Αριθμός 742/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: ?Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης:Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 449/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και που στο ακροατήριο παρέστη ο νόμιμος εκπρόσωπός της, ... και διόρισε ως πληρεξούσιο τον δικηγόρο Νικόλαο Κριθαρά. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 819/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 ΠΚ , όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της και εφόσον αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε. Επίσης από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού από τον πλαστογράφο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρία πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 449/2006 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη υπήρξε υπάλληλος της ΔΕΗ και υπηρετούσε, στην ..., στη Διεύθυνση ..., ενώ στην ίδια Δ/νση υπηρετούσε και η συγκατηγορούμενή της στην πρωτοβάθμια δίκη Ζ με την οποία η κατηγορουμένη είχε στενές σχέσεις. Κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 8/9/98 έως 26/7/99 η κατηγορουμένη από κοινού με τη Ζ, ενεργώντας με κοινό δόλο, μετά από συναπόφασή τους, αφαίρεσαν από το ταμείο διαχείρισης της πιο πάνω υπηρεσίας της ΔΕΗ τμηματικά το συνολικό ποσό των 654.000 δραχμών, για να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Ειδικότερα, αυτές, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι είχαν, ως εκ της ιδιότητάς τους, τη δυνατότητα πρόσβασης στους χώρους του ταμείου της παραπάνω υπηρεσίας, ενεργούσαν έτσι, ώστε η μεν Ζ άνοιγε το χρηματοκιβώτιο και αφαιρούσε από αυτό τα διάφορα χρηματικά ποσά, που αναφέρονται στο διατακτικό και τα οποία ποσά στη συνέχεια αυτές μοίραζαν μεταξύ τους, ενώ η κατηγορουμένη επιτηρούσε το χώρο. Μάλιστα, η αφαίρεση χαρτονομισμάτων εκ μέρους της Ζ από το εν λόγω χρηματοκιβώτιο, στις 26/7/99, διαπιστώθηκε και με τη χρήση κάμερας ("βίντεο") στο χώρο του χρηματοκιβωτίου, μετά τις υποψίες που είχαν προκληθεί στους αρμόδιους υπαλλήλους, λόγω των εντεύθεν ελλειμμάτων, τα οποία είχαν προκύψει. Την εν λόγω από κοινού δράση της κατηγορουμένης με την Ζ επιβεβαίωσε η τελευταία στην πρωτοβάθμια δίκη (βλ. τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά), αλλά είχε αρχικά ομολογήσει και η κατηγορουμένη στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας που διενεργήθηκε σε βάρος της και οδήγησε στην απόλυσή της (βλ. ιδίως το ΑP/HM/A-69/29.9.99 πόρισμα της επιτροπής διοικητικής ανάκρισης της ΔΕΗ σε συνδυασμό με το πρακτικό συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου της ΔΕΗ της 4ης/10/01), ενώ η μεταγενέστερη μεταστροφή της, που εκδηλώθηκε με τον απολογητικό, αλλά και τον ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ισχυρισμό της, ότι δήθεν προέβη στην επίμαχη ομολογία της κάτω από την πίεση των μελών της επιτροπής διοικητικής ανάκρισης, για να βοηθήσει την παραπάνω τότε συνάδελφό της, δεν επιβεβαιώνεται, ούτε αποδεικνύεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση, που της αποδίδεται, πρέπει, να κηρυχτεί ένοχη. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι η κατηγορουμένη, έχοντας εξαντλήσει τη δυνατότητα λήψης προκαταβολών έναντι της μισθοδοσίας της για το έτος 1999 και θέλοντας να επιτύχει τη λήψη τέτοιας προκαταβολής, στις 16/7/99, κατάρτισε μια απόδειξη πληρωμής, για ποσό 150.000 δραχμών και έθεσε επάνω σ' αυτήν την υπογραφή της υπαλλήλου του ελέγχου Ψ, αυθαίρετα, χωρίς τη συναίνεσή της εν λόγω υπαλλήλου, η οποία ήταν απαραίτητη για να προβεί στη νομότυπη πληρωμή της προκαταβολής ο αρμόδιος διαχειριστής. Τούτο έπραξε, προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση της τον αρμόδιο διαχειριστή της ως άνω υπηρεσίας, περί του ότι δήθεν η πληρωμή αυτή είχε ελεγχθεί από την υπάλληλο του ελέγχου και πράγματι έκανε χρήση της επίμαχης απόδειξης πληρωμής, καθόσον, προσκομίζοντάς την στον αρμόδιο διαχειριστή, εισέπραξε το παραπάνω ποσό. Η πλαστότητα της φερόμενης ως υπογραφής της Ψ, πειστικά βεβαιώθηκε από όσα κατέθεσε ιδίως ο μάρτυρας κατηγορίας ..., διαχειριστής της πιο πάνω υπηρεσίας της ΔΕΗ κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ο οποίος μάλιστα, με βάση την προσωπική του αντίληψη, μεταξύ άλλων, εξέθεσε ότι η Ψ επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η φερόμενη ως υπογραφή της στην εν λόγω απόδειξη δεν ήταν δική της. Επομένως, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, αναφορικά με την ως άνω απόδειξη, πρέπει αυτή να κηρυχτεί ένοχη". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη κλοπής, κατ' εξακολούθηση, την οποία τέλεσε κατά συναυτουργία με την συγκατηγορουμένη της κατά την πρωτόδικη δίκη Ζ, κατά τις ημερομηνίες που ειδικώς μνημονεύονται καθώς και για κατάρτιση και χρήση πλαστού εγγράφου ( 26 παρ.1α, 17, 45, 94, 98, 272 παρ.1α , 216 παρ.1 ΠΚ) με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Για τη τέλεση των πράξεων αυτών, , το Τριμελές Εφετείο Αθηνών επέβαλε στην ήδη αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφασή του συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών , η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια , Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων , για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα , τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα τέλεσε την πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία με την κατά την πρωτοβάθμια δίκη συγκατηγορουμένη της Ζ, αφού, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της, και οι δύο ενήργησαν με κοινό δόλο μετά από συναπόφασή τους και αφαίρεσαν από κοινού από το ταμείο διαχείρισης της ΔΕΗ, τμηματικά το συνολικό ποσό των 654.000 δρχ. για να το ιδιοποιηθούν παράνομα, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης στον πιο πάνω χώρο. Η κατά συναυτουργία τέλεση της πράξεως αυτής δεν αναιρείται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η συγκατηγορουμένη της αναιρεσείουσας ήταν εκείνη που άνοιγε το χρηματοκιβώτιο του ταμείου, ενώ επιτηρούσε η ευρισκομένη στον ίδιο χώρο αναιρεσείουσα, αφού η αφαίρεση των χρημάτων από το ταμείο από την Ζ γινόταν, όπως είχε συναποφασισθεί, για λογαριασμό και της αναιρεσείουσας, τα δε αφαιρούμενα από το χρηματοκιβώτιο χρήματα τα ιδιοποιήθηκαν αμέσως μετά την αφαίρεσή τους από κοινού παρανόμως και δύο, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, αν και δεν ήταν απαραίτητη η εξειδίκευση των ενεργειών της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι αυτή τέλεσε την πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία με την αναφερόμενη πιο πάνω έννοια και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Αβάσιμες επίσης είναι και οι περαιτέρω αιτιάσεις της ίδιας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς το τρόπο με τον οποίο οδηγήθηκε στην άποψη ότι αυτή τέλεσε το αδίκημα της κλοπής κατ' εξακολούθηση, χωρίς να εξατομικεύει αναλυτικά τις επί μέρους πράξεις. Από τις αλληλοσυμπληρούμενες πιο πάνω παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι η αποκάλυψη των κατ' εξακολούθηση κλοπών που διέπραξε η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα διαπιστώθηκε "μετά από υποψίες που είχαν προκληθεί στους αρμοδίους υπαλλήλους, λόγω των εντεύθεν ελλειμμάτων, τα οποία είχαν προκύψει", παραδοχή από την οποία ανενδοιάστως συνάγεται, ότι από τις ημερομηνίες που διαπιστώθηκαν τα ελλείμματα αυτά, σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στην απόφαση ( παρακολούθηση του χώρου κλπ), προέκυψαν οι αναφερόμενες στην απόφαση επιμέρους ημερομηνίες τελέσεως των κατ' εξακολούθηση εγκλημάτων. Εξάλλου, περαιτέρω εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της κλοπής ( με τη μνεία του ποσού που αφαιρείτο κάθε φορά), δεν απαιτείτο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ισχυρισμό ότι για μία ή για περισσότερες από τις επιμέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν παρατίθενται περιστατικά που να αιτιολογούν ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα τέλεσε το αδίκημα της κλοπής και μάλιστα κατ' συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι . Κατά τα λοιπά οι αναφερόμενες στον τρίτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν τη καταδίκη αυτής και για την πράξη της πλαστογραφίας, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-3-2006 αίτηση αναιρέσεως (με αριθμό πρωτ. 3616/30-3-06) της Χ κατά της 449/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών . Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ΔΕΗ , που ορίζει σε πεντακόσια (500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ