Αριθμός 1540/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπαδόπουλο, περί αναιρέσεως της 2892/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ2 χήρα Ζ1 που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Ζαμπάρα - Μήτση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.6.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1361/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει κατ' αρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19β του Ν. 2408/1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης καταλήγει την καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της ενστάσεως του κατηγορουμένου, περί απαραδέκτου της εφέσεως που ασκήθηκε από τον εισαγγελέα, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2892/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία αυτή εκδόθηκε, το Δικαστήριο που την εξέδωσε δέχθηκε τυπικά την 1372/2004 έφεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά της 11800/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου της εφέσεως, διότι αυτή δεν περιείχε την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, σχετικά με το λόγο απαλλαγής του κατηγορουμένου και ειδικότερα "δεν εκθέτει τις σκέψεις με βάση τις οποίες κρίνει ως αξιόπιστες τις καταθέσεις των μαρτύρων πολιτικής αγωγής και αναξιόπιστες τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης". Η ένσταση αυτή του κατηγορουμένου- εφεσιβλήτου απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την εξής αιτιολογία: "Με την έφεση η Εισαγγελεύς πλήττει την ανωτέρω απόφαση και ζητεί την εξαφάνισή της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και την καταδίκη του κατηγορουμένου και ειδικότερα "........ γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, ενώ από τα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με αυτές που οι ίδιοι έδωσαν προανακριτικά και τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψε ότι ο θάνατος του Ζ1 που εργαζόταν στην επιχείρησή του (εταιρεία "..... ΟΕ"), προήλθε από αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας και εργοδότης αυτού, η οποία (αμέλεια) συνίσταται στο ότι ανέθεσε στον παραπάνω εργαζόμενο να προβεί στη διάνοιξη οπών εντός κενού βαρελιού σφραγισμένου (με τάπα) με τη συσκευή οξυγόνου της επιχείρησης, χωρίς να μεριμνήσει προηγουμένως για τον καθαρισμό αυτού, ενώ γνώριζε ότι πριν το βαρέλι αυτό περιείχε το εύφλεκτο υλικό τολουένιο, υπολείμματα του οποίου είχαν παραμείνει σε αυτό, και χωρίς να εφοδιάσει τον παθόντα που χρησιμοποιούσε οξυγονοκοπή με κατάλληλη στολή εργασίας, με αποτέλεσμα κατά τη διάνοιξη της πρώτης οπής με το φλόγιστρο να προκληθεί έκρηξη και να προξενήσει στον εργαζόμενο καθολικά εγκαύματα, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του την 18.9.2001, ήτοι πέντε ημέρες μετά το ατύχημα. Τούτο συνέβη την 13.9.2001, κατά την έναρξη της πρωινής εργασίας στο χώρο του εργοστασίου, παρόντος του κατηγορουμένου και παρευρισκομένων και των εργαζομένων Ε1 και .... Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να αποφύγει την αυτόφωρη διαδικασία και να μεθοδεύσει την υπεράσπισή του, δεν ειδοποίησε εντός 24 ωρών, όπως ήταν υποχρεωμένος από το Νόμο, την Επιθεώρηση Εργασίας και την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή, προκειμένου να μεταβούν το ταχύτερο δυνατόν στον τόπο του ατυχήματος και να προβούν στην άμεση εξέταση των μαρτύρων, στη διενέργεια αυτοψίας του χώρου και στη συλλογή πειστηρίων, αλλά δήλωσε τούτο την 18.9.2001, ήτοι πέντε ημέρες μετά το ατύχημα. Ισχυρίσθηκε δε, ότι ο παθών πήγε μόνος του στο χώρο των οξυγόνων της επιχείρησης πριν ξεκινήσει το ωράριο της εργασίας του και κρατώντας κάποιο σφραγισμένο βαρέλι, το οποίο δεν ανήκε στην επιχείρηση και χωρίς να λάβει εντολή από την επιχείρηση, άρχισε να τρυπάει το βαρέλι με τη συσκευή οξυγόνου. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αντέχει στην κοινή λογική, καθόσον και ο ίδιος δεν δίνει καμία εξήγηση για την - κατ' αυτόν - αυτόβουλη ενέργεια του εργαζομένου, για ποιό λόγο δηλαδή ο παθών να προβεί μόνος του στη διάνοιξη οπών του βαρελιού. Όπως προκύπτει από φωτογραφίες που απεικονίζουν εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους του εργοστασίου, τέτοια βαρέλια χρησιμοποιεί η επιχείρηση, δηλαδή κομμένα στη μέση με δύο οπές στα πλάγια, οι οποίες χρησιμεύουν ως χειρολαβές για τη μεταφορά τους από τους εργαζομένους. Ο ίδιος (κατηγορούμενος), ενώ έβλεπε την επικίνδυνη - αυτόβουλη κατ' αυτόν - ενέργεια του εργαζομένου, απλώς κατέγραφε τη σκηνή και δεν τον σταμάτησε. Το ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν κοντά στον παθόντα κατά το χρόνο του ατυχήματος, προκύπτει από την από 24.9.2001 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Ε1 ο οποίος αναφέρει: "Βρισκόμουνα στο συνεργείο της εταιρείας, όπου ξαφνικά άκουσα φωνές από το χώρο των οξυγόνων της εταιρείας και σε απόσταση περίπου είκοσι μέτρων από το σημείο που βρισκόμουν. Βγήκα έξω και πήγα στο σημείο για να δω τι συμβαίνει. Μόλις έφτασα αντίκρισα τον εργαζόμενο Ζ1 με ρούχα καμένα, το δέρμα του είχε ένα περίεργο κίτρινο χρώμα και το αφεντικό του έδινε νερό προσπαθώντας να τον ηρεμήσει ..........". Συνεπώς, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέθεσε στον παθόντα την παραπάνω επικίνδυνη εργασία, επειδή χρειαζόταν για την επιχείρησή του το βαρέλι αυτό με τις οπές, χωρίς όμως προηγουμένως να λάβει τα μέτρα ασφαλείας για τον εργαζόμενο, που προαναφέραμε". Έτσι όπως έχει διατυπωθεί η έφεση περιέχει την από την διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον η εκκαλούσα Εισαγγελεύς προσδιορίζει το λόγο για τον οποίο ζητεί την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες αποδεικνύεται, κατά την γνώμη της, η ενοχή του κατηγορουμένου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση του κατηγορουμένου περί απορρίψεως της εφέσεως της Εισαγγελέως ως απαράδεκτης". Με τις πιο πάνω σκέψεις το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα διαλαμβανόμενα στην έφεση στοιχεία, τα οποία καθιστούν αυτήν πλήρως αιτιολογημένη, με την πιο πάνω έννοια του άρθρου 486 παρ.3 του ΚΠΔ. Πράγματι, στην έφεση της εισαγγελέα, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνονται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων και οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει, κατά την γνώμη της εκκαλούσας εισαγγελέα, η ενοχή του κατηγορουμένου. Προς τούτο μνημονεύονται και λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι εξετασθέντες μάρτυρες και εξαίρονται οι καταθέσεις των σημαντικότερων από αυτούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν οι καταθέσεις των λοιπών, και ειδικότερα και εκείνων που ενισχύουν τις απόψεις του κατηγορουμένου, οι οποίες όμως δεν γίνονται δεκτές με πλήρεις και εμπεριστατωμένες σκέψεις που περιέχονται στην έφεση και στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση, χωρίς να απαιτούνται να αναφέρονται στην τελευταία επιπλέον στοιχεία και σκέψεις, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, απέρριψε με την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του την ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της εφέσεως της Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά της αθωωτικής πρωτόδικης απόφασης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω δε, εφόσον η πιο πάνω έφεση της Εισαγγελέα έχει την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ αιτιολογία, το Τριμελές Εφετείο, με το να μη την απορρίψει ως απαράδεκτη, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο διαλαμβανόμενος, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, πρώτος, επίσης, λόγος αναίρεσης είναι και αυτός αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από την έλλειψη τη προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2892/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στον ...... εταιρείας με την επωνυμία "..... ΟΕ", η οποία ησχολείτο με τον επανέλεγχο συγκολλητών φιαλών υγραερίου. Υπό την ιδιότητά του αυτήν είχε προσλάβει στην επιχείρησή του και απασχολούσε ως εργάτη σε διάφορες θέσεις εργασίας από ετών τον Ζ1 . Στην εν λόγω επιχείρηση, για την επεξεργασία των φιαλών, εχρησιμοποιείτο και αμμοβολή, τα υλικά της οποίας συνεκεντρώνοντο σε σιδερένια βαρέλια, τα οποία οι εργαζόμενοι έκοβαν προηγουμένως στην μέση και τα διεμόρφωναν, με το άνοιγμα και οπών για την εύκολη μεταφορά τους, σε κάδους απορριμμάτων. Κατά το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, όταν ο Ζ1 προσήλθε στην εργασία του, έλαβε εντολή από τον κατηγορούμενο να εκτελέσει την εν λόγω εργασία, ήτοι να κόψει με οξυγονοκοπή ένα συγκεκριμένο άδειο βαρέλι, το οποίο όμως προηγουμένως είχε χρησιμοποιηθεί, άγνωστο από ποιούς, για την αποθήκευση τολουενίου. Το τολουένιο (ή τολουόλιο) είναι εξαιρετικά εύφλεκτο υγρό, το οποίο παράγει ατμούς, οι οποίοι όταν αναμειχθούν με τον ατμοσφαιρικό αέρα είναι εκρηκτικοί. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1, 3 π.δ. 95/4/17.2.1978, οι απασχολούμενοι σε εργασίες συγκολλήσεων ή οξυγονοκοπής πρέπει να εφοδιάζονται από τον εργοδότη με κατάλληλες στολές εργασίας, δερμάτινη "εμπροσθέλλα", προστατευτικές έγχρωμες και άθραυστες διόπτρες, δερμάτινες περικνημίδες, γάντια και σκούφο, ενώ απαγορεύεται η επέμβαση προς εκτέλεση εργασιών πυρώσεως, συγκολλήσεως ή οξυγονοκοπής σε κενά δοχεία, τα οποία περιείχαν έστω και ίχνη ευφλέκτων ή εκρηκτικών υλών, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία προηγήθηκε επιμελής καθαρισμός των δοχείων και πλήρωσή των με νερό. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος εργοδότης, αν και εγνώριζε την προέλευση του βαρελιού και τον υφιστάμενο κίνδυνο από ενδεχομένη επέμβαση για την κοπή του, εν τούτοις δεν έλαβε προηγουμένως τα ως άνω ενδεικνυόμενα μέτρα, ήτοι δεν εφοδίασε τον εργάτη με την κατάλληλη ενδυμασία και δεν εμερίμνησε για τον επιμελή καθαρισμό του βαρελιού, ούτε και επέστησε την προσοχή του εργαζομένου για τον κίνδυνο εκρήξεως και αναφλέξεως, με συνέπεια, όταν ο Ζ1 προσπάθησε, με οξυγονοκοπή, να κόψει το βαρέλι και να ανοίξει σε αυτό οπές, να εκραγούν τα υπολείμματα του τολουενίου, τα οποία υπήρχαν στο βαρέλι και ανεμίχθησαν με τον ατμοσφαιρικό αέρα και να προκληθούν φλόγες, από τις οποίες προκλήθηκαν στον εργαζόμενο εκτεταμένα εγκαύματα 1ου, 2ου και 3ου βαθμού, καταλαμβάνοντα σχεδόν όλην την επιφάνεια του σώματος, φρύξη τριχών της κεφαλής και του γενείου, οίδημα ανά σάρκα και εκτεταμένες σχάσεις των μαλακών μορίων των άνω άκρων, όπως προκύπτει από την έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας του ιατροδικαστού .... Ο παθών νοσηλεύθηκε για 5 ημέρες στην εντατική μονάδα του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών και εν τέλει την 18ην Σεπτεμβρίου 2001 επήλθε ο θάνατός του από την αιτία αυτήν. Όταν ο παθών εισήχθη στο νοσοκομείο, διατηρούσε τις αισθήσεις του και διηγήθηκε τις ως άνω συνθήκες του τραυματισμού του στην σύζυγό του και στους υιούς του, οι οποίοι, εξετασθέντες στο Δικαστήριο, κατέθεσαν τα σχετικά πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίσθηκε κατά την απολογία του, μεταξύ των άλλων, ότι "Δεν του έδωσα εντολή (του Ζ1) ήμουν στο γραφείο και άκουσα το μπαμ ........ Δεν ήξερα ότι είχε έλθει και έκανε την δουλειά αυτή, θα τον σταματούσα. Άνοιξε μόνος του την στρόφιγγα .........". Τα ανωτέρω όμως δεν κρίνονται αληθή, όχι μόνον λόγω των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας Ζ2 , Ζ3 και ..., συζύγου και υιών του παθόντος, οι οποίοι, κατά τα ανωτέρω, επληροφορήθησαν τις συνθήκες του ατυχήματος από τον ίδιον, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρος Ε1 ο οποίος, μεταξύ των άλλων, κατέθεσε, ότι για την έναρξη των εργασιών της οξυγονοκοπής "........... Ανοίγει μία στρόφιγγα πριν κάνει την δουλειά του, την οποία ανοίγει ο κύριος Χ1 (κατηγορούμενος). Η πρώτη δουλειά του Χ1 είναι να ανοίξει τις δικλείδες .......". Ενόψει δε των ανωτέρω, αναληθής κρίνεται και ο όψιμος ισχυρισμός του μάρτυρος υπερασπίσεως Μ1 ο οποίος έχει εργοστάσιο δίπλα από το εργοστάσιο του κατηγορουμένου και ο οποίος ισχυρίσθηκε, ότι τις πρωινές ώρες της ιδίας ημέρας έδωσε το συγκεκριμένο βαρέλι στον παθόντα, αφού του το εζήτησε ο ίδιος για προσωπική του χρήση. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της κατά τα άνω ευθύνης του κατηγορουμένου για τον θάνατο του Ζ1 επιρρωνύεται περαιτέρω από το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος δεν ειδοποίησε, όπως ήταν υποχρεωμένος, εντός 24 ωρών από του ατυχήματος, την Επιθεώρηση Εργασίας και την Αστυνομική Αρχή, για να ερευνήσουν αμέσως τις συνθήκες του ατυχήματος, ως και από τα περαιτέρω κατατεθέντα από τους μάρτυρες Ζ2 και Ζ3 ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του τους παρεκάλεσαν να μη καταθέσουν στις Αρχές για τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος, ο δε κατηγορούμενος υπεσχέθη στην Ζ2 ότι θα της κατέβαλλε την διαφορά η οποία θα προέκυπτε μεταξύ του μισθού του θανόντος και της σχετικής συντάξεως την οποία θα ελάμβανε η ίδια από το ΙΚΑ, υπόσχεση την οποία ετήρησε για κάποιο χρονικό διάστημα". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1β, 28, 302 παρ.1, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας διαμόρφωσε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, δηλαδή τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, όσο και των μαρτύρων υπερασπίσεως, όπως τούτο ειδικώς αναφέρεται, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας η αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων αυτών και η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση. Η διαλαμβανόμενη δε στον δεύτερο λόγο αιτίαση, ότι οι αναφερόμενοι στην απόφαση λόγοι, για τους οποίους το Δικαστήριο δεν πείστηκε για τη βασιμότητα όσων κατέθεσε ο μάρτυρας υπερασπίσεως Μ1 (και κυρίως ότι το βαρέλι που εξερράγη είχε δώσει στο θύμα ο εν λόγω μάρτυρας, διότι το θύμα του το είχε ζητήσει για προσωπική του χρήση), δεν αιτιολογούνται επαρκώς, διότι από την αναπτυσσόμενη στον ίδιο λόγο αξιολογική συσχέτιση άλλων μαρτυρικών καταθέσεων, συσχέτιση που δεν έγινε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύεται η βασιμότητα της εν λόγω καταθέσεως, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον με τον τρόπο αυτόν, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Το ίδιο ισχύει και με τις αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, με τις οποίες, ο αναιρεσείων αμφισβητεί ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε. Επίσης, αβάσιμες είναι και οι διαλαμβανόμενες στους τέταρτο και έβδομο λόγους αιτιάσεις, ότι το Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του την αναφερόμενη στην αίτηση φωτογραφία (του βαρελιού που εξερράγη), καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων, διότι, όπως ισχυρίζεται, αν τα είχε λάβει υπόψη του, θα κατέληγε σε απαλλακτική γι' αυτόν κρίση. Όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που φέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες σε αυτά φωτογραφίες (που επισκοπήθηκαν). Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ σχετικοί πιο πάνω λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση προκύπτει από την παραδοχή του Δικαστηρίου, που περιέχεται στο σκεπτικό, ότι ο Ζ1 (παθών), όταν προσήλθε στην εργασία του " έλαβε εντολή από τον κατηγορούμενο να κόψει με οξυγονοκοπή ένα συγκεκριμένο άδειο βαρέλι..", με την αναφορά στο διατακτικό ότι ο κατηγορούμενος "ο ίδιος επέτρεψε την εκτέλεση εργασιών οξυγονοκοπής σε βαρέλι...". Κατά την αλληλοσυμπληρούμενη στο σκεπτικό και διατακτικό σχετική παραδοχή του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επέτρεψε την εκτέλεση εργασιών οξυγονοκοπής σε βαρέλι με την αναφερόμενη στο σκεπτικό διευκρίνιση ότι τούτο έγινε δίδοντας ο ίδιος εντολή να κόψει ο Ζ1 με οξυγονοκοπή το συγκεκριμένο βαρέλι. Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα στον πέμπτο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, όπως εκτιμάται, λόγο αναίρεσης, για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο, ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β και 170 παρ.2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με τον έκτο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται, έλλειψη ακρόασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι "το Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ζήτησα νόμιμα την ανάγνωση δεν ανέγνωσε την υπ' αριθ. 8758/2004 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ......" . Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε μεν την εν λόγω κατάθεση, πλην όμως από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε ζητήσει την ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, για να το λάβει υπόψη του το Δικαστήριο, ώστε να ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β λόγος αναίρεσης. Επομένως, όλοι ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β, Δ και Ε ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, και σχετικής ακυρότητας που συνέβη στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Παρατηρείται, τέλος, ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ.2 και 3 και 335 παρ.2 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει κατ' αίτηση των διαδίκων τον λόγο σε αυτούς, προκειμένου να προβούν σε δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για θέμα που αφορά τη συζητούμενη υπόθεση, αν εκείνος που ζήτησε και έλαβε τον λόγο είναι ο κατηγορούμενος, δεν υποχρεούται μετά την απάντηση του εισαγγελέα και των διαδίκων να δώσει εκ νέου σ' αυτόν το λόγο. Μόνο αν ζητήσει και πάλι ο κατηγορούμενος τον λόγο και δεν του δοθεί από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και προσφύγει αμέσως, μη αποδεχόμενος την προεδρική διάταξη, στο δικαστήριο, και τούτο αρνηθεί να του δώσει το λόγο, επέρχεται, κατ' άρθρο 170 παρ.2 ακυρότητα, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει (με το υπόμνημά του) τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, διότι δεν δόθηκε σε αυτόν ο λόγος ή στον συνήγορό του επί της πιο πάνω ενστάσεώς του περί απαραδέκτου της εφέσεως του εισαγγελέως, ενώ δόθηκε ο λόγος σχετικά με αυτήν στο εισαγγελέα και στην πολιτική αγωγή. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει να λάβει εκ νέου τον λόγο πριν από την απαγγελία της απορριπτικής επί της ενστάσεώς του απόφασης. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των πιο πάνω λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της, ως αβάσιμη, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ 176, 178 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-6-2006 αίτηση (δήλωση) αναίρεσης (με αρ. πρωτ. 6465/ 3-7-2006) του Χ1, κατά της 2892/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ