Αριθμός 1109/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3731/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 302/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται: α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε την περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (αρ. 98 παρ. 2 του Ν. 2721/1999). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ... ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3731/2005 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εγκαλούσα Ψ1 διατηρούσε κατάστημα πωλήσεως ετοίμων ανδρικών ενδυμάτων επί της οδού..... της......Θεσσαλονίκης, στο οποίο εργαζόταν ως πωλητής ο κατηγορούμενος. Λόγω δύσκολης εγκυμοσύνης από το Μάρτιο 2000 η εγκαλούσα ανέθεσε τη διαχείριση του καταστήματος στον κατηγορούμενο, ο οποίος, με την ιδιότητα του υπαλλήλου-πωλητή, κατά το χρονικό διάστημα από 12-11-1999 μέχρι 28-4-2001 εισέπραξε, για λογαριασμό της εγκαλούσας, από τις πωλήσεις εμπορευμάτων του καταστήματος το συνολικό ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.367,57 ευρώ). Από το ποσό αυτό ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην εγκαλούσα 2.000.000 δραχμές και ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 23.000.000 δραχμών, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την υπεξαίρεση του εν λόγω ποσού και υπέγραψε το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε το ως άνω συμφωνητικό και αποδέχθηκε την ιδιοποίηση του ποσού υπό την πίεση της εγκαλούσας και την επήρεια οινοπνεύματος. Η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως και γαμβρού του κατηγορουμένου Ζ1 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ακολούθως στο διατακτικό κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι στη Θεσσαλονίκη με περισσότερες πράξεις που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ίδιου εγκλήματος παράνομα ιδιοποιήθηκε ξένο ολικά, κινητά πράγματα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα υπάλληλος-πωλητής τυγχάνων στο κατάστημα πωλήσεως ετοίμων ανδρικών και γυναικείων ενδυμάτων της εγκαλούσας Ψ1 , το οποίο αυτή διατηρούσε επί της οδού .... στην ..... παράνομα παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε το συνολικό ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.367,57 ευρώ) το οποίο με την παραπάνω ιδιότητά του ως υπαλλήλου-πωλητή σταδιακά εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας από τις πωλήσεις εμπορευμάτων του καταστήματος προς διαφόρους τρίτους, είναι δε το ποσό αυτό ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. β-α του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε και εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, και δεν υπάρχει ανάγκη αναφοράς και του τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Σημειώνεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει μόνο τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, όπως ισχυρίζεται αντιθέτως ο αναιρεσείων, αλλά με σαφήνεια αναφέρονται, όπως προαναφέρθηκε, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ενοχή αυτού, για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Περαιτέρω η επικαλούμενη δήθεν αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού, δοθέντος ότι στο σκεπτικό αναφέρεται το ποσό των 23.000.000 δραχμών, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται το ποσό των 25.000.000 δραχμών, δεν στερεί την απόφαση αυτή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν δημιουργείται αμφιβολία περί του υπεξαιρεθέντος ποσού που είναι αυτό που αναφέρεται στο αιτιολογικό (23.000.000 δραχ.), το οποίο, μετά τη γενομένη επιστροφή εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς την εκκαλούσα του ποσού των 2.000.000 δραχμών, αποτελεί υπόλοιπο του ποσού των 25.000.000 δραχμών, η δε αναγραφή του τελευταίου στο διατακτικό έγινε από προφανή παραδρομή. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές, στους ως άνω λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά, παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το άν αναγνώσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: "7) Δύο αποσπάσματα από βιβλίο εσόδων περιόδου από 1/12/00 έως 31/12/00, 8) απόσπασμα από βιβλίο εσόδων περιόδου από 1/9/00, 9) Απόσπασμα από βιβλίο εσόδων περιόδου από 1/10/00 έως 31/10/00, 10) Απόσπασμα από βιβλίο εσόδων περιόδου από 1/11/00 έως 30/11/00, 11) Απόσπασμα από βιβλίο εσόδων περιόδου από 1/12/00 έως 31/12/00, 12) Απόσπασμα από βιβλίο εσόδων περιόδου από 3/1/01 έως 31/1/01, 13) Απόσπασμα από βιβλίο εσόδων περιόδου από 1/2/01 έως 28/2/01, 14) Αποσπάσματα ατομικού λογαριασμού ασφάλισης ετών 2002 έως 2004, 15) Δήλωση φορολογίας οικονομικού έτους, 2002, 16) Δήλωση φορολογίας οικονομικού έτους 2003 και 17) Δήλωση φορολογίας οικονομικού έτους 2004". Η κατά τον τρόπο αυτό καταχώρηση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε του κειμένου αυτών κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Συνακόλουθα ορθώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα ως άνω έγγραφα, ο δε σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι τα ως άνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο ώστε να διακρίνεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3731/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 17 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ