Αριθμός 30/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 149/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με κατηγορούμενο τον ..... . Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 26/11 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση αναιρέσεώς του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1470/2006. ΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό πρωτ. 459/18-10-2006 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 26/06 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 149/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, το οποίο παραπέμπει τον κατηγορούμενο ....., στο Τριμελές Εφετείο Θράκης για παράβαση καθήκοντος [άρθρο 259 ΠΚ], και προτείνω να γίνει τυπικά παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω αίτηση, στο περιεχόμενο της οποίας εξ ολοκλήρου αναφέρομαι. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ: Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 26/06 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 149/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Β-Να αναιρεθεί το προσβαλλομενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, Και Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Θράκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρ. 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρ. 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρ. 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργειας ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση πρακτικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρ. 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρ. 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρ. 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος πρόσφορη να οδηγήσει στη πραγμάτωσή του και το οποίο ως εκ τούτου θίγει την υπηρεσιακή χρηστότητα και καθαρότητα έστω και αν καθ' εαυτό δεν θεωρείται παράνομο. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν ή δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση ή μη του εγκλήματος και την παραπομπή ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000 ΠΧ ΜΔ΄ 167, ΜΖ' 379, ΝΑ' 55). Εσφαλμένη ερμηνεία δε ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Περαιτέρω στο άρθρο 187 παρ. 1 και 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 410/1995), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 του Ν. 3274/2004 (ΦΕΚ Α 195/19-10-2004) ορίζονταν τα εξής: "Οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και οι δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμά τους: α).....β).....και γ) αν καταδικασθούν, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι σε κακούργημα ή στα πλημμελήματα της παραχάραξης, της κιβδηλείας, της πλαστογραφίας, της ψευδούς βεβαίωσης, της δωροδοκίας, της εκβίασης, της κλοπής, της υπεξαίρεσης, της απιστίας, της απάτης, της καταπίεσης, της αιμομιξίας, της μαστροπείας, της σωματεμπορίας, της παράβασης της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά ή για το λαθρεμπόριο, καθώς και της παράβασης καθήκοντος, εφόσον από την τελευταία προξενείται συγκεκριμένη οικονομική βλάβη στο δήμο, στην κοινότητα ή στα νομικά τους πρόσωπα. Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Γενικού γραμματέα της Περιφέρειας (& 1). Όταν γίνεται παραπομπή για κακούργημα, με αμετάκλητο βούλευμα ή με απευθείας κλήση, καθώς και όταν γίνεται παραπομπή για ένα πλημμέλημα, από αυτά που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, με αμετάκλητο βούλευμα, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας οφείλει να θέσει τον εγκαλούμενο σε κατάσταση αργίας, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου". Μετά δε την αντικατάσταση του άνω άρθρου με το άρθρο 27 του Ν. 3274/2004, ορίζεται ότι όταν γίνεται παραπομπή για κακούργημα με αμετάκλητο βούλευμα ή απευθείας κλήση, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας οφείλει να θέσει τον εγκαλούμενο σε κατάσταση αργίας, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, ενώ στο εδ. β' του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι, εάν εκδοθεί οριστική καταδικαστική απόφαση για τα πλημμελήματα της προηγούμενης παραγράφου, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας οφείλει να θέσει τον καταδικασθέντα σε κατάσταση αργίας, ώσπου να εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, οπότε και αίρεται αυτοδικαίως η αργία, η δε διοικητική ποινή θεωρείται ως μηδέποτε επιβληθείσα. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση καθώς και από την προανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά του Προέδρου της Κοινότητας ... Ξάνθης, ....., ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις, της πλαστογραφίας εγγράφου μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, της απάτης κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, κατόπιν σχετικής μηνύσεως του νυν μηνυτή ..... . Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 29/5-4-2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ξάνθης, δυνάμει του οποίου, ο ανωτέρω κατηγορούμενος Πρόεδρος της Κοινότητας, παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος μόνο της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, που διέπραξε, όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α και 263 ΠΚ, στα καθήκοντα της υπηρεσίας του οποίου ανάγεται η σύνταξη δημοσίων εγγράφων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία, βεβαίωσε σε τέσσερις εξουσιοδοτήσεις, που δεν έφεραν ημεροχρονολογία, στις οποίες αναγραφόταν τα στοιχεία ταυτότητας των δικαιούχων των επιδοτήσεων για τις θηλάζουσες αγελάδες, των αναφερόμενων στο ως άνω βούλευμα προσώπων και ότι οι υπογραφές που υπήρχαν στη θέση "ο εξουσιοδοτών" ήταν γνήσιες των εν λόγω προσώπων, παρόλο που γνώριζε ότι είχαν προαποβιώσει και με την ενέργειά του αυτή προσέβλεπε στο γεγονός να δοθεί η δυνατότητα στους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, να εισπράξουν τα σχετικά χρηματικά ποσά των επιδοτήσεων, όπως και έγινε. Δυνάμει δε της υπ' αριθμ. 840/28-5-2002 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, ο ανωτέρω κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος της ως άνω πράξεως και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών. Κατά της αποφάσεως, άσκησε ο τελευταίος έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 941/9-7-2004 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, δυνάμει της οποίας μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, κηρύχθηκε ένοχος ο ως άνω κατηγορούμενος Πρόεδρος της κοινότητας ... Ξάνθης, για την προαναφερόμενη αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ενώ διατάχθηκε η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για μία τριετία. Κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκε από τον ανωτέρω καταδικασθέντα, η από 16-9-2004 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ήδη εκκρεμεί. Είναι προφανές λοιπόν ότι εν προκειμένω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εκδόσεως της διαπιστωτικής πράξης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, περί θέσεως σε κατάσταση αργίας του καταδικασθέντος Προέδρου Κοινότητας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 187 παρ. 1 και 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 410/1995), όπως ίσχυε τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 του Ν. 3274/2004, δοθέντος ότι, το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, που διέπραξε ο τελευταίος, όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, συμπεριλαμβάνεται, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, στα αναφερόμενα στο ως άνω άρθρο, πλημμελήματα, και από το 2001, υπήρχε αμετάκλητη παραπομπή του, με το ανωτέρω παραπεμπτικό βούλευμα, ενώ επακολούθησε η οριστική κατά το έτος 2002 και η τελεσίδικη κατά τον Ιούλιο του έτους 2004 καταδίκη του, με τις προεκτεθείσες αποφάσεις, υπ' αριθμ. 840/28-5-2002 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, και υπ' αριθμ. 941/9-7-2004 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, αντίστοιχα. Ως αποδείχθηκε όμως, από τον Απρίλιο του έτους 2001, (που εκδόθηκε το αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα), έως τον Οκτώβριο του έτους 2004, δεν κινήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 187 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, διαδικασία περί θέσεως σε κατάσταση αργίας του καταδικασθέντος Προέδρου Κοινότητας, ο οποίος εξακολουθούσε να ασκεί τα σχετικά καθήκοντά του. Ενόψει τούτου, ο προαναφερόμενος μηνυτής ....., που ήταν Πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού της Κοινότητας ... Ν. Ξάνθης, με την από 18-10-2004 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, την οποία κοινοποίησε προς την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης που εδρεύει στην Κομοτηνή εκπροσωπούμενη από τον Γενικό γραμματέα, παραθέτοντας όλα τα ως άνω γεγονότα που αφορούσαν την αμετάκλητη παραπομπή και τελικά την τελεσίδικη καταδίκη του ως άνω Προέδρου Κοινότητας και επικαλούμενος την ως άνω διάταξη του άρθρου 187 του Δημοτικού και Κοινοτικού κώδικα, διαμαρτυρόταν για την άρνηση και την επί τρία έτη ολιγωρία της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή και να θέσει σε κατάσταση αργίας τον καταδικασθέντα Πρόεδρο της Κοινότητας και ζητούσε εντός τριών ημερών από την επίδοση της εξωδίκου, να γίνουν οι προβλεπόμενες από την ως άνω διάταξη ενέργειες. Σημειωτέον ότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της ως άνω εξωδίκου, προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι, γίνεται μνεία και σχετικού εγγράφου με αριθ. πρωτ. 621/3-7-2001, με το οποίο η Εισαγγελία Ξάνθης γνωστοποίησε στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, την έκδοση του αμετακλήτου παραπεμπτικού βουλεύματος. Η ανωτέρω εξώδικη δήλωση-πρόσκληση κοινοποιήθηκε στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, στις 20-10-2004, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό 1319/20-10-2004 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης. Ο κατηγορούμενος που εκτελούσε καθήκοντα Γενικού γραμματέα στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, από τον Απρίλιο του 2004, ήτοι πριν από την τελεσίδικη καταδίκη του ανωτέρω Προέδρου Κοινότητας, έλαβε γνώση του περιεχομένου της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης, με την ως άνω κοινοποίηση αυτής, ήτοι στις 20-10-2004. Και ενώ στα καθήκοντά του υπαγόταν εκτός των άλλων και η εποπτεία και ο έλεγχος των ΟΤΑ, ο κατηγορούμενος, καίτοι ενημερώθηκε με τον ως άνω τρόπο για το ως άνω γεγονός και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ήταν ο μοναδικός καθ' ύλην αρμόδιος να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, δεν προέβη αμέσως όπως όφειλε, στην έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξεως περί θέσεως σε κατάσταση αργίας του ως άνω ήδη τελεσιδίκως καταδικασθέντος, παρόλο που ήταν πρόδηλη η συνδρομή όλων των προβλεπομένων από το άρθρο 187 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, προϋποθέσεων. Αντί λοιπόν ο κατηγορούμενος, ως υπάλληλος στον οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση των ως άνω καθηκόντων, να θέσει με απόφασή του σε κατάσταση αργίας τον ως άνω Πρόεδρο, για χάριν του δημοσίου συμφέροντος και διαφύλαξη του αδιάβλητου της λειτουργίας της Κοινότητας ..., στις 27-102004, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 52 ΕΜΠ/27-10-2004 έγγραφο του, με θέμα "Θέση σε αργία Προέδρου της Κοινότητας ...", απηύθυνε ερώτημα προς τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Από το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος, έθετε ερωτήματα προς το Υπουργείο και ζητούσε απαντήσεις επί κρισίμων για την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης, θεμάτων, ήτοι α) αν η ως άνω διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 410/87, περί θέσεως σε αργία Προέδρου Κοινότητας, δύναται να εφαρμοσθεί και στην προκειμένη περίπτωση που δεν υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη ενόψει της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και β) αν εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη στην προκειμένη περίπτωση που υπάρχει αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Στην ως άνω ενέργεια προέβη ο κατηγορούμενος, ασκώντας τα καθήκοντα του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, παρόλο που, η προαναφερόμενη διάταξη, ρητώς ορίζει την υποχρέωση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας να θέσει σε κατάσταση αργίας τον καταδικασθέντα, ώσπου να εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, χωρίς (η εν λόγω διάταξη) να παρουσιάζει ασάφειες, κενά ή αμφίβολα σημεία, ώστε να χρήζει για την εφαρμογή της, στην ως άνω περίπτωση του τελεσιδίκως καταδικασθέντα Προέδρου της Κοινότητας ..., οποιασδήποτε ερμηνείας. Εξάλλου, η γνώση, η κατανόηση και η ερμηνεία των νόμων, υπάγεται στο γνωστικό πεδίο του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι δικηγόρος και οι απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα που έθεσε, μέσω του ως άνω Υπουργείου, στους νομικούς συμβούλους του Κράτους, όχι μόνο δεν παρουσιάζουν οιουδήποτε βαθμού δυσχέρεια, αλλά και για τον μη έχοντα ειδικές νομικές γνώσεις, βρίσκουν την πλήρη απάντησή των στο ίδιο γράμμα της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 187 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 27 του Ν. 3274/2004. Εν πάση όμως περιπτώσει, από το γραφείο του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, κοινοποιήθηκε στις 16-11-2004 στον ίδιο τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του Γενικού Γραμματέα, το υπ' αριθμ. 3724/Φ.ΕΡΩΤ 111/1-11-2004 έγγραφο, στο οποίο διαλαμβάνεται η απάντηση στα ως άνω ερωτήματα. Από την επισκόπηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι, γίνεται σ' αυτό αναλυτική αναφορά της ως άνω διατάξεως του άρθρου 187 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 27 του Ν. 3274/2004, επισημαίνεται δε ρητά ο δικαιολογητικός λόγος θέσπισης αυτής της διατάξεως και της επιβολής του διοικητικού μέτρου της θέσεως σε κατάσταση αργίας, που είναι η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο επιβάλλει, όπως οι υπό κατηγορία τελούντες αιρετοί άρχοντες να απομακρύνονται προσωρινώς της ενεργού ασκήσεως των καθηκόντων τους, ώστε να διασφαλίζεται το αδιάβλητο των ενεργειών της Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής. Με το εν λόγω έγγραφο και μετά από την διαλαμβανόμενη σ' αυτό ανάλυση και των διατάξεων του άρθρου 102 του Συντάγματος του άρθρου 102 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα και του άρθρου 471 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δίδεται σαφής, ρητή και κατηγορηματική απάντηση επί των ως άνω τεθέντων ερωτήσεων και δη ότι, για τη θέση σε κατάσταση αργίας του ως άνω Προέδρου Κοινότητας, αρκεί η ύπαρξη της ως άνω οριστικής καταδικαστικής απόφασης του Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και ότι εν προκειμένω συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαπιστωτικής πράξεως, περί θέσεως σε κατάσταση αργίας του Προέδρου της Κοινότητας ..., σύμφωνα με το άρθρο 187 παρ. 2β του ΔΚΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 3274/2004. Μετά τη λήψη της ως άνω απαντήσεως, ήτοι μετά την 16-11-2004, η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Διοίκησης Ν. Ξάνθης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, ως ρητώς κατέθεσε στην από 7-4-2005 ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον του αρμοδίου Πταισματοδίκη, συνέταξε και συνυπέγραψε εντός του έτους 2004, την απόφαση θέσεως σε κατάσταση αργίας του ως άνω Προέδρου Κοινότητας και τη διαβίβασε μαζί με το σχετικό φάκελο στον κατηγορούμενο γενικό γραμματέα και από τότε (ήτοι το έτος 2004), η εν λόγω απόφαση βρισκόταν στον τελευταίο. Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο της από 24-3-2005 έγγραφης αναφοράς του προαναφερόμενου μηνυτή ....., κατά του κατηγορουμένου, που υπέβαλε την ίδια ως άνω ημερομηνία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης, και βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της (βλ. την από 24-3-2005 ένορκη εξέτασή του), επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ως Πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού της Κοινότητας ... Ν. Ξάνθης, εκθέτει σ' αυτήν ότι, από το Νοέμβριο του 2004 και εφεξής, δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου, όχλησε επανειλημμένως τον κατηγορούμενο, μέσω της γραμματέας του, για να προβεί στην έκδοση της επίδικης διαπιστωτικής πράξης, ζήτησε δε και συνάντηση μαζί του. Το αίτημά του για συνάντηση δεν ικανοποιήθηκε με επίκληση εκ μέρους του κατηγορουμένου φόρτου εργασίας, ενώ για την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε συνταχθεί αυτή από την προαναφερόμενη προϊσταμένη, η οποία όμως ερωτηθείσα, από τον ανωτέρω ενδιαφερόμενο, απάντησε ότι είχε συνταχθεί απ' αυτήν και ανέμενε την απόφαση του κατηγορουμένου. Επίσης στην ως άνω αναφορά εκτίθεται ότι, η ανωτέρω προϊσταμένη, στις επίμονες και συνεχείς οχλήσεις του για το χρόνο έκδοσης της απόφασης του κατηγορούμενου, μετέθετε συνεχώς τον χρόνο αυτής την επόμενη εβδομάδα. Με αφορμή την ανωτέρω αναφορά παραγγέλθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως προκειμένου να διερευνηθεί η τέλεση ή μη αξιοποίνων πράξεων από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την καταγγελλόμενη παράλειψή του προς εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 187 του Δ.Κ.Κ. Στα πλαίσια της εν λόγω προκαταρκτικής εξετάσεως μεταξύ των άλλων ανακριτικών πράξεων εξετάσθηκε στις 7-4-2005 ως μάρτυρας και η προαναφερόμενη προϊσταμένη, ....., η οποία έδωσε την ως άνω ένορκη κατάθεσή της. Προτού δε κληθεί και εξετασθεί ο ανωτέρω μηνυτής και πριν κληθεί προς απολογία ο κατηγορούμενος και υποβάλει το σχετικό απολογητικό του υπόμνημα (πράξεις που έλαβαν χώρα στις 7-9-2005), ο τελευταίος, γνωρίζοντας την ασκηθείσα προκαταρκτική εξέταση, προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 1836/13-6-2005 απόφασής του, με την οποία έθεσε σε προσωρινή αργία μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, τον ανωτέρω Πρόεδρο της κοινότητας ..., ..... . Στη συνέχεια, ο αρμόδιος Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ροδόπης, εκτιμώντας και το περιεχόμενο του από 7-9-2005 απολογητικού υπομνήματος του κατηγορουμένου, στο οποίο γινόταν επίκληση του φόρτου εργασίας του, ως δικαιολογητικού λόγου της ανωτέρω παραλείψεώς του, προέβη σε αρχειοθέτηση της ανωτέρω αναφοράς, κρίνοντας ότι δεν στηρίζεται στο νόμο και υπέβαλε την υπ' αριθμ. Α 2005/1329/3-10-2005 αναφορά του με τη συνημμένη δικογραφία, στην Εισαγγελία Εφετών Θράκης. Όμως, ο Αντεισαγγελέας Εφετών Θράκης κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ, με το υπ' αριθμ. 1059/10-10-2005 έγγραφό του, παράγγειλε την κίνηση ποινικής διώξεως για παράβαση καθήκοντος κατά του κατηγορουμένου και μετά το πέρας της διενεργούμενης προανακρίσεως εκδόθηκε το εκκαλούμενο παραπεμπτικό βούλευμα. Από τη συνεκτίμηση όλων των ως άνω πραγματικών περιστατικών, το Συμβούλιο αυτό, με βάση την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως κρίνει ότι, συντρέχουν οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη νομικές προϋποθέσεις κατάφασης του ως άνω εγκλήματος και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση υπό του κατηγορουμένου της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της νομοτυπικής μορφής του πλημμελήματος της παράβασης καθήκοντος, όπως εξάλλου όμοια έκρινε και το εκκαλούμενο βούλευμα. Τούτο διότι, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψαν όλα τα στοιχεία που στοιχειοθετούν το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος και δη α) ο κατηγορούμενος ως Γενικός γραμματέας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, κατέχει θέση υπαλλήλου με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13α ΠΚ β) παραλείποντας να προβεί στην έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης περί θέσεως σε κατάσταση αργίας του προαναφερόμενου Προέδρου της Κοινότητας ..., ο οποίος είχε τελεσιδίκως καταδικασθεί για την πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, παρέβη αντικειμενικά τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, καθόσον υπείχε νομική υπηρεσιακή υποχρέωση, απορρέουσα, όχι μόνο, από τα γενικά καθήκοντά του, στα οποία υπάγεται ο έλεγχος και η εποπτεία των εκπροσώπων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του πρώτου βαθμού που εδρεύουν στη περιφέρεια του, ώστε να συμμορφώνονται με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά, από την ρητή διάταξη του άρθρου 187 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 27 του Ν. 3274/2004, σύμφωνα με την οποία, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα, στη μείζονα σκέψη, όφειλε στην ως άνω περίπτωση να θέσει σε αργία το ως άνω αιρετό κοινοτικό όργανο. Έτσι η εκ μέρους του κατηγορούμενου ως Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, δηλαδή εκπροσώπου της Κυβέρνησης και υπεύθυνου για την άσκηση της Κυβερνητικής πολιτικής για θέματα που αφορούν την Περιφέρεια, μη έκδοση της επίδικης διαπιστωτικής πράξης περί θέσεως σε αργία του ανωτέρω αιρετού κοινοτάρχη, συνιστά ελεγχόμενη παράλειψη του, ως υπαλλήλου, στο πλαίσιο έκφρασης της πολιτειακής βούλησης και της άσκησης κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων, και όχι απλώς παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, γ) ενήργησε από πρόθεση, συνιστάμενη στην γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων, η οποία συνάγεται εκ του ότι, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος από 20-10-2004 είχε λάβει γνώση εγγράφως της τελεσίδικης καταδίκης του ως άνω Προέδρου της Κοινότητας, και γνώριζε την απορρέουσα από την ως άνω διάταξη του άρθρου 187 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ. υποχρέωσή του, να θέσει αμέσως τον καταδικασθέντα σε κατάταση αργίας προς προστασία των συμφερόντων της Κοινότητας, τη διασφάλιση του αδιάβλητου των ενεργειών των αιρετών αρχόντων και την εκτέλεση των καθηκόντων τους με χρηστότητα και καθαρότητα, έχοντας σκοπό να μη θέσει σε αργία τούτον και αποδεχόμενος την εκ τούτου παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, αφενός μεν, ενήργησε με τρόπο που δεν συνάδει στην ιδιότητά του, ως δικηγόρου, καθόσον, παρά τη σαφήνεια της ως άνω διατάξεως, ζήτησε από τον νομικό σύμβουλο του ανωτέρω Υπουργείου την ερμηνεία αυτής, αποσκοπώντας προφανώς, στην δημιουργία εντυπώσεων στον ως άνω καταγγέλοντα περί της προθέσεως του να προβεί στις νόμιμες ενέργειες προς εφυσηχασμό του τελευταίου, και αφετέρου δεν συμμορφώθηκε με την απάντηση που έλαβε στις 16-11-2004 από τον Νομικό Σύμβουλο του ως άνω Υπουργείου, και συνέχισε να μην υπογράφει την διαπιστωτική πράξη, παρόλο που αυτή συντάχθηκε και συνυπογράφηκε από την αρμόδια προϊσταμένη της εν λόγω υπηρεσίας, αδιαφορώντας και για τις εύλογες διαμαρτυρίες του καταγγέλοντα-μηνυτή. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, η εκ μέρους του καθυστέρηση της έκδοσης της επίδικης διαπιστωτικής πράξης, οφείλεται στον ιδιαίτερα μεγάλο φόρτο εργασίας που είχε από τον Δεκέμβριο του 2004 μέχρι και στις 30-5-2005, οπότε παρουσιάστηκαν σε ολόκληρη την περιφέρεια και ιδίως στην περιοχή της Θράκης πρωτοφανή πλημμυρικά φαινόμενα, με αποκορύφωση τις καταστροφικές πλημμύρες του Έβρου, και λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης αυτής και την πρόκληση εκτεταμένων ζημιών, βρισκόταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα μακριά από την Κομοτηνή που είναι η έδρα της Περιφέρειας, καθόσον έπρεπε να συντονίσει, στην αρχή το έργο της αποκατάστασης των ζημιών και στη συνέχεια τον προγραμματισμό και την εκτέλεση των αναγκαίων έργων, και μόλις επανήλθε στην κανονική διοικητική εργασία του εξέδωσε τη σχετική διαπιστωτική πράξη, κρίνεται από το Συμβούλιο τούτο μη πειστικός και ικανός να δικαιολογήσει την ελεγχόμενη παράβαση των καθηκόντων του και να καταλύσει την υπό κρίση κατηγορία, ενώ κρίνεται η περί αυτού κατάθεση των προτεινομένων υπ' αυτού μαρτύρων, μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Τούτο διότι, η ανωτέρω απασχόλησή του, η οποία αναμφιβόλως ήταν πραγματική, δεν τον εμπόδισε να υπογράψει την επίδικη διαπιστωτική πράξη, η οποία, μετά μάλιστα και την απάντηση του νομικού συμβούλου του Υπουργείου, δεν παρουσίαζε κανένα νομικό πρόβλημα και είχε ήδη το κείμενό της συνταχθεί και υπογραφεί από την αρμόδια προϊστάμενη, και η υπογραφή της, ενόψει και των συνεχών οχλήσεων του μηνυτή, απαιτούσε ελάχιστη υπηρεσιακή απασχόληση. Εξάλλου, η ουσιαστική παραδοχή του εν όγω ισχυρισμού αντίκειται στους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον θα πρέπει να γίνει ταυτοχρόνως αποδεκτό ότι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα των έξι περίπου μηνών (ήτοι από το Δεκέμβριο του 2004 έως Ιούνιο 2005), είχε παύσει οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα της Περιφέρειας αναγόμενη στα καθήκοντα του κατηγορουμένου και δεν εμφανίσθηκε αυτός στα γραφεία της στην Κομοτηνή, ούτε εξέδωσε οποιαδήποτε άλλη πράξη, ούτε έθεσε την υπογραφή του σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, πλην των αφορώντων τις πλημμύρες, γεγονός που εν προκειμένω αν συνέβαινε, θα κατέλυε την άσκηση της Κυβερνητικής πολιτικής για θέματα που αφορούν την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης και θα ανέστειλε τις αρμοδιότητές του να προϊσταται όλων των Υπηρεσιών της Περιφέρειας, τις οποίες κατευθύνει, συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει την δράση τους και των υπαλλήλων τους, γ) από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει αβιάστως, ο πρόδηλος σκοπός του κατηγορουμένου να προσπορισθεί ο καταδικασθείς Πρόεδρος της Κοινότητας των ..., παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην παραμονή στην εν λόγω θέση του και στην εκτέλεση των καθηκόντων του Προέδρου της Κοινότητας, γνωρίζοντας μάλιστα ότι η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ως άνω ωφέλεια. Τούτο διότι ως προέκυψε, όχι μόνο η βούληση του κατηγορουμένου κατέτεινε προς τον ως άνω σκοπό, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύχθηκε επί οκτώ μήνες, μπορούσε αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξη του ως άνω σκοπού, καθόσον είχε εκ του νόμου, αποκλειστική αρμοδιότητα για να θέσει σε αργία τον Κοινοτάρχη και η παράλειψη τούτου, αναποδράστως είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει στην θέση του ο τελευταίος προς βλάβη του δημοσίου συμφέροντος, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε την εν λόγω προσφορότητα της υπηρεσιακής του παράβασης. Συνακόλουθα τούτων, η ως άνω παράλειψη του κατηγορουμένου, να εκδώσει επί οκτώ μήνες περίπου, ήτοι από 20-10-2004 έως 12-6-2005, την επίδικη διαπιστωτική πράξη περί θέσεως σε κατάσταση αργίας του προαναφερόμενου Πρόεδρου Κοινότητας, την οποία τελικώς και μετά την κίνηση της προκαταρκτικής εξέτασης, εξέδωσε, οφείλεται σε εκ προθέσεως παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, τα οποία όμως έπρεπε να εκτελεί προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που τάχθηκε να εξυπηρετήσει με χρηστότητα και καθαρότητα και εν προκειμένω καταφάσκεται η συνδρομή της υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων της υπό κρίση εφέσεως του Εισαγγελέως Εφετών. Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ροδόπης, που με το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 39/2006 βούλευμά του, έκρινε όμοια και δη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις εις βάρος του κατηγορουμένου για να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας του ως δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (βλ. την από 24-2-2006 βεβαίωση του εν λόγω Συλλόγου) για να δικαστεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 259 του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 13α του ίδιου Κώδικα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτού, δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς μεταρρυθμιζομένης της Εισαγγελικής προτάσεως, πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης και η έφεση στο σύνολό της, και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στο κατηγορούμενο ως άνω αξιόποινη πράξη, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τούτου στο ακροατήριο καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 13α του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερείται τούτο από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών αναφέρει λεπτομερώς τον τρόπο που ο κατηγορούμενος ως Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης που κατέχει θέση υπαλλήλου με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13α ΠΚ παρέλειψε από πρόθεση να προβεί στην έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξεως περί θέσεως σε κατάσταση αργίας του προαναφερόμενου Προέδρου της Κοινότητας ..., ο οποίος είχε τελεσιδίκως καταδικασθεί για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, ως αυτός είχε ρητή υποχρέωση από την διάταξη του άρθρου 187 παρ. 2 του ΔΚΚ ως ισχύει κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τ' αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον πρώτο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο της αναίρεσης περί ασάφειας στις παραδοχές του βουλεύματος ως προς την καθύλην αρμοδιότητα τούτου και από πού πηγάζει η υποχρέωσή τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξ άλλου ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει στην αιτιολογία του βουλεύματος, αφού το Συμβούλιο Εφετών δέχεται σαφώς ότι ο φόρτος εργασίας του κατηγορουμένου δεν μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο και κατάλυση της άσκησης της Κυβερνητικής πολιτικής για θέματα που αφορούν την περιφέρειά του, ούτε τίθεται θέμα ιεράρχησης των εκκρεμουσών στην υπηρεσία θεμάτων, ούτε ότι υπήρχε κρίσιμο νομικό θέμα προς επίλυση ενόψει και της ιδιότητός του ως δικηγόρου και δεν στερείται αιτιολογίας το βούλευμα, εκ της μη παράθεσης του τρόπου που πληροφορήθηκε ο κατηγορούμενος τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ή τη σχέση αυτού με τον καταδικασθέντα πρόεδρο της Κοινότητας ... . Συνεπώς ο δεύτερος εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως καθό μέρος με τις επί μέρους αιτιάσεις υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθό δε μέρος με αυτόν πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Μετά ταύτα μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση η υπό κρίση αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του υπ' αριθμ. 149/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ