Αριθμός 1528/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό, για αναίρεση της με αριθμό 507/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 352/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα: α) 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατόν άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, β) 314 παρ. Ια ίδιου Κώδικα, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του αυτού Κώδικα από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση αφ΄ ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ΄ αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφ΄ ετέρου ότι αυτός μπορούσε, με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα των τελεσθέντων εγκλημάτων. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Όταν, όμως, τα πιο πάνω εγκλήματα, είναι απότοκα της συντρέχουσας αμέλειας περισσοτέρων του ενός προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται, ως προς την ευθύνη του, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα που επήλθε, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. ΙΔ΄ ΚΠΔ υπάρχει όταν περιέχονται σ΄ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ΄ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ΄ αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ΄ άρθρο 510 παρ. ΙΕ΄ ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για τη ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 507/2006 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ΄ είδος μνημονεύει, εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών εξ αμελείας και επέβαλε εις αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών ανασταλείσαν επί 3ετίαν, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 19-6-2000 και ώρα 14.50΄περίπου, ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) οδηγών το .....ΕΙΧ αυτοκίνητο στο 12,5 χιλιομετρικό σημείο της εθνικής οδού ....., με κατεύθυνση προς ...., έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 16 παρ. 4 ΚΟΚ, εισήλθε μ' αυτό και κατέλαβε τμήμα του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού, το οποίο προορίζονταν για την αντίθετη, ήτοι προς ...., κυκλοφορία. Ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ2), ο οποίος τη στιγμή εκείνη οδηγούσε στο προαναφερθέν χιλιομετρικό σημείο της ανωτέρω οδού τό .... ΕΙΧ αυτοκίνητο στο προς.... ρεύμα κυκλοφορίας της οδού αυτής, με κατεύθυνση προς ...., επειδή, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, βλέποντας το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου να εισέρχεται στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση των δυο οχημάτων, δεν μείωσε την μέχρι τότε ταχύτητα του, ούτε κινήθηκε προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του, αλλά εισήλθε στο αντίθετο, ήτοι προς ...., ρεύμα κυκλοφορίας, με συνέπεια τα δυο οχήματα να συγκρουσθούν μετωπικά εντός του ρεύματος αυτού, στο οποίο εν τω μεταξύ και παρά την ανωτέρω κίνηση του δευτέρου κατηγορουμένου, ο πρώτος κατηγορούμενος επανέφερε το όχημα του. Στο σημείο του ατυχήματος, η ανωτέρω οδός παρουσίαζε δεξιά, ως προς την κατεύθυνση του πρώτου κατηγορουμένου, στροφή, με ελαχίστη κατηφορική κλίση. Επί του οδοστρώματος της, συνολικού πλάτους επτά (7) μέτρων, υπήρχε κατά μήκος διαγράμμιση εκ δυο παραλλήλων συνεχών γραμμών, χωρίζουσα τούτο σε δυο τμήματα, καθένα των οποίων, πλάτους 3,50 μέτρων, προοριζόταν για την αντίθετη κατεύθυνση, με μια λωρίδα κυκλοφορίας. Πέραν του οδοστρώματος της οδού υπήρχαν, δεξιά ως προς την κατεύθυνση του δευτέρου κατηγορουμένου, κατηφορικό χωμάτινο έρεισμα και δεξιά ως προς την κατεύθυνση του πρώτου κατηγορουμένου χωμάτινο έρεισμα πλάτους 3,50 μέτρων. Η σύγκρουση των δυο οχημάτων έλαβε χώρα σε απόσταση 1,90 μέτρων από την ανωτέρω διαγράμμιση εντός του προς..... ρεύματος κυκλοφορίας. Μετά τη σύγκρουση, το όχημα του πρώτου κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς ....., με αντίθετη, όμως, κατεύθυνση, ήτοι προς ...., ενώ το όχημα του δευτέρου κατηγορουμένου εξήλθε του οδοστρώματος του προς.... ρεύματος κυκλοφορίας και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 7,90 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως, παραλλήλως προς τον άξονα του οδοστρώματος και με κατεύθυνση προς ..... Κατά το ανωτέρω ατύχημα τραυματίσθηκαν θανασίμως η επιβάτης, όπισθεν της θέσεως του συνοδηγού του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορουμένου, Ζ1, η οποία υπέστη, ειδικότερον, κάταγμα 1ης - 5ης πλευρών δεξιού ημιθωρακίου, κάταγμα 1ης -3ης πλευρών αριστερού ημιθωρακίου και βαριές κακώσεις θώρακος και κοιλίας και η συνοδηγός του αυτοκινήτου του δευτέρου κατηγορουμένου-σύζυγος αυτού Ζ4, η οποία υπέστη, πλην άλλων, βαριές κακώσεις κεφαλής, από τις οποίες σωματικές κακώσεις, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος των ανωτέρω. Επίσης, τραυματίσθηκαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι υπέστησαν ο πρώτος κάκωση δεξιάς πηχεοκαρπικής αρθρώσεως και ο δεύτερος θλαστικό τραύμα άνω βλεφάρου και λοξό κάταγμα άνω τριτημορίου διάφυσης περόνης, καθώς επίσης και ο συνοδηγός του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορουμένου Ζ2, ο οποίος υπέστη κάταγμα 9,10 και 11 δεξιών πλευρών, κάταγμα δεξιάς ωμοπλάτης, κάταγμα δεξιού μηριαίου, κάταγμα κάτω γνάθου, θλάση πνεύμονα και θλάση μυοκαρδίου, η επιβάτης, όπισθεν της θέσεως του οδηγού του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορουμένου-σύζυγος αυτού, ....., η οποία υπέστη κάταγμα άνω τριτημορίου, διάφυση ΑΡ. βραχιονίου, διατομή βραχιονίου αρτηρίας ΑΡ και υπεροκνδύλιο κάταγμα Δ. μηριαίου, καθώς επίσης και η επιβάτης του αυτοκινήτου του δευτέρου κατηγορουμένου-θυγατέρα αυτού Ζ3, η οποία υπέστη Green Stick αρ. κάτω πέρατος κερκίδας και κάκωση δεξιού άνω τριτημορίου και αριστερής ποδοκνημικής. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων η από 19-6-2000 έκθεση αυτοψίας και το υπό την ιδία ημεροχρονολογία πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξε για το παραπάνω ατύχημα ο ανθ/μος .....και στο οποίο σχεδιάγραμμα εικονίζονται, βάσει των μνημονευομένων στα παραπάνω έγγραφα ως υποπεσάντων στην αντίληψη του συντάκτου τους ευρημάτων, πλην άλλων, η προεκτεθείσα πορεία των δυο οχημάτων, η κίνηση εκάστου τούτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, η επαναφορά του αυτοκινήτου του πρώτου κατηγορουμένου στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, το σημείο συγκρούσεως των δυο οχημάτων σε απόσταση 1,90 μέτρων από την, αριστερά, ως προς την κατεύθυνση προς ....., ανωτέρω διαγράμμιση και οι λοιπές ειδικότερες συνθήκες του ατυχήματος, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω. Ενόψει τούτων, το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματα του οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δυο κατηγορουμένων. Και τούτο, διότι αυτοί, κατά την οδήγηση των παραπάνω οχημάτων τους, αφενός μεν δεν κατέβαλαν την, κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτουμένη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός αυτοκινήτου οφείλει, ευρισκόμενος υπό τις προεκτεθείσες ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες βρέθηκαν αυτοί κατά το χρόνο του ατυχήματος, να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, της κρατούσης συνήθειας και της κοινής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρας και λογικής, αφετέρου δε μπορούσαν αυτοί, ενόψει των προσωπικών τους ιδιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων, να καταβάλουν την προσοχή αυτή και να προβλέψουν το, κατά τα παραπάνω, από τις πράξεις τους προελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο βρίσκεται σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τις πράξεις τους αυτές και το οποίο δεν προέβλεψαν. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι, κατά την οδήγηση των ανωτέρω οχημάτων τους, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων του ΚΟΚ, ο μεν πρώτος από αυτούς εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ο δε δεύτερος δεν μείωσε την μέχρι τότε ρεύματος κυκλοφορίας του, όπως θα έπρεπε, για να αποφύγει, λόγω της ανωτέρω! κινήσεως του πρώτου, τη σύγκρουση των δυο οχημάτων, αλλά εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο, όμως, παρά την κίνησή του αυτή, επανήλθε στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος, με συνέπεια την, κατά τα ανωτέρω, σύγκρουση των δυο οχημάτων, με τις προεκτεθείσες συνέπειες. Εισήλθε δε ο πρώτος κατηγορούμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ δεν μείωσε την ταχύτητα του, ούτε κινήθηκε προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, αλλά εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ο δεύτερος κατηγορούμενος, καίτοι οι ενέργειες τους αυτές ενέχουν, κατά τη λογική και την κοινή πείρα, τον κίνδυνο συγκρούσεως των οχημάτων τους, όταν το πρώτο όχημα επανέλθει στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, με όλες τις εντεύθεν βλαβερές συνέπειες, οι οποίες, έτσι και προνοητές είναι για κάθε μετρίως συνετό και προσεκτικό οδηγό και να αποτραπούν μπορούν, αν ο τελευταίος, συμμορφούμενος προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΟΚ, δεν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ή, σε περίπτωση εισόδου στο δικό του ρεύμα του αντιθέτως κινουμένου οχήματος, μειώσει την ταχύτητα του και κινηθεί προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος. Ενόψει τούτων, απορριπτόμενων των ανωτέρω ισχυρισμών των κατηγορουμένων, ο πρώτος τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των, κατά τα παραπάνω, αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων, ήτοι της εξ αμελείας του θανατώσεως των Ζ1 και Ζ4 και των σωματικών κακώσεων εις βάρος των δευτέρου κατηγορουμένου, Ζ2 και Ζ3, δεδομένου ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των πράξεων αυτών, τα οποία και προεξετέθησαν. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 και 314 παρ. ΙΑ΄ Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Επομένως οι πέμπτος λόγος της αιτήσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρ. 510 παρ. ΙΔ΄ ΚΠΔ), πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρ. 510 παρ. ΙΕ΄ ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β΄ και 105 παρ. 2 εδ. β΄ του ΚΠΔ, ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης καταθέσεως, που έδωσε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, αν έγινε στη διαδικασία του ακροατηρίου μετά την 4.6.1996 (έναρξη ισχύος του Ν.2408/1996, με το άρθρ. 2 παρ.2α του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 105 ΚΠΔ), επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ΄ του ΚΠΔ και θεμελιώνει έτσι λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. ΙΑ΄ ΚΠΔ. Στην ερευνώμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση "είτε για απόλυτη είτε για σχετική ακυρότητα μη καλυφθείσα", η οποία δημιουργήθηκε, κατ΄ αυτόν, από τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της, περί ενοχής, κρίσεώς του των αναγνωσθέντων από 19.6.2000 εκθέσεως αυτοψίας και σχεδιαγράμματος, συνταγέντων από το Τμήμα Τροχαίας ....., εις τα οποία (έγγραφα) περιλαμβάνονται δηλώσεις "είτε αυτού" "είτε του συγκατηγορουμένου του" (Χ2), με τις οποίες (δηλώσεις) του αποδίδονται οδικές πλημμέλειες, έγγραφα, τα οποία συνετάγησαν, κατ΄ αυτόν, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής διερεύνησης της υποθέσεως και είναι απαγορευμένα, μη δυνάμενα εντεύθεν να ληφθούν υπόψη. Ο λόγος αυτός που διατυπώνεται μάλιστα ενδοιαστικά (δημιουργία είτε απόλυτης είτε σχετικής ακυρότητας) είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη σε αποδεικτική αξιοποίηση ανωμοτί εξετάσεως του "αναιρεσείοντος - υπόπτου", ως μάρτυρα που έγινε στα πλαίσια αυτεπάγγελτης προανακρίσεως (ή προκαταρκτικής εξετάσεως), οπότε στην περίπτωση αυτή δεν δημιουργείτο απόλυτη ακυρότητα για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β΄ και 105 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠΔ, αλλά σε ανάγνωση των ως άνω δύο εγγράφων, τα οποία συνετάγησαν από το Τμήμα Τροχαίας ....., η οποία δε εις αυτά δήλωση του αναιρεσείοντος είτε του συγκατηγορουμένου του (η οποία δήλωση δεν εμπεριέχεται στο αναιρετήριο) δεν καθιστά αυτά ως μη αναγνωστέα και ως μη ληπτέα υπόψη, γιατί δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση των ως άνω διατάξεων, αφού δεν αποτελούν ανωμοτί κατάθεση του κατηγορουμένου, αλλ΄ έγγραφα που αξιολογούνται αποδεικτικώς. Κατά το άρθρο 314 ΠΚ: 1) Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών....., 2) Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 302 εφαρμόζεται αναλόγως και στην πράξη της προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή για την ποινική δίωξη απαιτείται πάντοτε έγκληση και δεν εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του επόμενου άρθρου, το οποίο ορίζει ότι δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Τέλος, κατά την παρ. 2 του άρθρου 302 ΠΚ, αν το θύμα της πράξης.....είναι οικείος του υπαιτίου, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον υπαίτιο από κάθε ποινή, αν πεισθεί ότι λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τις συνέπειες της πράξης του δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε ποινή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι : α) Το έγκλημα της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, από αμέλεια τελούμενο, διώκεται κατ΄ αρχήν μεν κατ΄ έγκληση, αυτεπαγγέλτως δε αν ο υπαίτιος ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή, β) σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία, μεταξύ υπαιτίου και παθόντος υφίσταται σχέση "οικείου" υπό την εις το άρθρο 13 ΠΚ έννοια, το έγκλημα διώκεται μόνο κατ΄ έγκληση και γ) στην άνω, υπό στοιχ. β΄ περίπτωση, αν υποβληθεί υπό του παθόντος έγκληση και ασκηθεί αρμοδίως ποινική δίωξη, το δικαστήριο δύναται να απαλλάξει τον υπαίτιο από κάθε ποινή, εάν πεισθεί ότι λόγω της ψυχικής δοκιμασίας που αισθάνθηκε, συνεπεία της πράξεώς του, δεν χρειάζεται να του επιβληθεί ποινή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. ΙΗ΄ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία δημιουργείται, κατ΄ άρθρο 470 ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου. Επέρχεται δε χειροτέρευση της θέσεως αυτού, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφ΄ ενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφ΄ ετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Στην περίπτωση που ερευνάται, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος δύο ανθρωποκτονιών εξ αμελείας (εις βάρος των Ζ1 και Ζ4) και τριών σωματικών βλαβών εξ αμελείας (εις βάρος του συγκατηγορουμένου του Χ2, Ζ2 και Ζ3), όπως και πρωτοδίκως, όχι δε και σωματικής βλάβης εξ αμελείας εις βάρος της συζύγου του και του εαυτού του, όπως αβασίμως αυτός υποστηρίζει με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του. Περί τούτου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία από την διατύπωση του διατακτικού στο πρώτο μέρος του, όπου γίνεται γενική αναφορά περί των συνθηκών της συγκρούσεως των δύο οχημάτων και των εντεύθεν προκληθεισών ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών εξ αμελείας, αφού και από την περί ποινής απόφαση σαφέστατα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για δύο ανθρωποκτονίες εξ αμελείας και για τρείς σωματικές βλάβες εξ αμελείας, εις βάρος των Χ2, Ζ2 και Ζ3 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως για κάθε μία σωματική βλάβη 8 μηνών. Επομένως οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, περί υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. ΙΗ΄ ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής εντός των υπό του νόμου τασσομένων ορίων, ανήκει στην ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο οδηγείται στην κρίση του, έχοντας ως οδηγό τα κριτήρια που καθορίζουν οι διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου στις παραγράφους 1 και 2 αυτού. Συνεπώς το παράπονο του αναιρεσείοντος που διατυπώνεται με το αντίστοιχο μέρος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως, ότι δηλαδή η επιβληθείσα εις αυτόν ποινή είναι συγκριτικώς βαρύτερη της ποινής που επιβλήθηκε στον συγκατηγορούμενό του, είναι αβάσιμο και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εδώ προσθέτως πρέπει να σημειωθεί, ότι, με την επιβολή στον αναιρεσείοντα μεγαλύτερης ποινής από εκείνη η οποία επιβλήθηκε στον συγκατηγορούμενό του, για το αυτό τροχαίο ατύχημα, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, γιατί το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής, έλαβε υπόψη του τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία διαφοροποιούνται για τον καθένα. Απορριπτομένων όλων των λόγω της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 507/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ