Αριθμός 653/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιο Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σταμούλη, περί αναιρέσεως της 3767/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Βασίλειο Ταουξή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1611/06. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. - Οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 εδ. α΄ και 11 του νόμου 5227/1931 "περί μεσαζόντων" ορίζουν τα εξής: α) είναι άκυρος και ουδέν συνεπάγεται αποτέλεσμα πάσα συμφωνία καθ' ην το έτερον των μερών, αντί ορισμένης αμοιβής ή επί ποσοστοίς ή επί οιωδήποτε εν γένει ανταλλάγματι αναδέχεται όπως, καθ' οιονδήποτε τρόπον, επιτύχει ή συντελέσει εις την σύναψιν μετά του Δημοσίου ή Δήμου ή Κοινότητος ή Κρατικής επιχειρήσεως ή μονών ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, συμβάσεως, εχούσης οιονδήποτε αντικείμενον ή περιεχόμενον, ή και, ασχέτως προς πάσαν σύμβασιν, προκαλέσει οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν των προσώπων τούτων ή των υπαλλήλων ή οργάνων εν γένει αυτών (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α΄), β) με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με την αναφερόμενη χρηματική ποινή τιμωρείται όστις παριστών ψευδώς ή αληθώς ότι ως εκ των σχέσεων αυτού ή της ιδιότητός του ή εν γένει της επιρροής και του κύρους αυτού δύναται να επιτύχει υπέρ άλλου ή και υπέρ εαυτού, αλλά δια λογαριασμόν άλλου, την σύναψιν οιασδήποτε συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή των λοιπών εν άρθρω 1 του παρόντος αναφερομένων προσώπων ή και, ασχέτως προς πάσαν σύμβασιν, προκαλέσει οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν των προσώπων τούτων, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, λαμβάνει αμοιβήν ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεσιν τοιαύτης αμοιβής ή ανταλλάγματος υπέρ τρίτου (άρθρο 11). Εξάλλου, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γένει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το ειδικό έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 11 του νόμου 5227/1931 δεν αποτελεί ειδική διάταξη ("lex specialis") σε σχέση προς τη διάταξη του άρθρου 386 Π.Κ. αλλά, συρρέει αληθώς με το έγκλημα της απάτης, αφού έχει ιδία αυτοτελή υπόσταση, διακρίνεται αντικειμενικώς και δεν αποτελεί στοιχείο ή περιεχόμενο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ., προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται α) ο σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη αληθινών, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις του δράστη. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 Π.Κ., νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις. Η παράσταση περί ικανότητας ή δυνατότητας ορισμένου προσώπου αποτελεί παράσταση "γεγονότος". Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του Π.Κ., συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσότερων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει, ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστικά ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαία κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες της τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ν' αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά σ' αυτή τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο σχετικό πόρισμα, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 3767/2006 απόφασή του, δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού, ότι, από την εκτίμηση και αξιολόγηση των σ' αυτή αναφερομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά τον Ιανουάριο 1998, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν υπάλληλος του ΗΛΠΑΠ, γνωρίσθηκε με τον Ζ1, που ήταν υπάλληλος του Δήμου Αθηναίων και ασχολείτο στη Διεύθυνση Καθαριότητας, που έχει τα γραφεία της επί της ...... Η γνωριμία τους έγινε στο ..... που βρίσκεται δίπλα στα γραφεία της Διεύθυνσης καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων, όπου ο κατηγορούμενος απασχολείτο τα απογεύματα. Ο κατηγορούμενος, από κοινού ενεργώντας με τον παραπάνω, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη της παθούσας Ψ1 να ανεύρει εργασία για τα τέκνα της, παρέστησε σ' αυτήν ότι έχει την δυνατότητα και ήταν σε θέση να μεσολαβήσει για το διορισμό των δύο παιδιών της καθώς και της νύφης της ως υπαλλήλων στο Δήμο Αθηναίων, αναφέροντας σ' αυτήν ότι ο Ζ1, που είναι φίλος του, έχει τα μέσα και τις γνωριμίες στο Δήμο Αθηναίων και μπορεί να διορίσει αυτά στην υπηρεσία καθαριότητας, αφού κατέχει διευθυντική θέση και είτε προεδρεύει της επιτροπής προσλήψεων, είτε συμμετέχει σ' αυτές, είτε γνωρίζει τον πρόεδρο και τα μέλη αυτής και ότι, για να επιτευχθεί ο διορισμός, απαιτείται να καταβάλει το συνολικό ποσό των 4.500.000 δρχ. Η παθούσα πείσθηκε σ' αυτά που της είπε και κατέβαλε για το σκοπό αυτό το ανωτέρω ποσό. Όλες όμως οι παραπάνω παραστάσεις ήσαν ψευδείς και το γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού ο Ζ1 δεν προήδρευε της επιτροπής προσλήψεων υπαλλήλων του Δήμου Αθηναίων και ούτε αυτός είχε τη δυνατότητα επιρροής των παραπάνω επιτροπών, γι' αυτό ουδέποτε τα τέκνα της παθούσης διορίσθηκαν στο Δήμο Αθηναίων. Με αυτές τις ψευδείς παραστάσεις ο κατηγορούμενος πέτυχε τον αρχικό σκοπό του, αφού αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της παθούσης. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αρνήθηκε ότι τέλεσε την ως άνω πράξη ισχυριζόμενος ότι υπήρξε και ο ίδιος θύμα του Ζ1, αφού κατέβαλε σ' αυτόν χρήματα για να διορίσει την κόρη του. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας είναι σαφείς περί της αυτοπροσώπου και αμέσου συμπράξεως και αυτού στην τέλεση της παραπάνω πράξης. Ειδικότερα η παθούσα Ψ1 κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που την έφερε σε επαφή με τον Ζ1 και της παρέστησε ότι "ο Ζ1 ήταν μεγάλη δύναμη μέσα στο Δήμο και είχε τη δύναμη να διορίζει και να βοηθάει κόσμο, κάτι που είχε κάνει και στο παρελθόν" και ότι "το εγκώμιο του Ζ1 έπλεκαν ο Χ1... και ότι όλοι θεωρούσαν ότι ο Χ1 ήταν βασικός συμμέτοχος". Περαιτέρω ο μάρτυρας .... καταθέτει ότι "Ο Χ1 ήταν μέσα στη σπείρα, δεν ήταν θύμα. Αργότερα διαπίστωσα ότι ο Ζ1 δεν ήταν πρόεδρος, ο Χ1 κατηύθυνε όλα τα άτομα". Και η μάρτυρας ..... ότι "Η .... ερχόταν καθημερινά στο γραφείο μας και στις συζητήσεις ακουγόταν μονίμως το όνομα του Χ1.Το ίδιο και στις τηλεφωνικές συζητήσεις με την Ψ1 που ο Χ1 της έλεγε ότι έχει τη δυνατότητα να της τακτοποιήσει τα παιδιά στο Δήμο". Εξάλλου, το γεγονός ότι η παθούσα δεν κατέβαλε αμέσως στο κατηγορούμενο τα χρήματα αλλά στον Ζ1 δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση, ότι ο κατηγορούμενος δεν συνέπραξε στην τέλεση της ως άνω πράξεως. Εξάλλου, όπως κατέθεσε και η παθούσα, ο κατηγορούμενος, μετά την εις βάρος του άσκηση ποινικής διώξεως, πρότεινε σ' αυτήν, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, να της επιστρέψει το ήμισυ του καταβληθέντος ποσού, ενώ το υπόλοιπο υποσχέθηκε αρχικά να καταβάλει ο Ζ1, ο οποίος αναίρεσε τα όσα είχε υποσχεθεί και εξαφανίσθηκε. Τα ίδια βεβαιώνει και η μάρτυρας ....., η οποία κατέθεσε "Μαζί με την Ψ1 πήγαμε στο γραφείο του δικηγόρου της και μας είπε "έχω μιλήσει με το δικηγόρο του Χ1 , ώστε να δεχτείς τα μισά που δίνει. Η Ψ1 δεν δέχθηκε. Δεν μπορώ να καταβάλω γιατί ο Χ1, δεν έκανε μήνυση, αφού έλεγε ήταν παθών". Ενόψει των πιο πάνω αποδειχθέντων το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικαστική πεποίθηση, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδομένη σ' αυτόν ως άνω πράξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο απάτης κατά συναυτουργία τελεσθείσας και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. 3.- Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφαση που προσβάλλεται την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει λεπτομερώς, σαφώς και χωρίς καμιά αντίφαση, και τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία θεμελίωσε την κρίση του, και τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω πλημμελήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και, τέλος, τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 386§1 ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, αλλά, αντίθετα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα δεν δημιουργείτε καμία ασάφεια και αντίφαση από την παραδοχή ότι η εξαπατηθείσα παθούσα κατέβαλε το παραπάνω ποσό στον συγκατηγορούμενο του αναιραισείοντος Ζ1 και όχι στον ίδιο τον αναιρεσείοντα, αφού η παραδοχή αυτή δεν ήταν αναγκαία για την θεμελίωση της κατ' αυτού κατηγορίας για απάτη από κοινού, η οποία στοιχειοθετείται, ανεξάρτητα από τη στοιχειοθέτηση και του εγκλήματος της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, τα παραπάνω εγκλήματα συρρέουν αληθώς και όχι φαινομενικώς. Πρέπει επομένως να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγος της αίτησης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 583§1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 3767/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ και β) στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ