Αριθμός 1084/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη, και Ιωάννη Ιωαννίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κεφαλοπούλου, περί αναιρέσεως της 110/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1599/06. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά ο άρθρο 5 παρ. 1 περιπτ. α΄ και ζ΄ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος εκτός άλλων εισάγει στην επικράτεια ή διακομίζει ή κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι τα ως άνω διακεκριμένα και αυτοτελή εγκλήματα πραγματώνονται 1) της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών στην ελληνική επικράτεια, με τη διακίνηση των ουσιών αυτών από το εξωτερικό στη χώρα και θεωρείται τελειωμένο το έγκλημα με την είσοδο αυτών στο ελληνικό έδαφος, ανεξάρτητα αν η διακίνηση έγινε δια της τελωνειακής υπηρεσίας ή από μη νόμιμη διασυνοριακή οριογραμμή, 2) της διαμετακομίσεως ναρκωτικών ουσιών, με την ιδιόχειρη διέλευση των ναρκωτικών, που εκκινούν από μία άλλη χώρα εκτός της Ελλάδος και προορίζονται να καταλήξουν μέσω της τελευταίας σε άλλη τρίτη χώρα, 3) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών με τη φυσική εξουσίαση αυτών από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους κατά τη δική του βούληση να τα διαθέσει πραγματικά και 4) της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, με τη μετακίνηση αυτών από τόπο σε τόπο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε με πτήση στον ελληνικό εναέριο χώρο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 περιπτ. στ΄ και ζ΄ του Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης, όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και ως προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή τόσο των επιβαρυντικών περιστάσεών της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως και της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του δράστη, που επιτείνουν την τιμώρησή του, όσο και ορισμένης από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ., η παραδοχή της οποίας οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα ποινής. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν το πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο κατ/νος την 14/6/2001, μετ' έλεγχου του Τμήματος Διώξεις Ναρκωτικών στον Αερολιμένα Αθηνών των πτήσεων εκ του εξωτερικού με διάφορες αεροπορικές εταιρείες, κατείχε, χωρίς να είναι τοξικομανής, ναρκωτικά. Συγκεκριμένα την 14.30΄ περίπου ώρα της άνω ημερομηνοχρονολογίας στην αίθουσα αφίξεων του άνω Αερολιμένος αφιχθείς με την πτήση SR 302 της Αεροπορικής εταιρίας SWISSAIR, από την ..., κατείχε 15,5 κιλά κοκαΐνης σε υγρή μορφή, τοποθετημένη εντός 15 μεταλλικών κυτίων, με την ένδειξη κομπόστας μάρκας ..., και τα οποία είχε αποκρύψει στις αποσκευές του. Ούτως είχε τη φυσική εξουσίαση της ανωτέρω κοκαΐνης, ώστε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της ακώλυτα και, ανελλιπώς και να την διαθέτει κατά την πραγματική του βούληση (ΑΠ 362/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ΄56, Α.Π. 652/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ΄ 159). Την ποσότητα αυτή την διαμετακόμισεν ο κατ/νος ... Ιταλός υπήκοος, κατά το χρονικό διάστημα από 12/6/2001 έως 14/6/2001, από το ... στην ... και εν συνεχεία με την ανωτέρω πτήση 302 των ελβετικών αερογραμμών στον ελληνικόν Αερολιμένα, εντεύθεν δε κατ΄αυτόν τον τρόπο την μετέφερε και την εισήγαγε στην Ελλάδα την 14/6/2001, με την μετακίνησή της, ήτοι, από τόπο σε τόπο, από το εξωτερικό στη χώρα (...), για να μεταπωληθεί με κέρδος ή και για να διατεθεί με οποιοδήποτε τρόπο σε τρίτους (Α.Π. 1214/1997 Ποιν.Χρον. ΜΗ΄ 453, Α.Π. 246/1999 Ποιν. Χρον. ΜΘ΄ 1017) και λαμβανομένου υπ' όψη ότι το έγκλημα της εισαγωγής, ναρκωτικών στην Ελλάδα θεωρείται τετελεσμένο με την είσοδο των ναρκωτικών ουσιών στο ελληνικό έδαφος, με την διακίνηση αυτών από το εξωτερικό, στην Ελλάδα, χωρίς να είναι αναγκαίο η διακίνηση αυτή να γίνεται δια της τελωνειακής υπηρεσίας. Ο κατηγορούμενος όταν ηρωτήθη εις το αεροδρόμιο από τους αρμοδίους αστυνομικούς τι είναι αυτά στις αποσκευές του απήντησε "φαγητό" (βλ. κατάθεση ... στα παρόντα πρακτικά) όπερ μαρτυρεί ακριβώς ότι εγνώριζε ότι δεν μετέφερε μόνο τουλάχιστον τα προσωπικά του είδη στις βαλίτσες του, και εφ' όσον βρήκε την τσάντα (με τις "κομπόστες") έξω από το ξενοδοχείο στο ..., όπου είχε πάει διακοπές. Άλλωστε εγνώριζεν ότι επρόκειτο περί απαγορευμένης μεταφοράς, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν εγνώριζε και ούτε μπορούσε να γνωρίζει το περιεχόμενο των κυτίων, τα οποία δεν διενοήθη να ελέγξει, διότι δεν τα παρέλαβεν ο ίδιος κατά τ' άνω και δεν του γνωστοποιήθηκε ποτέ τι μετέφερε και συνεπώς υπήρξε πραγματική πλάνη κατ' άρθρο 30 παρ. 1 Π.Κ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος και, εντεύθεν, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγου αποκλεισμού του καταλογισμού, διότι και εάν ακόμη δεν εγνώριζε (πράγμα που δεν γίνεται δεκτό), εν όψει του ότι εξετέλει μίαν απαγορευμένη μεταφορά, δεν επικαλείται τι εις πάσαν περίπτωση, νόμιζεν ότι μετέφερε, ώστε να αποκλειστεί ο δόλος του και η ευσυνείδητη αμέλειά του (Ανδρουλάκης Ποιν.Δ. εκδ. 200 σελ. 285). Περαιτέρω "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστου για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. (άρθρ. 13 στ΄ Π.Κ.). Προς χαρακτηρισμό της κατ' επάγγελμα τέλεσης απαιτείται αντικειμενικά μεν η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, αν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος (Α.Π. 602/2000 Ποιν. Χρον. ΝΑ΄47, ΑΠ 1082/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ΄333, Στεφ. Παύλου Ναρκωτικά σελ. 143, 144, Α.Π. 680/2000 Ποιν.Χρον ΝΑ΄ 44=ΝοΒ 48, 1629). Έτι περαιτέρω ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από την βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής τους. Τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον (άρθρ. 13 Π.Κ.) η ιδιαίτερη δε επικινδυνότητα προβλέπεται (κ) από το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 όπως ισχύει. Στην προκειμένη περίπτωση από την οργάνωση της συνολικής επιχειρήσεως της μεταβάσεώς του είς ... και της επιστροφής του - άφιξη εις Ελλάδα (μέσω ...), της επιμελημένως συσκευασίες της κοκαΐνης εντός των μεταλλικών κυτίων με την παραπλανητικήν ένδειξη κομπόστα μάρκαι ...της αποκρύψεως μετά προσοχής και πλείστης επιμελείας εκ τας αποσκευάς του, και εντεύθεν, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο κατ/νος, με πρόθεση επανειλημμένως τελέσεως της άνω πράξεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμού εισοδήματος, ομοίως και από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεώς του προκύπτει ροπή του σταθερή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, της παραβάσεως του Ν. περί ναρκωτικών, ως στοιχείον της προσωπικότητάς του. Επίσης οι περιστάσεις ως άνω υφ' ας ετελέσθησαν οι πράξεις του κατηγορουμένου, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητος αυτών, του τρόπου και των συνθηκών τέλεσής τους, των αιτίων, που τον ώθησαν εκ ταύτην και της προσωπικότητός του, η οποία εμφανίζει αδυναμία αντιστάσεως και ευάλωτο, μαρτυρεί αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων. Μετά ταύτα πάντα ο κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατοχής, διαμετακομίσεως, μεταφοράς και εισαγωγής ναρκωτικής ουσίας, κοκαΐνης, τελεσθεισών κατ' επάγγελμα και συνήθεια και υπό δράστου ιδαιτέρως επικινδύνου, αντικείμενο των οποίων είναι η αυτή ποσότης, (15,5 κιλά), εξού και θα επιβληθεί μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας εν προκειμένω θα ληφθεί υπόψη, η συνολική εγκληματική δράση του κατ/νου. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι αρκεί για το κατ' επάγγελμα ή βάσει οργανωμένου σχεδίου τέλεση των άνω πράξεων, εφ' όσον κατά τ' άνω, λόγω της μεγίστης ποσότητος και του βαρέος είδους της ναρκωτικής ουσίας προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος του κατ/νου, ενώ, περαιτέρω, συντρέχει και επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερης επικυνδυνότητας, καθ' όσον ο δράστης καίτοι εσκέφθη να διαμετακομίσει και μεταφέρει μέσω πλειόνων χωρών, την κοκαΐνη και να την εισάγει εις την Ελλάδα και να την κατέχει εξακολουθών να την αποκρύβει αριστοτεχνικώς, δεν στάθμισε την τεράστια ζημία και βλάβη που θα προκαλέσει σε ανθρώπους κυρίως νέους που θα την χρησιμοποιήσουν (ΑΠ 25/1996 Παν. Χρον. ΜΕΤ. 1306), χωρίς να έχει σημασία το ότι μετά έδωσε το τηλέφωνο για το τηλεφωνικό ραντεβού που είχε στους αστυνομικούς, προκειμένου αυτοί να μιλήσουν με τον παραλήπτη της κοκαΐνης. Γι' αυτό και οι ως αυτοτελείς υποβληθέντες ισχυρισμοί του κατ/νου, ότι δεν συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 Ν. 1929/1987, μη όντες τοιούτοι, αλλ' άρνηση της κατηγορίας αποτελούντες, πρέπει εις πάσαν περίπτωση, να απορριφθούν. Τέλος, όπως προκύπτει από το άρθρο 84 παρ. 2 α΄ και ε΄ ΠΚ, για να συντρέξουν οι προβλεπόμενες από αυτές ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ΠΚ, πρέπει: α) ο υπαίτιος να έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή - επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή ο έντιμος βίος του να ανάγεται εις όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί μόνον η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου (ΑΠ 17/1999 Ποιν.Χρον. ΜΘ΄ 219-220, Α.Π. 809/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ΄ 248 επ). β) η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου μετά την πράξη του να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, λαμβανομένης υπ' όψη και της βαρύτητος της εγκληματικής του δραστηριότητος και όχι για μικρό χρονικό διάστημα και ιδιαίτερα κατά της διεξαγωγή της δίκης (ΑΠ 809/1997 όπου ανωτ.), να είναι δε συνέπεια ελεύθερης επιλογής του, και όχι εξαναγκασμένης συμμορφώσεώς του προς τους κανόνες συμπεριφοράς των κρατουμένων στην φυλακή (ΑΠ 1258/2002 Ποιν.Χρον. ΝΓ΄423, Α.Π. 296/1999 Ποιν. Χρον. Μ.Θ΄ 1036 επ., 1044) διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαγωγή του στην κοινωνία (Α.Π. 268/1996, Ποιν. Χρον. ΜΕΤ΄ 1646, Α.Π. 1553/1995 Ποιν. Χρον. ΜΕΤ΄ 896, Α.Π. 2036/2001 Ποιν. Χρον. 2000 462, Α.Π. 368/1990 Ποιν. Χρ. ΜΑ΄ 23. Εν προκειμένω ο κατ/νος ισχυρίζεται, ότι προ των πράξεων διήγαγον έντιμον βίον, ως απαιτεί το άρθρ. 84 παρ. 2α΄ Π.Κ. και έχει λευκό ποινικό μητρώο, εργασθείς σε θέση μερικής απασχόλησης και τούτο λόγω της παθήσεώς του, μέχρι τον Νοέμβριο 1999. Όμως ταύτα δεν αρκούν δια την αναγνώριση της τοιαύτης ελαφρυντικής περιστάσεως, χωρίς άλλα συγκεκριμένα, και τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και ενέργειες του κατ/νου, ώστε να κριθεί η συνδρομή της και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός του ισχυρισμός (Α.Π. 296/1999 Ποιν. Χρον. Μ΄Θ΄ (1999), 1036, Α.Π. 1872/1999 Ποιν. Χρον. Ν΄ (2000) 814). Επίσης ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι έδειξε μετά την πράξη του καλή διαγωγή και επικαλείται το από 10/1/2006 πιστοποιητικόν κράτησης της Δικαστικής Φυλακής Λαρίσης, όπου κρατείται από 14/6/2001, με την εξακολούθηση βέβαια των ψυχολογικών του προβλημάτων, και ουδέν άλλο. Διό και ο σχτεικός ισχυρισμός του, περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρο 84 παρ. 2 ε΄ Π.Κ., ήτοι, πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά τα άνω, η καλή συμπεριφορά επεδείχθη αποκλειστικά στην Δικαστική φυλακή, κατά την διάρκεια της κρατήσεώς του και μέχρι σήμερα και δεν οφείλεται σε ελεύθερη αυτού επιλογή, ενώ ούτε ομολόγησε, ούτε αποκάλυψε όλη την πραγματική αλήθεια σχετικά με την υπόθεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, κατοχής, διαμετακομίσεως και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων αυτών, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο. Και όσον αφορά τα εγκλήματα της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, με τις αμέσως παραπάνω επιβαρυντικές περιστάσεις, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά και τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως αυτών από δράστη, ιδιαιτέρως επικίνδυνο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περιπτ. α΄ και ζ΄ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, 8 του ίδιου νόμου 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15β΄ του ν. 2479/1997 και 13 περιπτ. στ΄ και ζ΄ του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν, αναφορικά με τα εγκλήματα της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, που τελέσθηκαν με τις επιβαρυντικές περιστάσεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από δράστη ιδιαιτέρως επικίνδυνο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όμως όσον αφορά τα εγκλήματα της διαμετακομίσεως και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, δεν δικαιολογούν καθόλου την κρίση αυτού, περί τελέσεως των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, κρίση που εμφανίζεται ασύνδετη, σε σχέση με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ενόψει του ότι αυτή δεν στηρίζεται και επί άλλων πραγματικών περιστατικών ενδεικτικών διακομίσεως μέσω της Ελλάδος σε άλλη χώρα και μεταφοράς εντός του εδάφους της ελληνικής επικράτειας ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα. Τέλος το Εφετείο απέκρουσε χωρίς καμιά απολύτως αιτιολογία τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό, περί αναγνωρίσεως υπέρ αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι ωθήθηκε στις πράξεις του από μη ταπεινά αίτια. Επομένως όσον αφορά τα εγκλήματα της διαμετακομίσεως και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και της αναιτιολόγητης αποκρούσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς την καταδικαστική διάταξή της για τις πράξεις της διαμετακομίσεως και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, αλλά και ως προς την απορριπτική της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων διάταξή της, καθώς και ως προς την περί επιβολής ενιαίας ποινής διάταξη αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 110/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνον ως προς την καταδικαστική διάταξή της για τις πράξεις της διαμετακομίσεως και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, ως προς την απορριπτική της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων διάταξή της και ως προς την επιβολή ενιαίας ποινής διάταξη αυτής. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ