ΑΡΙΘΜΟΣ 1699/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσο - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 23, 24, 63-66/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Βασιλάκη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1522/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 299 του Π.Κ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, αν δε η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενεργείας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαίρεσης της ζωής του άλλου ανθρώπου. Το έγκλημα της ανθρωποκτονίας διακρίνεται αναφορικά με την ποινική μεταχείριση του δράστη, σε δύο ειδικότερες μορφές με βάση τη διάκριση του δόλου. Εάν ο δράστης αποφάσισε ή εκτέλεσε την πράξη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που επιτρέπει τη ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη τιμωρείται με την αυστηρότερη ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ενώ εάν ο δράστης βρίσκεται σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής τόσο κατά τη λήψη της απόφασης για την τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, όσο και κατά τον χρόνο της διαπράξεώς του, τιμωρείται με την επιεικέστερη ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Ως βρασμός ψυχικής ορμής νοείται εκείνη η ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από την αιφνίδια υπερένταση συναισθήματος ή πάθους, η οποία, ως ενεργός αιτία, έφθασε σε τέτοιο σημείο ώστε να αποκλείσει τη σκέψη, δηλαδή τη στάθμιση των αιτίων που τον ωθούν προς την τέλεση του εγκλήματος και εκείνων που τον απωθούν από την τέλεσή του, χωρίς να φθάνει μέχρι του σημείου ώστε να προκαλεί διατάραξη της συνειδήσεως η οποία επιφέρει στέρηση της ικανότητας ή μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, κατά τα άρθρα 34 και 36 του ΠΚ. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικώς για τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εάν δε εξαίρεται κάποιο από αυτά, τούτο δεν σημαίνει αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα αγνοήθηκαν. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η απαίτηση για την επάρκεια της αιτιολογίας της κατ' είδος μνείας των αποδεικτικών μέσων πρέπει να εκτείνεται και στην πραγματογνωμοσύνη η οποία, κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ, καταλέγεται μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής εσφαλμένη είναι η ερμηνεία όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού με διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το κατ' έφεση δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του και δη την ανώμοτη εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, από την ανάγνωση των εγγράφων, των εκθέσεων, των μαρτυρικών καταθέσεων, των πρακτικών και αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων μεταξύ των οποίων και της εκκαλουμένης, από τη θεώρηση φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων και πειστηρίων και από την απολογία του κατηγορουμένου, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα: "...στη .... ο κατηγορούμενος Χ1 - αγρότης, γεννηθείς το έτος 1945 κάτοικος... - θανάτωσε εκ προθέσεως τον Ψ1 , γεωργό κτηνοτρόφο, γεννηθέντα το έτος 1945, κάτοικο .... Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης ενός αγροκτήματος στην αγροτική περιοχή .... και ησχολείτο προσωπικώς με την καλλιέργεια αυτού. Κοντά στο αγρόκτημα αυτό ο παθών διατηρούσε σταύλο, στο οποίο εξέτρεψε μεγάλο ποίμνιο προβάτων. Μεταξύ των δύο ανδρών υπέβοσκε διαρκής και πολυετής έχθρα, εμφανής αφορμή της -οποίας ήταν οι ζημίες που κατά καιρούς προκαλούσε στον αγρό του κατηγορουμένου το ποίμνιο του παθόντος δια βοσκής και πατημάτων. Περί την 16.30' ώρα της 2-4-2000 ο παθών, βοηθούμενος από τον 23ετή, αλβανικής καταγωγής -Ζ1 έβγαλε τα πρόβατα του στο δρόμο για να τα οδηγήσει στην κοίτη του.... ποταμού για βοσκή. Οταν ο παθών, που ήταν στην αρχή του κοπαδιού, έφθασε στο ύψος του κτήματος του κατηγορουμένου, ο τελευταίος απευθύνθηκε σ' αυτόν για το θέμα των προηγηθεισών αγροζημιών και εξ αφορμής αυτού προκλήθηκε μεταξύ τους έντονη λογομαχία. Ταχέως αυτή εξελίχθηκε σε ενεργό φιλονικία, κατά την οποία ο παθών χτύπησε τον κατηγορούμενο με ποιμενική ράβδο και του προκάλεσε "μικροεκδορά επικαλυμένη υπό πήγματος αίματος κατά την αριστερά μετωπιαία χώρα του τριχωτού, της κεφαλής και όλως ελαφρά θλαστική εκχύμωση κατά την μεσότητα του αριστερού αντιβραχίου" (βλ. από .... ιατροδικαστική εξέταση). Με παρέμβαση του ως άνω βοηθού του παθόντος οι συμπλακέντες χώρισαν και το επεισόδιο φάνηκε να έχει λήξει. Και ο μεν αλλοδαπός βοηθός του παθόντος έσπευσε στην κεφαλή του ποιμνίου, για να προλάβει την είσοδο των προβάτων στους παρακείμενους καλλιεργημένους αγρούς, ο ίδιος δε ο παθών έμεινε στο τέλος αυτού, ενώ ο κατηγορούμενος αποσύρθηκε προς στιγμήν στο αγρόκτημα του. Δεν έμεινε όμως άπραγος. Χολωμένος προφανώς από το προηγηθέν επεισόδιο, έλαβε ανά χείρας ένα γεωργικό εργαλείο (δικράνι), το οποίο απετελείτο από επίμηκες ξύλινο μέρος (μήκους 1,20 μέτρου) και μεταλλική κεφαλή με τέσσερα δόντια μήκους 25 εκατοστών. Εκμεταλλευόμενος δε την συγκέντρωση της προσοχής του παθόντος στο ποίμνιο του, επετέθη αιφνιδιαστικά κατ' αυτού (πιθανότατα εκ των όπισθεν) και του κατέφερε ισχυρότατο πλήγμα στο κεφάλι, εξουδετερώνοντας κάθε δυνατότητα αντιστάσεως εκ μέρους αυτού. Συνέχισε δε να τον χτυπά με το ίδιο εργαλείο μανιωδώς στο κεφάλι και προκάλεσε έτσι τον θάνατο του επί τόπου. Αμέσως μετά επιβιβάσθηκε στο γεωργικό αυτοκίνητο του και απομακρύνθηκε από τον τόπο του εγκλήματος, λίγες δε ώρες αργότερα πήγε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα και παραδόθηκε. Ενδεικτικώς παρατίθενται τα ακόλουθα αποσπάσματα από την προανακριτική κατάθεση τουΖ1 (από 2-4-2000): "Σήμερα (2-4-2000) και περί ώρα 16.30' μαζί με το αφεντικό μου Ψ1 πήραμε με τα πόδια από το σταύλο στην Αγροτική περιοχή.... τα πρόβατα του περίπου 300-400 με σκοπό να τα πάμε την περιοχή .... ποταμού για βοσκή. Μπροστά από το κοπάδι πήγαινε ο Ψ1 και πίσω από το κοπάδι ήμουν εγώ σε απόσταση περίπου 100 μέτρα. Καθώς οδηγούσαμε τα πρόβατα για βοσκή είδα τον Ψ1 να λογομαχεί μπροστά από το κοπάδι μ' ένα Έλληνα από την .... που τον λέγανε Χ1. Μάλιστα αυτοί διαπληκτίστηκαν και με τα χέρια τους. Εγώ τότε έτρεξα και τους χώρισα χωρίς να τραυματισθούν. Αφού ηρέμησαν τα πράγματα, ο Ψ1 μου είπε να πάω μπροστά από το κοπάδι, γιατί τα πρόβατα λοξοδρομούσαν, και να μην μπαίνανε σε χωράφια που ήταν σπαρμένα και δημιουργούσαν προβλήματα."... "Εγώ μόλις απομακρύνθηκαν από το σημείο που είχαν τσακωθεί και πήγα μπροστά στο κοπάδι κοιτάζοντας ξανά πίσω, είδα ξανατσακώνονται και ο Χ1 , έχοντας στα χέρια του ένα (1) δικράνι χτυπούσε στο κεφάλι παρόλο που εγώ έτρεξα και τον φώναζα να σταματήση. Μέχρι να διανύσω την απόσταση που ήμουν μπροστά από το κοπάδι, έως στο σημείο που έγινε το περιστατικό, ο Χ1 , πέταξε στο έδαφος το δικράνι και με γρήγορες κινήσεις μπήκε σ' ένα Αγροτικό αυτ/το Άσπρο και έφυγε από το σημείο που έγινε το συμβάν". Πρέπει να σημειωθεί ότι το έγκλημα έγινε στον παρακείμενο του αγροκτήματος δρόμο και όχι μέσα στο αγρόκτημα, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Τούτο προκύπτει κυρίως από την έκθεση της αστυνομικής αυτοψίας και το συναφές σκαρίφημα, όπου αναφέρεται ότι "στο μέσον ακριβώς της οδού υπάρχει κηλίδα αίματος μήκους 1 μέτρου και πλάτους 18 εκατοστών". Στο οδόστρωμα βρέθηκαν επίσης το ξύλινο ραβδί του παθόντος το χρησιμοποιηθέν για το έγκλημα γεωργικό εργαλείο και -χωριστά- ένα σπασμένο "δόντι" αυτού, τα οποία κατασχέθηκαν ως πειστήρια. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν περαιτέρω και τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος αποφάσισε και διέπραξε το δικαζόμενο έγκλημα όχι σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, όπως υποστηρίζει, αλλά ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Τούτο συνάγεται κυρίως από την μεθοδικότητα, με την οποία προετοιμάσθηκε για την εκδήλωση της επιθέσεως (αναλαμβάνοντας το γεωργικό εργαλείο και αφήνοντας τον παθόντα να πιστέψει ότι το επεισόδιο είχε λήξει) και από την ψυχραιμία την οποία επέδειξε τόσο κατά την τέλεση του εγκλήματος όσο και αμέσως μετά από αυτό, κατά τα εκτεθέντα. (β) Δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο το όλο συμβάν εξελίχθηκε συνεχόμενα, κατά την διάρκεια του δε, ο ίδιος δέχθηκε επίθεση εκ μέρους του παθόντος, ο οποίος, αφού τον έπληξε με την ράβδο στο κεφάλι, επιχείρησε να τον στραγγαλίσει (σφίγγοντας στον λαιμό του την μαντήλα που φορούσε), αμυνόμενος δε αυτός, αφού ξέφυγε από τα χέρια του παθόντος, τον χτύπησε με το δικράνι για να σώσει την ζωή του. Πρόσθετη σκέψη για την αβασιμότητα του ισχυρισμού αυτού είναι η ακόλουθη: Ο παθών αποδεδειγμένα ήταν αφενός μεν κατά δέκα χρόνια νεότερος του κατηγορουμένου, αφετέρου δε δυνατότερος και περισσότερο σωματώδης, επιπλέον, δε και εξοικειωμένος σε καυγάδες και αντιπαραθέσεις. Έτσι, εκτιμάται ότι, εάν ο παθών είχε αντιληφθεί την επιθετική κίνηση του κατηγορουμένου και ακολουθούσε πάλη μεταξύ τους, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, δυσχερώς θα προέκυπτε το δεδομένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, πρέπει οι ως άνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου να απορριφθούν ως αβάσιμοι, να κηρυχθεί δε ο κατηγορούμενος ένοχος ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως (άρθρο 299 παρ. 1 Π.Κ.). Περαιτέρω, με βάση τα ίδια ως άνω στοιχεία, κρίνονται ουσιαστικώς αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου (και τα αντίστοιχα αιτήματα αυτού) για αναγνώριση υπέρ αυτού περιστάσεων, και δη εκείνων: του προτέρου εντίμου βίου, του ότι αυτός ωθήθηκε στο ένδικο έγκλημα από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή από απειλή κατά της ζωής του που δέχθηκε από τον παθόντα, της ειλικρινούς αυτού μεταμελείας και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο...". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή ισόβιας κάθειρξης . Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, παρά τα αντιθέτως από τον αναιρεσείοντα υποστηριζόμενα, εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 Π.Κ. την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται στην απόφαση ο ανθρωποκτόνος σκοπός του αναιρεσείοντος, που προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο έδρασε και τα μέσα τα οποία χρησιμοποίησε για να πλήξει το θύμα σε καίριο σημείο του σώματός της. Περαιτέρω, το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην περί της ενοχής του κατηγορουμένου ουσιαστική κρίση του, έλαβε υπόψη του όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, καθώς και την προανακριτική κατάθεση του αλλοδαπού Ζ1 , το γεγονός δε ότι εξαίρει την κατάθεση του τελευταίου, παραθέτοντας αποσπάσματα από την προανακριτική κατάθεσή του, οφείλεται στο ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ο μόνος αυτόπτης του συμβάντος, γίνεται δε ειδική αναφορά στην κατάθεσή του για την ανάγκη πληρέστερης αιτιολόγησης της αποφάσεως, χωρίς από αυτό να συνάγεται ότι αγνοήθηκαν οι καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων ή τα έγγραφα που περιέχονται στον αναφερόμενο στα πρακτικά πίνακα των αναγνωστέων εγγράφων. Επίσης, εκτίμησε, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, κατ' αρθρο 178 του ΚΠοινΔ, και τις α) από.... και .... δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστή .... που αφορούν το θύμα και τον κατηγορούμενο, αντίστοιχα, και β) τη με στοιχεία..... έκθεση εργαστηριακής εξέτασης που συντάχθηκε μετά από παραγγελία του ανακριτή. Η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη και τούτο διότι ναι μεν στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, δεν αναφέρονται τα ανωτέρω έγγραφα με τα πλήρη στοιχεία τους, πλην όμως, γίνεται ειδική μνεία για την ανάγνωση εκθέσεων, από δε την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι εκτός από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και εργαστηριακής εξετάσεως, στον πίνακα των αναγνωστέων εγγράφων περιλαμβάνονται και άλλες εκθέσεις ώστε να γεννάται αμφιβολία περί του ποια ή ποιες από αυτές έλαβα υπόψη του το δικαστήριο. Περαιτέρω, με πλήρη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους περί αμύνης και βρασμού ψυχικής ορμής ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Δέχθηκε, ειδικότερα, αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ότι δεν υπήρξε χρονική αμεσότητα της επίθεσης του θύματος και της εκδηλωθείσας ενεργείας του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, επέφερε τα θανατηφόρα πλήγματα μετά την λήξη της επίθεσης που δέχθηκε από το θύμα και κατά την απομάκρυνση αυτού από τον χώρο του διαπληκτισμού τους. Αναφορικά, εξάλλου, με τον δεύτερο ισχυρισμό, εκτίθενται στην απόφαση τα αποκλείοντα τα βρασμό ψυχικής ορμής περιστατικά, ως είναι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η μεθοδικότητα ενεργείας του δράστη, η εντύπωση που έδωσε στο θύμα ότι το μεταξύ τους επεισόδιο είχε λήξει, η επιλογή του μέσου με το οποίο έπληξε τον παθόντα και η ψυχραιμία την οποία επέδειξε κατά την τέλεση του εγκλήματος και την εν συνεχεία διαφυγή του με αυτοκίνητο από τον τόπο του συμβάντος. Η θέση και αιτίαση του κατηγορουμένου ότι στην προσβολή του θύματος η δική του αντιπροσβολή ήταν άμεση και σε χρονική συνέχεια, πλήττει την περί τα πράγματα διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και εκ του λόγου αυτού είναι απαράδεκτη. Η παραδοχή της αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στο θύμα " πιθανότατα " εκ των όπισθεν δεν είναι ενδοιαστική και δεν τελεί σε αντίφαση με τα αναφερόμενα στο διατακτικό όπου οι προκληθείσες σωματικές κακώσεις αυτού, από τις οποίες και επήλθε ο θάνατος, εντοπίζονται κυρίως στο εμπρόσθιο της κεφαλής του, αφού η αναφορά σε επίθεση από πίσω, γίνεται για να καταδειχθεί ο αιφνιδιασμός του θύματος και όχι για να υποδηλωθεί ότι τα πλήγματα καταφέρθηκαν εκ των όπισθεν. Συνεπώς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση που το δικαστήριο, παρά την αίτηση του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα δεν αναγνώσει στο ακροατήριο ένορκη κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία, όταν αυτός για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, αδυνατεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο, ενώ δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αναγνώσει τέτοια κατάθεση μάρτυρα είτε κατόπιν αιτήσεως ή και αυτεπαγγέλτως και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση αυτή. Αντίθετα, η ανάγνωση και η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί υπόψη στην προδικασία, αν έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ. 53/74) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/97) να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, εντεύθεν δε ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπιση των πρακτικών συνεδριάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο αποδεχόμενο αίτημα του πολιτικώς ενάγοντος ανέγνωσε και έλαβε υπόψη για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τις από 2-4-2000 και 5-4-2000 ένορκες καταθέσεις του αλλοδαπού μάρτυρα Ζ1 , προανακριτική και ανακριτική, αντίστοιχα. Για την ανάγνωση των καταθέσεων αυτών οι συνήγοροι του κατηγορουμένου παρατήρησαν ότι δεν επιτρέπεται η ανάγνωση εφόσον ο μάρτυρας δεν έχει κλητευθεί, τελικά, όμως, δήλωσαν ότι επαφίενται στην κρίση του δικαστηρίου. Με την τελευταία δήλωση που έχει την έννοια της μη σαφούς και ρητής εναντίωσης, εφόσον το δικαστήριο προέβη, μετά ταύτα, στην ανάγνωση των καταθέσεων του μάρτυρα αυτού, δεν παρήχθη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και, επομένως, ο συναφής λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ.- Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο συνήγοροι του κατηγορουμένου, ανέπτυξαν προφορικά και εγγράφως διετύπωσαν αίτημα αναγνωρίσεως σ' αυτόν όλων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ. Το αίτημα του κατηγορουμένου απορρίφθηκε από το δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, με την παρακάτω αιτιολογία: " Περαιτέρω, με βάση τα ίδια ως άνω στοιχεία, κρίνονται ουσιαστικώς αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου (και τα αντίστοιχα αιτήματα αυτού) για αναγνώριση υπέρ αυτού ελαφρυντικών περιστάσεων και δη εκείνων του προτέρου εντίμου βίου, του ότι αυτός ωθήθηκε στο ένδικο έγκλημα από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή απειλή κατά της ζωής του που δέχθηκε από τον παθόντα, της ειλικρινούς αυτού μεταμέλειας και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο ". Η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως για την απόρριψη του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου το οποίο, από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως, είναι το μόνο το οποίο προβλήθηκε σαφώς και ορισμένα με την επίκληση επαρκών πραγματικών περιστατικών, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ με τον οποίο αποδίδεται και κατά τούτο στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την περί της ποινής διάταξη αυτής, και κατά τούτο και μόνον παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 23, 24, 63-66/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και μόνον κατά την περί ποινής διάταξη αυτής. Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ