ΑΡΙΘΜΟΣ 1106/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ζήση Βασιλόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1645/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1627/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 23/5-1-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ. Π.Δ., την υπ'αριθμ 97/5-9-2006 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ......, κατά του υπ'αριθμ. 1645/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 2583/2004 βούλευμα του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον κατηγορούμενο ..... , για να δικαστεί για το κακούργημα της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση, με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστού ξένης περιουσίας, πράξη που φέρεται να τελέσθηκε σε βάρος των Κ1 και Κ2. Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα, ενώ παράλληλα συμπληρώθηκε και αναδιατυπώθηκε η κατηγορία . ως προς τον χρόνο τέλεσης και την κατά συρροή τέλεση και την απάληψη της ιδιότητας του διαχειριστή ξένης περιουσίας (βλ. εφετειακό βούλευμα). Το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στην κατηγορούμενο στις 28-7-2006 (βλ αποδεικτικό επιδόσεως). Στις 5-9-2006 εμφανίσθηκε στην αρμόδια γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος ..... και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 1645/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η 97/5-9-2006 έκθεση στην οποία αναφέρονται ως λόγοι αναιρέσεως: α) η απόλυτη ακυρότητα, β) η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και γ) η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα (άρθρο 484 παρ. 1 α, β και γ ΚΠΔ) . Η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως, από διάδικο που είχε το δικαίωμα αυτό, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται για κακούργημα. (άρθρα 462, 463, 473, 474 και 482 ΚΠΔ). Ι. Επειδή στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει η από τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται ν'αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ'αυτό και να προσδιορίζονται σι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. (σε Συμβ) 1303/2002, Π Χ Ν Γ, 496, Α Π (σε Συμβ.) 1425/2002, Π. Χ. ΝΓ, 510). Περαιτέρω, στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Α.Π. (σε Συμβ) 2271/2002, Π.Χ ΝΓ, 803). ΙΙΙ. Επειδή το έγκλημα της υπεξαίρεσης προβλέπεται από το άρθρο 375 του Π Κ., σύμφωνα με το οποίο "1 Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. ('Οπως προστέθηκε το τελευτ. εδ. με το άρθρο 14 παρ. 3α ° του ν 2721/1999) 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγο ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση (Όπως αντικαταστάθηκε η παρ. 2 από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν 2408/1996 και προστέθηκε το τελευτ. εδ. με το άρθρο 14 παρ. 3 β του ν.2721/1999)". ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, από το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτει ότι το συμβούλιο Εφετών Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται ειδικώς και συγκεκριμένως, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα, κατά λέξη: Ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" και νόμιμος εκπρόσωπός της. Η εταιρεία αυτή είχε ως αντικείμενο τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Οι εγκαλούντες την εποχή εκείνη με τη μεσολάβηση του κοινού τους φίλου .... συναντήθηκαν , κατά μήνα Απρίλιο 1996. με τον κατηγορούμενο, προκειμένου, ενόψει της ιδιότητας του. να τους προτείνει την πλέον συμφέρουσα λύση για την επένδυση των χρηματικών ποσών, που διέθεταν εκείνη την εποχή. Εκείνος, μετά από συζητήσεις, τους πρότεινε να προβούν στην αγορά από την εταιρεία του εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας με καθορισμένη, κατά τη λήξη τους, τιμή επαναγοράς από την ίδια την εταιρεία και με απόδοση γύρω στο 28% ετησίως και τους δήλωσε ότι αυτός μπορούσε να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες προς τούτο για τη διευκόλυνση τους. Μετά από αυτό οι εγκαλούντες στις 30-4-1999 έδωσαν στον κατηγορούμενο την εντολή να προβεί αυτός μέσω της εταιρείας του στην αγορά εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας στο όνομα και για λογαριασμό τους και να παραμείνουν οι τίτλοι προς φύλαξη στην εταιρεία μέχρι της επαναγοράς του. Στα πλαίσια δε της εντολής αυτής και σε εκτέλεση της οι εγκαλούντες κατέβαλαν και ο κατηγορούμενος παρέλαβε την ίδια ημέρα (30-4-1996) το ποσό των 9.000.000 δραχμών από τον Κ1 και το ποσό των 10.000.000 δραχμών από το Κ2. Συγχρόνως δε ο κατηγορούμενος εξέδωσε δύο αποδείξεις με την υπογραφή του κάτω από την επωνυμία της εταιρείας, τις οποίες παρέδωσε σε καθένα από τους εγκαλούντες αντιστοίχως και στις οποίες αναγραφόταν ότι καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά για την αγορά εντόκων γραμματίων ονομαστικής αξίας 9.000.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών αντιστοίχως, διαρκείας τριών μηνών με ημερομηνία λήξεως στις 30-7-1996, ότι η τιμή επαναγοράς ορίσθηκε στο ποσό των 9.645.000 δραχμών και 10.700.000 δρχ. αντιστοίχως και ότι οι τίτλοι θα παραμείνουν στην εταιρεία προς φύλαξη. Ο κατηγορούμενος όμως, μετά την ανάληψη στην κατοχή του των παραπάνω ποσών, αντί να τα καταθέσει στο ταμείο της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας, προκειμένου αυτά να διατεθούν για την αγορά των εντόκων γραμματίων .σύμφωνα με την εντολή των εγκαλούντων, τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Οι εγκαλούντες, κατά την ημερομηνία λήξεως των εντόκων γραμματίων, επικοινώνησαν μαζί του για να του υπενθυμίσουν να φροντίσει για την επαναφορά τους από την εταιρεία και την απόδοση του κεφαλαίου τους και της αποδόσεως τους, κατά τα συμφωνηθέντα. Τότε όμως αυτός αρνήθηκε να τους αποδώσει τα παραπάνω ποσά και τους δήλωσε ότι δεν είχε προβεί στην εκτέλεση της εντολής, ότι χρησιμοποίησε τα ποσά αυτά για λογαριασμό του και ότι θα τους τα επέστρεφε μελλοντικά. Το καθένα από τα παραπάνω ποσά ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και οι εγκαλούντες τα είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν ως εντολοδόχο τους και όχι ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι αυτός, κατά την εκτέλεση της εντολής των εγκαλούντων, είχε τη διακριτική ευχέρεια να ενεργεί νομικές διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεώς τους και αναλήψεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη του. Ο κατηγορούμενος δε εκδήλωσε και εξωτερίκευσε την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί τα παραπάνω ποσά στις 30-7-1996, όταν οι εγκαλούντες του ζήτησαν να τους επιστρέψει αυτά και αρνήθηκε, οπότε τότε θεωρείται τετελεσμένη η υπεξαίρεση των ποσών αυτών υπ' αυτού. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, προέκυψαν σε βάρος του κατηγορουμένου σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την τέλεση κατά συρροή, στις 30-7-1996 της κακουργηματικής πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ΄ αυτόν με την ιδιότητα του εντολοδόχου που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,12,14,26 § 19, 27§1, 51, 52, 60, 61, 63, 79, 94 § 1, 375 § 2α -1α ΠΚ. Το πρωτοβάθμιο συμβούλιο, που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει η έφεση του κατηγορουμένου, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν. Ωστόσο, το Συμβούλιο ενόψει και των γενομένων δεκτών ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως της υπεξαιρέσεως και τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό αυτής ως τελεσθείσας κατά συρροή και από εντολοδόχο, πρέπει να προχωρήσει αυτεπαγγέλτως στη συμπλήρωση και την επαναδιατύπωση του διατακτικού της πράξεως για την οποία παραπέμπεται ο ανωτέρω κατηγορούμενος, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, το προσβαλλόμενο βούλευμα. V. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο 1645/2005 βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση κατά την ανέλεγκτη κρίση του και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κατά συρροή κακουργηματικής υπεξαίρεσης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ., όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο. Σε σχέση εξ΄άλλου με τους λόγους αναίρεσης πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτοί είναι αβάσιμοι. Ο μεν περί απολύτου ακυρότητας γιατί δεν επήλθε ακυρότητα εκ του ότι ενώ είχε ασκηθεί δίωξη αρχικώς κατά του κατηγορουμένου για κακουργηματική απάτη, αυτός παραπέμπεται για κακουργηματική υπεξαίρεση, αφού το Συμβούλιο Εφετών οφείλει να ερευνήσει τα κεφάλαια του πρωτόδικου βουλεύματος και ακόμα, να προσδώσει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη πράξη και να προβεί στον ακριβέστερο προσδιορισμό και σαφέστερο προσδιορισμό των στοιχείων της, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (βλ. Λ. Καράμπελα: Η μεταβολή και αναθεώρηση της ποινικής κατηγορίας, παρ. 38, σελ. 91). Στα πλαίσια άλλωστε αυτής της υποχρέωσης το Συμβούλιο, το μεν προσδιόρισε τον ορθό χρόνο τελέσεως της πράξης και πρόσθεσε το στοιχείο της "κατά συρροή" τέλεσης, αφού η πράξη είχε τελεσθεί κατά δύο διαφορετικών προσώπων και έκρινε ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ιδιότητα του "διαχειριστή ξένης περιουσίας", αλλά μόνον του εντολοδόχου. Εξάλλου τα αντικειμενικά συστατικά της πράξης που αρχικώς, κατά την ποινική δίωξη, χαρακτηρίσθηκαν ως κακουργηματική απάτη σε βάρος των δύο παθόντων, δεν διαφέρουν από εκείνα για τα οποία παραπέμφθηκε τελικά για κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος των ίδιων παθόντων. Αβάσιμος επίσης είναι ο λόγος αναίρεσης της εκ πλαγίου παράβασης του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ., λόγω ασαφείας ως προς την ιδιότητά με την οποία έλαβε στην κατοχή του τα χρηματικά ποσά, που τελικώς ιδιοποιήθηκε ο αναιρεσείων, αφού το βούλευμα, σαφώς δέχεται ότι τα χρήματα δόθηκαν σ΄αυτόν με την πεποίθηση των παθόντων ότι δίδονται στον Πρόεδρο της παραπάνω εταιρείας, με την εντολή να μεριμνήσει για την αγορά των εντόκων γραμματίων, γι΄αυτό δε τον λόγον και δεν ήταν αναγκαία ειδική αιτιολογία σχετικά με την "εμπίστευση" των χρημάτων αυτών στον κατηγορούμενο, αφού οι παθόντες παρέδωσαν σ΄αυτόν τα χρήματα για τον παραπάνω σκοπό και λόγω της παραπάνω ιδιότητας, ανεξαρτήτως του αν αυτός δεν εκτέλεσε την εντολή για την αγορά των γραμματίων και ιδιοποιήθηκε παρανόμως τα χρήματα. Κατά συνέπεια όλοι οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ενώ στον αναιρεσείοντα πρέπει να επιβληθούν και τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω Ι Να απορριφθεί η 97/5-9-2006 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο ....., κατά του 1645/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΙΙ. Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 4 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 του ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν.2408/96 "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που του έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η υπεξαίρεση έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπόμενου εγκλήματος της απάτης απαιτείται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς ν'απαιτείται η πραγματοποίησή του.β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε ο απατώμενος ή τρίτος και προέβη σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, Κατά την παρ.3 εδ.α' του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών. Από το άρθρο 319 παρ.3 και 4 ΚΠΔ προκύπτει ότι το συμβούλιο εφετών αλλά και αυτό των πλημμελειοδικών έχει εξουσία να προβεί στον ορθό χαρακτηρισμό της πράξης με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και, χωρίς με τον χαρακτηρισμό αυτό να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας κατά την ασκηθείσα ποινική δίωξη. 'Ετσι δεν αποκλείεται, καίτοι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη να υπάρξει παραπομπή για υπεξαίρεση εφόσον τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν τη μεταβολή της κατηγορίας. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο βούλευμα, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και στο μεν παραπεμπτικό βούλευμα θεμελιώνουν, στο δε απαλλακτικό βούλευμα αποκλείουν τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία έχουν συναχθεί αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κρίθηκε ότι υπάρχουν ή ότι δεν υπάρχουν, αντίστοιχα, αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε κατ΄αυτού ποινική δίωξη. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠΔ συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, εναντίον του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική απάτη. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 2583/2004 βούλευμά του μετέτρεψε την κατηγορία και παρέπεπμψε τον αναιρεσείοντα στο αρμόδιο Δικαστήριο για να δικαστεί για κακουργηματική υπεξαίρεση. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του επικύρωσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών, συμπληρώνοντας και επαναδιατυπώνοντας το διατακτικό του. 'Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ειδικώς προσδιορίζει και μνημονεύει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από την απολογία και τα υπομνήματα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων ήταν πρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" και νόμιμος εκπρόσωπός της. Η εταιρία αυτή είχε ως αντικείμενο τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Οι εγκαλούντες την εποχή εκείνη, με τη μεσολάβηση του κοινού τους φίλου ....., συναντήθηκαν κατά μήνα Απρίλιο 1996 με τον αναιρεσείοντα, προκειμένου ενόψει της ιδιότητάς του, να τους προτείνει την πλέον συμφέρουσα λύση για την επένδυση ποσών, που διέθεταν εκείνη την εποχή. Εκείνος, μετά από συζητήσεις, τους προέτεινε να προβούν στην αγορά από την εταιρία των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας με καθορισμένη κατά τη λήξη τους, τιμή επαναγοράς από την ίδια εταιρία και με απόδοση γύρω στο 28% ετησίως και τους δήλωσε ότι αυτός μπορούσε να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες προς τούτο, για τη διευκόλυνσή τους. Μετά από αυτό οι εγκαλούντες στις 30-4-1996 έδωσαν στον κατηγορούμενο την εντολή να προβεί αυτός, μέσω της εταιρείας του, στην αγορά εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας στο όνομα και για λογαριασμό τους και να παραμείνουν οι τίτλοι προς φύλαξη στην εταιρία μέχρι της επαναγοράς τους. Στα πλαίσια δε της εντολής αυτής και σε εκτέλεσή της οι εγκαλούντες κατέβαλαν και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παρέλαβε την ίδια ημέρα (30-4-1996) το ποσό των 9.000.000 δραχμών από τον Κ1 και το ποσό των 10.000.000 δραχμών από το Κ2. Συγχρόνως ο αναιρεσείων εξέδωσε δύο αποδείξεις με την υπογραφή του κάτω από την επωνυμία της εταιρίας τις οποίες παρέδωσε σε καθένα από τους εγκαλούντες αντιστοίχως και στις οποίες αναγραφόταν ότι καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά για την αγορά έντοκων γραμματίων ονομαστικής αξίας 9.000.000 και 10.000.000 δραχμών, αντιστοίχως, διαρκείας τριών μηνών με ημερομηνία λήξης στις 30-7-1996, ότι η τιμή επαναγοράς ορίστηκε στο ποσό 9.645.000 και 10.700.000 δραχμών αντιστοίχως και ότι οι τίτλοι θα παραμείνουν στην εταιρία προς φύλαξη. Ο αναιρεσείων όμως, μετά την ανάληψη στην κατοχή του των παραπάνω ποσών, αντί να τα καταθέσει στο ταμείο της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, προκειμένου αυτά να διατεθούν για την αγορά των έντοκων γραμματίων, σύμφωνα με την εντολή των εγκαλούντων, τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Οι εγκαλούντες, κατά την ημερομηνία λήξης των εντόκων γραμματίων, επικοινώνησα μαζί του για να του υπενθυμίσουν να φροντίσει για την επαναφορά τους από την εταιρία και την απόδοση του κεφαλαίου τους καθώς και της απόδοσή τους, κατά τα συμφωνηθέντα. Τότε όμως αυτός αρνήθηκε να τους αποδώσει τα παραπάνω ποσά και τους δήλωσε ότι δεν έχει προβεί στην εκτέλεση της εντολής, ότι χρησιμοποίησε τα ποσά αυτά για λογαριασμό του και ότι θα τους τα επέστρεφε μελλοντικά. Το καθένα από τα ανωτέρω ποσά ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και οι εγκαλούντες τα είχαν εμπιστευθεί στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ως εντολοδόχο τους και όχι ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι αυτός κατά την εκτέλεση της εντολής των εγκαλούντων, είχε την διακριτική ευχέρεια να ενεργεί νομικές διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσής τους και ανάληψης πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη του. Ο αναιρεσείων εκδήλωσε και εξωτερίκευσε την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί τα παραπάνω ποσά στις 30-7-1996,όταν οι εγκαλούντες του ζήτησαν να τους επιστρέψει αυτά και αρνήθηκε, οπότε τότε θεωρείται τετελεσμένη η υπεξαίρεση των χρηματικών αυτών ποσών υπ'αυτού. Με βάση αυτές τις παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο για να διαστεί για την πράξη της υπεξαίρεσης, αντικειμένων ιδιαίτερης μεγάλης αξίας κατά συρροήν, τα οποία (αντικείμενα) είχαν περιέλθει στην κατοχή του με την ιδιότητα του εντολοδόχου, μεταβάλλοντας την απαγγελθείσα για κακουργηματική απάτη κατηγορία. Κρίνοντας έτσι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δεν παραβίασε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 375 παρ.1 και 2 του ΠΔ και διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Γιαυτό πρέπει ο δεύτερος λόγος της αίτησης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' και δ' ΚΠΔ ν'απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή με τον πρώτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα την πλημμέλεια από το άρθρο 484 παρ.1 περ.α' ΚΠΔ, διότι, κατά παράβαση του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ και του άρθρου 6 παρ.1 και 3α της ΕΣΔΑ, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για εντελώς διαφορετική πράξη από αυτή, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και συγκεκριμένα αντί για την κακουργηματική απάτη για την οποία διώχθηκε παραπέμφθηκε, ύστερα από μεταβολή της κατηγορίας, για κακουργηματική υπεξαίρεση, για την οποία όμως δεν του δόθηκε η δυνατότητα ν'απολογηθεί. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, α) σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο τέλος της πιο πάνω μείζονος σκέψης, το συμβούλιο Εφετών κατά το άρθρο 319 παρ.3 και 4 του ΚΠΔ, έχει δικαίωμα και υποχρέωση να δώσει στην πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον δεν μεταβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά και β) ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν στερήθηκε τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι η πράξη για την οποία απολογήθηκε είναι η ίδια με αυτή, για την οποία παραπέμπεται με τη διαφορά ότι χαρακτηρίστηκε από το Συμβούλιο ως υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Με βάση όλα τα όσα πιο πάνω αναφέρονται η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-9-2006 αίτηση του ...... για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1645/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ