Αριθμός 368/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 76.902/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον ......, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΠΙΠΛΟΣΥΝΘΕΣΕΙΣ ΝΕΟSΕΤ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Πικέρμι Αττικής, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστομένη Τζανετή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό "6" και ημερομηνία 28 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 459/2006. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκειμένη έκθεση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου αθωωτικής ή καταδικαστικής, ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθώς και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Η΄ του ΚΠοινΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι΄ αυτό κατά νόμον όροι (Ολ.ΑΠ 3/2005). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 36 και 50 ΚΠΔ και του άρθρου 18 ΠΚ προκύπτει ότι η ποινική δίωξη κινείται αυτεπαγγέλτως και μόνον κατ΄ εξαίρεση, στις ρητώς οριζόμενες από τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους νόμους περιπτώσεις, κατ΄ έγκληση του παθόντος. Επί των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, κινείται κατόπιν αναφοράς, μηνύσεως ή άλλης ειδήσεως περί της τελέσεως αξιόποινης πράξεως, όπως είναι και η μήνυση που υποβάλλεται από τον αντιπρόσωπο νομικού προσώπου που δεν έχει το απαιτούμενο κατ΄ άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠοινΔ ειδικό πληρεξούσιο, δεδομένου ότι η τήρηση των οριζομένων στην τελευταία αυτή διάταξη προϋποθέτει έγκλημα διωκόμενο κατ΄ έγκληση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν.2172/1993 και ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της επί το αυστηρότερο με το άρθρο 15 του Ν.3242/2004, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι το δι΄ αυτής προβλεπόμενο και τιμωρούμενο έγκλημα της απιστίας διώκεται αυτεπαγγέλτως, κατά τον ανωτέρω κανόνα, και όχι μόνον κατ΄ έγκληση του παθόντος από το έγκλημα αυτό, εφόσον δεν ορίζεται στον Ποινικό Κώδικα ότι για την ποινική δίωξη σχετικώς απαιτείται έγκληση του παθόντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 76.902/7.12.2005 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το Δικαστήριο αυτό κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ...., για απιστία (άρθρο 390 του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν.2172/1993 και ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του επί το αυστηρότερο με το άρθρο 15 του Ν.3242/2004), με την αιτιολογία ότι η υποβληθείσα έγκληση, με χρονολογία 4.9.2000, εκ μέρους της φερόμενης ως παθούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΙΠΛΟΣΥΝΘΕΣΕΙΣ NEOSET ΑΒΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "NEOSET Α.Ε.", δεν ήταν νομότυπη, διότι στο υπ΄ αριθ. 377/4.9.2000 πρακτικό συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της, με το οποίο αποφασίστηκε η υποβολή εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου για την εις βάρος της τελεσθείσα στο ...Αττικής στις 5.7.2000 πράξη απιστίας και με το οποίο δόθηκε εξουσιοδότηση στον υπάλληλο αυτής (τρίτο) .... να καταθέσει σχετική μήνυση - έγκληση κατά του κατηγορουμένου και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν βεβαιωνόταν η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων του ως άνω υπαλλήλου (μελών του δ.σ.) από δικηγόρο ή από δημόσια αρχή κ.λ.π., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠοινΔ. Με το να δεχθεί, όμως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 76.902/7.12.2005 απόφασή του, ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 390 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν.2172/1993 και ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του επί το αυστηρότερο με το άρθρο 15 του Ν.3242/2004, αξιόποινη πράξη της απιστίας, για την οποία διώχθηκε ο κατηγορούμενος ...., διώκεται μετά από έγκληση του παθόντος και με το να προβεί μετά ταύτα, κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 117 παρ.1 και 120 του ΠΚ και 370 του ΚΠοινΔ, στην κήρυξη της ποινικής διώξεως απαράδεκτης, ελλείψει νόμιμης εγκλήσεως, αν και η πράξη αυτή διώκεται αυτεπαγγέλτως, το μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω διατάξεις, το δε υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, καθόσον άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα. Επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης από 28.2.2006 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Η΄ του ΚΠοινΔ είναι βάσιμοι και, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 76.902/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ