Αριθμός 751/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: X1 που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2163/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 69/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 92/27-2-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου X1, κατοίκου.... οδός ...., κατά του υπ' αριθμ. 2163/2006 βουλεύματος του Συμβουλίού Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος, που εξεδόθη κατόπιν ασκήσεως εφέσεως υπό των πολιτικώς εναγόντων 1) .... και 2) ....., κατά του υπ' αριθμ. 685/2005 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρεπέμφθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εις το ακροατήριον δια να δικασθή δι' απάτην κατ' εξακολούθησιν, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ. ΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις τους λόγους αναιρέσεως δεν συμπεριλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμησις των πραγματικών περιστατικών ή των αποδείξεων, αφού εις την περίπτωσιν αυτήν πλήττεται η ουσιαστική κρίσις του δικαστικού συμβουλίου που δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π. 1685/2006 με σύμφωνον πρότασίν μας κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν εις την έκθεσιν αναιρέσεως αναφέρεται ως λόγος αναιρέσεως η έλλειψεις ειδικής αιτιολογίας. Υπό την επίκλησιν όμως του λόγου αυτού το βούλευμα πλήττεται, ως προκύπτει εκ του περιεχομένου της ανωτέρω εκθέσεως, δι' εσφαλμένην εκτίμησιν των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων. Συνεπώς η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 27 Δεκεμβρίου 2006 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένου X1, κατοίκου .....οδός ...., κατά του υπ' αριθμ. 2163/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 22 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται . Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του ΚΠΔ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα ( 476 παρ.1, 513 παρ.1 ΚΠΔ ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί . Ειδικότερα για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής , σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως , στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία , αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η πιο πάνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστικό συμβούλιο από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί, κατά τα προεκτεθέντα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Περαιτέρω, σχετικά με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είχε επικαλεσθεί προς θεμελίωσή τους, αλλά και το χρόνο και τον τρόπο ( με απολογία, υπόμνημα, ένδικο μέσο), με το οποίο τους προέβαλε, για να μπορεί να κριθεί από τον Αρειο Πάγο, αν, όπως προτάθηκαν, ήταν πλήρεις και ορισμένοι, ώστε να χρήζουν αιτιολογημένης απαντήσεως. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιωπηρή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία, όμως, θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως όταν συμβεί κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία ( 510 παρ.1 στοιχ. β ΚΠΔ), όχι και όταν συμβεί κατά την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία. Τούτο δε, διότι η κατά ο άρθρο 170 παρ.2 έλλειψη ακροάσεως δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 του ίδιου Κώδικα διαλαμβανόμενους λόγους αναιρέσεως, προβαλλόμενος δε ο σχετικός λόγος, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, Ισχυρισμός ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστικό συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Περαιτέρω, για να είναι σαφής και ορισμένος ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ή, επί παραβιάσεως εκ πλαγίου της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης, σε τι συνίστανται οι ασάφειες ή λογικά κενά, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και τέλος επί εσφαλμένης ερμηνείας, ποιά είναι η αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται το 2163/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως των πολιτικώς εναγόντων .... και ...., κατά του 685/2005 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο (προσβαλλόμενο βούλευμα)παραπέμφθηκε ο αναισεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ. Στην κρινόμενη 179/27-12-2006 έκθεση αναιρέσεως διαλαμβάνονται ως λόγοι αναιρέσεως: 1) Η έλλειψη της κατά το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ επιβεβλημένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 2) Η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, "καθόσον το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως και στα προκύψαντα περιστατικά υπάρχει μεταξύ τους αντίφαση, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στο νόμο" και 3) Η παράλειψη του Συμβουλίου Εφετών να αποφανθεί επί νομίμως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να στερείται το βούλευμα της πιο πάνω επιβαλλόμενης αιτιολογίας. Προς θεμελίωση των πιο πάνω λόγων ο αναιρεσείων διαλαμβάνει στο αναιρετήριο τις εξής αιτιάσεις. 1) Ότι "αναιτιολόγητα και με αντιφατικούς ισχυρισμούς" το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι ο μηνυτής του κατέβαλε το ποσό των 145.741,93 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από το Φθινόπωρο του 2001 μέχρι το Φθινόπωρο του 2002, δεχόμενο συνάμα ότι ο εγκαλών στις 29-1-2001 ανέλαβε από την Αγροτική Τράπεζα το ποσό των 8.253.000 δρχ., χρόνος που δεν συμπίπτει με το χρονικό διάστημα καταβολής των χρημάτων σε αυτόν. 2) Ότι το βούλευμα δέχθηκε ότι από την ενημέρωση της Αγροτικής Τράπεζας προκύπτει ότι έλαβε στις 21/9/2001 8.253.000 δρχ, ενώ για τα υπόλοιπα χρήματα των 42.000.000 δρχ περίπου οι Τράπεζες δεν είχαν στοιχεία για να χορηγήσουν αντίγραφα των γενομένων καταβολών. 3) Ότι παρέλειψε το Συμβούλιο Εφετών να αποφανθεί επί προταθέντος αυτοτελούς κρισίμου ισχυρισμού του Ειδικότερα: α) Με το 6/2/02 νομίμως κατατεθέν και επικληθέν έγγραφο περί των γενομένων καταβολών στον εγκαλούντα, που φέρει τις μονογραφές αυτού, προκύπτει ότι το ποσό των 25.960.000 δρχ, που ήταν τοκογλυφική οφειλή, μετά από καταβολές απέμεινε ποσό 7.242.000 δρχ. Επί του ως άνω δε ισχυρισμού του το Συμβούλιο, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, απάντησε αναιτιολόγητα, ότι εγκαλών δηλώνει ότι δεν είναι δικές του οι λευκές μονογραφές δίπλα από τα χρηματικά ποσά. β) Ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ενισχυόταν και από την από την 17/11/2003 αγωγή του εγκαλούντος κατά της "Oscar Press ΕΠΕ" για δάνειο που χορήγησε σε αυτήν και όχι στον αναιρεσείοντα προσωπικά, πλην όμως το Συμβούλιο παρέλειψε να αποφανθεί επί του ισχυρισμού του ότι το δάνειο αφορούσε τοκογλυφικό δάνειο που είχε πλήρως εξοφληθεί. Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη αίτηση δεν περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 ΚΠΔ, αλλά, με την επίφαση της ελλείψεως νόμιμης αιτιολογίας και της ελλείψεως, νόμιμης βάσεως του βουλεύματος, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου, αφού, μεταξύ των περιεχομένων στην διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 ΚΠΔ, λόγων αναιρέσεως δεν συμπεριλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικότερα, στην έκθεση αναιρέσεως αναφέρεται μεν ως λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται αυτή. Επίσης αναφέρεται ως λόγος αναιρέσεως ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως, λόγω υφισταμένων αντιφάσεων, πλην όμως οι χαρακτηριζόμενες από τον αναιρεσείοντα, ως αναιτιολόγητες και αντιφατικές, πιο πάνω, παραδοχές του βουλεύματος, συνιστούν σχετική με τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου, χωρίς να ενέχουν οποιαδήποτε αντίφαση, ούτε βεβαίως ενέχει αντίφαση η παραδοχή ότι ο μηνυτής κατέβαλε στον κατηγορούμενο, από το Φθινόπωρο του 2001 μέχρι το Φθινόπωρο του 2002, 145.741,93 ευρώ, με την παραδοχή ότι ο εγκαλών ανέλαβε από την Αγροτική Τράπεζα 8.253.000 δρχ. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο Εφετών "παρέλειψε να αποφανθεί επί του νομίμως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού ...." ως έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, εκτιμώμενος, δεν θεμελιώνει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία, ως λόγος δε αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας , είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες σχετικά με το λόγο αυτό πιο πάνω αιτιάσεις πλήττουν απαραδέκτως την περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου. Ανεξαρτήτως δε αυτού, οι εν λόγω αιτιάσεις, για απόρριψη χωρίς αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, έτσι όπως διατυπώθηκαν, είναι αόριστες, και συνεπώς απορριπτέες ως απαράδεκτες και διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είχε επικαλεσθεί προς θεμελίωσή τους, αλλά ούτε και το χρόνο και τον τρόπο (με απολογία, υπόμνημα, ένδικο μέσο), με τους οποίους τους προέβαλε, για να μπορεί να κριθεί από τον Αρειο Πάγο, αν, όπως προτάθηκαν, ήταν, ως λόγοι αναιρέσεως, παραδεκτοί, πλήρεις και ορισμένοι, ώστε να χρήζουν αιτιολογημένης απαντήσεως. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος ( κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα ) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 179/27-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του X1, κατοίκου ..... κατά του 2163/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Και Kαταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 3 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ