέο στοιχείο, από ...... Πρακτικό της ίδιας Τριμελούς Επιτροπής του ΟΤΕ, η εν λόγω Επιτροπή, εκθέτοντας τις ενέργειές της επί του θέματος για το οποίο είχε συσταθεί, αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον μέρος του εγγράφου αυτού, τα εξής: "Α. ΓΕΝΙΚΑ.- Στο από..... Πρακτικό είχε προταθεί η αγορά οικοπέδου ιδιοκτησίας Ζ3, έγινε από την Υπηρεσία η καταμέτρησή του, ελέχθησαν οι τίτλοι του, αλλά στη συνέχεια η Εφορία Κέας με το υπ΄ αριθ. ...... έγγραφό της μιας εγνώρισε ότι η ιδιοκτήτρια οφείλει δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δρχ. ως φόρο κληρονομιάς του οικοπέδου αυτού και των όμορων αυτού ιδιοκτησίας πάλι Ζ3.- Από την έρευνα που έκανε η Υπηρεσία διαπίστωσε ότι η κόρη της ιδιοκτήτριας και δικηγόρος Ζ1 απέκρυπτε την πραγματικότητα, πράγμα που ήξεραν οι κάτοικοι της ......, και περιέπλεξε τον ΟΤΕ σε περιπέτεια (έξοδα μεταβάσεων υπαλλήλων κλπ) και ήδη εχάθη ένα έτος εξαιτίας όλων των ανωτέρω.- Μάλιστα η Ζ1 υπέβαλε και κάποιες άλλες προσφορές, οπότε, κατόπιν αλληλογραφίας που έγινε, η Δ/νση Νομικών Υπηρεσιών, με το υπ΄ αριθ. ....... έγγραφό της, μας γνώρισε, αφού εξήτασε όλες τις προσφορές (υποβληθέντα συμβόλαια και σχεδιαγράμματα), ότι οι τίτλοι κυριότητας των εν λόγω ακινήτων δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί γιατί αναφέρουν διάφορες εκτάσεις, έτσι ώστε υπάρχει ασάφεια των ακινήτων που περιγράφονται στους τίτλους.- Κατόπιν αυτού η Υπηρεσία εκινήθη ταχύτατα για την εξεύρεση άλλων προσφορών και πράγματι υπεβλήθησαν πέντε (5) προσφορές.....". Από το πρακτικό αυτό αποδεικνύεται ότι ο ΟΤΕ έλαβε το πρώτον γνώση της οφειλής φόρου κληρονομίας για το προσφερόμενο προς πώληση οικόπεδο ιδιοκτησίας Ζ1 από το κοινοποιηθέν σ΄ αυτόν ως άνω ...... έγγραφο. Δεν αποδεικνύεται, όμως, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα σχετικώς από τον αιτούντα, και μάλιστα σε βαθμό βεβαιότητας και όχι φήμης, ότι η οφειλή αυτή ήταν κοινώς γνωστό γεγονός στους κατοίκους της ...... Το υπό του αιτούντος επισημαινόμενο, ως επίσης προκύπτουν από το ίδιο πρακτικό, ότι η ματαίωση της αγοράς του συγκεκριμένου οικοπέδου από τον ΟΤΕ οφείλετο στη γνωμοδότηση της νομικής του υπηρεσίας περί της ασάφειας των τίτλων της ιδιοκτησίας Ζ1 και όχι στο κοινοποιηθέν ως άνω έγγραφο, ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του, είναι νομικώς αδιάφορο, αφού, όπως προεκτέθηκε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 252 ΠΚ είναι αδιάφορο αν ο σκοπός του δράστη πραγματώθηκε ή όχι. Περαιτέρω, ο δικηγόρος Δ1, στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε ότι η Ζ1, όταν αγόρασε το έτος 1992 από τον Ζ2 εδαφική έκταση, από εκείνη που ο πωλητής είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του στον ........ Κέας (όπου εμπίπτει το ανωτέρω οικόπεδο) είχε αναλάβει να εξοφλήσει το φόρο κληρονομίας που εβάρυνε τον πωλητή, "γεγονός και θέμα πασίγνωστο στο νησί πριν την κατάρτιση του εγγράφου αυτού" (εννοείται το επίμαχο που κοινοποίησε ο αιτών στον ΟΤΕ). Προσδιόρισε δε ο εν λόγω ενόρκως βεβαιών, ως πηγή γνώσεως του γεγονότος αυτού από τους κατοίκους της ...., διήγηση της ίδιας της Ζ1, η οποία "παρουσία τρίτων, κατοίκων της ......, διαλαλούσε σε υψηλούς τόνους ότι είχε αναλάβει την υποχρέωση να εξοφλήσει το φόρο κληρονομιάς που του αναλογούσε (εννοείται ο Ζ2) από την κληρονομιά που του επήχθη από τον πατέρα το.....". Όμως, ο εν λόγω ενόρκως βεβαιών περιορίζει το κοινώς γνωστό στους κατοίκους της .... γεγονός μόνον στην ανάληψη υποχρεώσεως από την Ζ1 το έτος 1992 να καταβάλει το φόρο κληρονομιάς που εβάρυνε το δικαιοπάροχό της από την κληρονομία του πατέρα του και δεν αναφέρεται σε κοινή γνώση των κατοίκων της ..... ως προς το ότι οφείλετο εισέτι ο φόρος αυτός, όταν ο αιτών απέστειλε το ανωτέρω έγγραφο. Ομοίου περιεχομένου είναι και η κατάθεση του Δ2, ο οποίος, στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε ότι η Ζ1 "είχε αναλάβει από τις αρχές του 1992, ως αγοράστρια μέρους της κληρονομηθείσης περιουσίας του Ζ2, να πληρώσει αυτή τους φόρους κληρονομίας που βάρυναν τον πωλητή Ζ2", ότι το γεγονός αυτό "ήταν πασίγνωστο στον νησί και τους.......κατοίκους της ......" και ότι η ίδια η Ζ1 το είχε αναφέρει σ΄ αυτόν, χωρίς όμως να αναφέρει και ότι οι κάτοικοι της ...... γνώριζαν ότι οφείλετο εισέτι ο φόρος αυτός κατά το χρόνο αποστολής του επίμαχου εγγράφου. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, ήτοι εκείνα που έλαβε υπόψη του το Εφετείο και τα ήδη, ως νέα στοιχεία, προσκομιζόμενα, αποδεικνύεται ότι το κοινώς γνωστόν στους κατοίκους της ..... εντοπίζεται μόνον στην αναληφθείσα το έτος 1992 υποχρέωση της Ζ1 να καταβάλει το φόρο κληρονομίας που εβάρυνε το δικαιοπάροχό της και όχι και στο κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα ότι οφείλετο εισέτι ο φόρος κληρονομίας αυτός κατά το χρόνο κοινοποιήσεως του ανωτέρω........ εγγράφου προς τον ΟΤΕ και τον Ελευθέριο Γκρέκα, πράγμα το οποίο γνωστοποιήθηκε ανεπιτρέπτως από τον αιτούντα με το συγκεκριμένο έγγραφο. Ο αιτών άλλωστε δεν ισχυρίσθηκε κατά την ενώπιον του Εφετείου δίκη ότι η οφειλή αυτή ήταν κοινώς γνωστή, όπως προφανώς θα είχε πράξει σε διαφορετική περίπτωση. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται από τα αυτά αποδεικτικά μέσα ότι ο αιτών, δια των άνω πράξεών του, σκόπευε μόνον στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και όχι να βλάψει ή να ωφελήσει άλλον, ενόψει ιδίως της περί του αντιθέτου καταθέσεως στο ακροατήριο του δικάσαντος Εφετείου της .........., επιθεωρήτριας Δ.Ο.Υ, ότι ο αιτών "δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Δημοσίου" και ότι το αγορασθέν ακολούθως από τον ΟΤΕ οικόπεδο, στην ίδια περιοχή, ιδιοκτησίας της πεθεράς του αιτούντος, κατά την ίδια αυτή κατάθεση "οι περισσότεροι γνώριζαν ότι ήταν του α΄ κατηγορουμένου (εννοείται ο αιτών) και όχι της πεθεράς του". Από όλα τα ανωτέρω το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2006 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 4400/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2007 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ