Αριθμός 1680/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, για αναίρεση της 1707/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 736/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ.β, ζ και 2 του Ν 1729/87, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/93 με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) τιμωρείται ... όποιος πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους με οποιονδηποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές... κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο... Αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή κατά την επιμέτρηση της οποίας, λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ακολούθως κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ.15 β. του ν.2479/97, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δρχ. τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρ. 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή ενεργεί με σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από ανήλικους ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο ανήλικα πρόσωπα κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων ή μετέρχεται κατά την τέλεση αυτών ή προς τον σκοπό διαφυγής του τη χρήση όπλων ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια της κατ΄επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος ορίζεται στο άρθρ. 13 στ του ΠΚ και συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. Εξάλλου, η έννοια του ιδιαίτερα επικινδύνου δράστη ορίζεται στο εδ.ζ του ίδιου άρθρου και έτσι χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσης, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συν/τος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον κατ΄άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί τα αποδεικτικά μέσα να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορία, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών και του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, είναι δε επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίτπωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1707/2005 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, ότι, από τα σ'αυτή μνημονευόμενα κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων), Α) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το χρονικό διάστημα 15-1-2003 έως 27-1-2003 και σε μη γνωστές ημερομηνίες που διαλαμβάνονται σ'αυτό, από άγνωστο στην ανάκριση άτομο, στην Αθήνα ή σε άλλο σημείο της Αττικής, αγόρασε, με σκοπό την εμπορία, άγνωστες ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και ηρωΐνης, τουλάχιστον όμως ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης 27 κιλών και 120 γραμμαρίων και 725 γραμμάρια ηρωΐνης, που βρέθηκαν στην κατοχή του μετά νόμιμη έρευνα αστυνομικών της Δίωξης ναρκωτικών, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος, Β) Με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατείχε απαγορευμένη ναρκωτική ουσία, κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα και σε μη γνωστές ημερομηνίες που διαλαμβάνονται σ'αυτό, στην ... και εντός της επί της οδού ..... κατοικίας του, κατείχε, με σκοπό την εμπορία, κάθε φορά άγνωστες ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και ηρωΐνης, ειδικότερα δε στις 27-1-2003, και από ώρα 19.15 έως 20.00 στην Αθήνα κατείχε, για τον ίδιο σκοπό, ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους 27 κιλών και 120 γραμμαρίων και ηρωίνης 725 γραμμαρίων, εκ των οποίων τα δύο (2) κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης βρέθηκαν εντός του υπ' αριθμ. .....Φ.Ι.Χ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του συγκατηγορουμένου του Χ2, το δε υπόλοιπο ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 25 κιλών και 120 γραμμαρίων και 725 γραμμαρίων ηρωίνης, βρέθηκαν εντός της ως άνω κατοικίας του, από τους παραπάνω Αστυνομικούς, τους οποίους ο ίδιος ο κατηγορούμενος οδήγησε στο σημείο όπου βρίσκονταν τα εντός της οικίας ναρκωτικά. Οι παραπάνω ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και ηρωίνης αποτελούν υπόλοιπα των αγνώστων ποσοτήτων που είχαν αγοράσει. Γ) Έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της πώλησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών, επεχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Δεν ολοκλήρωσε όμως την πράξη του για λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεως του και συγκεκριμένα, στις 27-1-2003 και ώρα 19.15' περίπου, στην Αθήνα και στη συμβολή των οδών ... και ..... και εντός του ως άνω Φ.Ι.Χ. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του συγκατηγορουμένου του Χ2 επεχείρησε να πωλήσει σ' αυτόν ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους δύο (2) κιλών, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους, ανταλλάγματος, την πράξη του όμως αυτή δεν ολοκλήρωσε, διότι, κατά τον ως άνω χρόνο απόπειρας συναλλαγής, επενέβησαν οι προαναφερόμενοι αστυνομικοί, οι οποίοι και τους συνέλαβαν. Είναι δε φανερό ότι ο ως άνω κατηγορούμενος, έχοντας σταδιακά αγοράσει τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και επιδιώκοντας την σε τρίτους διάθεση αυτών έναντι ανταλλάγματος, ενεργούσε κατ΄επάγγελμα, δηλαδή προς αποκομιδή ωφελημάτων που χρησίμευαν για τον βιοπορισμό του, έχοντας συνηθίσει να εξασφαλίζει τα προς συντήρηση αναγκαία με την ως άνω εξακολουθητικού χαρακτήρα έκνομη δραστηριότητα του, αλλά και κατά συνήθεια, καθόσον, από την επανειλημμένη τέλεση αυτών, προκύπτει σταθερή ροπή του προς τέλεση των εγκλημάτων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Οι περιστάσεις δε υπό τις οποίες έγιναν οι παραπάνω πράξεις μαρτυρούν ότι είναι δράστης ιδιαίτερα επικίνδυνος. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αγοράς και κατοχής ναρκωτικής ουσίας κατ΄εξακολούθηση και απόπειρας πώλησης ναρκωτικής ουσίας που τελέσθηκαν κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο και αναγνωρίζοντας σ'αυτόν την και πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ του προτέρου εντίμου βίου), κατ' εφαρμογή του άρθρου 470 εδ.α' ΚΠΔ, επέβαλε σ'αυτόν ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι'αυτήν τελικώς κατεδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 ΠΚ και 1 επ., 4 παρ.1,3 πιν. Α5 και 6,5 παρ.1,β ζ, και 2, 8, 13 παρ.1 Νόμου 1729/1987, 10 του Νόμου 2161/1993, 2 παρ.1β Νόμου 2479/1997, όπως το άρθρο 8 του Ν.1729/1987 ίσχυε πριν από την ισχύ του Νόμου 3189/2003, τις οποίες εφήρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, α) αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να υπάρχει και ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε της αξιολογήσεώς του, ενώ δεν απαιτείται για να είναι πλήρης αυτή (αιτιολογία) ο ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας της εισαγωγής, αγοράς, κατοχής ή πωλήσεως των ναρκωτικών ουσιών, του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών και αγοραστών, β) Το σκεπτικό δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, επιτρεπτά δε συμπληρώνεται από το διατακτικό, στο οποίο αναλυτικά αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις γ) Οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν.1729/87, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.15β του ν.2479/1997, τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ήτοι α) κατ΄επάγγελμα β) κατά συνήθεια και γ) από επικίνδυνο δράστη τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, θεμελιούνται πλήρως, ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά την κατ΄επάγγελμα τέλεση αυτών και με ιδιαίτερη σκέψη στο σκεπτικό. Συνεπώς οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι της αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, περαιτέρω δε, ως απαράδεκτοι, κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΔΚΠ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 δ και ε του ΠΚ, σύμφωνα με τις οποίες η ποινή μειώνεται και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι ο υπαίτιος α) επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, και β) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα, αντίστοιχα. Για να είναι, όμως, σαφείς και ορισμένοι αυτοί οι ισχυρισμοί, και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τους εξετάσει, να αξιολογήσει τη σχετική κρίση του και να απαντήσει σ'αυτούς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αρκεί η επίκληψη μόνον των όρων του νόμου, αλλά πρέπει, για τη θεμελίωσή τους, να γίνεται επίκληση και των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε και ανέπτυξε προφορικά τους παρακάτω ισχυρισμούς, τους οποίους κατέθεσε και εγγράφως και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά. Από τους ισχυρισμούς αυτούς μόνο ο περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ.2δ ΠΚ, ήταν ορισμένος, που είχε το παρακάτω περιεχόμενο, " Όπως επισημαίνεται στο με αριθμ.3031/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (πρόταση Κ.Νικολούδη), "ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) οδήγησε τους Αστυνομικούς εντός της οικίας δείχνοντας, από κάποιο τουλάχιστον χρονικό σημείο και μετά, διάθεση συνεργασίας μαζί τους. Πέραν του γεγονότος αυτού, επισημαίνεται ότι ο εκκαλών (αναιρεσείων) αποκάλυψε όσα γνώριζε, ομολόγησε τις πράξεις του, παρέδωσε τις ναρκωτικές ουσίες και οδήγησε την Αστυνομία στην οικία του τρίτου προσώπου- πραγματικού κατόχου των ναρκωτικών, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τελικά δεν ευρέθη, ούτε συνελήφθη. Εξάλλου, τίθεται ένα ακόμη ουσιώδες ζήτημα που άπτεται των ατομικών και δικονομικών δικαιωμάτων του εκκαλούντος. Η είσοδος στην οικία του, η κατ΄οίκον έρευνα και η κατάσχεση των ναρκωτικών ουσιών διενεργήθηκε χωρίς την παρουσία δικαστικού λειτουργού, χωρίς την σύνταξη εκθέσεως κατ΄οίκον έρευνας και κατάσχεσης και χωρίς την παρουσία του εκκαλούντος, το γεγονός δε αυτό, αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι ο εκκαλών μετάνοιωσε για τις πράξεις του, συμπεριφέρθηκε καλά και διευκόλυνε το έργο των διωκτικών αρχών, παρά την απουσία δικαστικού λειτουργού".Αντίθετα είναι αόριστος ο ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως της από το άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ προβλεπόμενης περίστασης χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών και ειδικότερα περιστατικών που να σηματοδοτούν την για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα επίδειξη καλής συμπεριφοράς, ενώ, εντελώς αόριστος και ασαφής είναι και ο επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 του ΠΚ αρνητικός σε κάθε περίπτωση της κατηγορίας ισχυρισμός, με το εξής κατά λέξη περιεχόμενο "σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ.2, τιμωρείται ο προβοκάτορας ηθικός αυτουργός, εφόσον προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει κάποιο έγκλημα, με μοναδικό σκοπό να του καταλάβει εν τω πράττεσθαι. Από τη διάταξη αυτή, φαίνεται καθαρά ότι ο νομοθέτης θέλησε να καταστήσει αξιόποινη τη συμπεριφορά του προβοκάτορα". Το Δικαστήριο επομένως δεν είχε μεν υποχρέωση ν'απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους και είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, έσφαλε όμως τούτο με το να απορρίψει, χωρίς καμία αιτιολογία, τον επί του άρθρου 84 παρ.1 δ. ΚΠΔ νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό και, συνεπώς, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος της αναίρεσης. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο καθό μέρος αφορά τις διατάξεις της για μη αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης και για επιβολή ποινής και παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς νέα συζήτηση, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), να απορριφθεί δε, κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 1707/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς τη διάταξή της για τη μη αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2δ του ΠΚ καθώς και ως προς εκείνη περί επιβολής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρεθέν μέρος αυτής, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ