Αριθμός 1640/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης .............................., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Προυσανίδη, περί αναιρέσεως της 9917/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στο από 27 Απριλίου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 258/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 349 παρ. 3 του ΠΚ, όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση, με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας, που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Ο δράστης ενεργεί κατ' επάγγελμα όταν προβαίνει στην πράξη με τη θέληση να αποτελεί γι' αυτόν η επανάληψή της πηγή βιοπορισμού, ενώ από κερδοσκοπία ενεργεί αυτός, όταν αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλική ή ενήλικη, έστω και μία φορά. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία συγχρόνως, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση από την παραδοχή ότι η συγκεκριμένη πράξη έχει τελεστεί κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Επίσης, δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο, έναντι αμοιβής. παρέσχε η παρακινούμενη σαρκικές ηδονές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο των από το άρθρο 84 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ελαφρυντικών περιστάσεων, όχι όμως και εκείνος με τον οποίο ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής: "... Η κατηγορουμένη, την 3η-2-2005, στον .............. Αττικής, αφού είχε μισθώσει διαμέρισμα κείμενο στην οδού ............., εκμεταλλευόμενη την απορία και την ανάγκη των αλλοδαπών γυναικών 1) .............., 2) ..............., 3) ......................, τις παρότρυνε και τις έπεισε να εκδίδονται σε πελάτες, δηλαδή σε αόριστο αριθμό ανδρών, αντί αμοιβής 60 € από κάθε έναν, στο εν λόγω διαμέρισμα, τη χρήση του οποίου παραχωρούσε η ίδια για το σκοπό αυτό. Για την εξεύρεση των πελατών και την συμφωνία των ερωτικών "ραντεβού" εφρόντιζε η ίδια η κατηγορουμένη, η οποία εμφανιζόμενη με το ψευδώνυμο "..........", χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό το κινητό τηλέφωνο της, για κάθε δε ερωτική συνάντηση η κατηγορουμένη έπαιρνε από τις ως άνω αλλοδαπές ένα μέρος από τα 60 €, όπως κατέθεσαν και οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας, εκ των οποίων ο ένας είναι αστυνομικός, οι δε άλλοι δυο ιδιώτες, οι οποίοι επληροφορήθησαν τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της ".................." από φίλους τους και επισκέφθησαν κατόπιν "ραντεβού" το ως άνω διαμέρισμα. Από όλα τα ανωτέρω αλλά και από το γεγονός ότι οι αναφερθείσες αλλοδαπές δεν είχαν εφοδιασθεί για την ως άνω απασχόληση τους με πιστοποιητικά ασκήσεως επαγγέλματος, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη ετέλεσε την πράξη της μαστροπείας αφ' ενός μεν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και από την υποδομή την οποία είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος, αφετέρου δε από κερδοσκοπία για τον πορισμό αθεμίτου κέρδους. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για αυτήν την πράξη απορριπτόμενου ως αβασίμου του ισχυρισμού της περί τελέσεως εκ μέρους της του εγκλήματος της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας και του αναλόγου αιτήματος της περί μεταβολής της κατηγορίας, αφού δεν απεδείχθη ότι οι αλλοδαπές είχαν ήδη πορνευθεί όταν άρχισε να τις εκμεταλλεύεται η κατηγορουμένη". Με τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διατάξη του άρθρου 349 παρ. 3 του ΠΚ που εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη των τριών αλλοδαπών γυναικών για ανεύρεση εργασίας, παρότρυνε και έπεισε αυτές, που προηγουμένως δεν είχαν πορνευθεί να εκδίδονται σε άγνωστο αριθμό ανδρών. Προς τούτο τις εγκατέστησε σε διαμέρισμα που είχε μισθώσει στο όνομά της και η ίδια προσωπικά, με τηλεφωνικά ραντεβού τα οποία εκείνη έκλεινε, χρησιμοποιούσα το ψευδώνυμο, ρύθμιζε τις ερωτικές συναντήσεις των εν λόγω γυναικών και την αμοιβή την οποία θα εισέπρατταν, μέρος της οποίας παρακρατούσε η ίδια. Περαιτέρω, με επαρκείς σκέψεις το δικαστήριο δέχεται την κατ΄επάγγελμα και από κερδοσκοποία τέλεση της πράξης, εκ περισσού δε και πλεοναστικώς απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό της κατηγορουμένης για την από αυτή τέλεση του εγκλήματος της διευκύλυνσης αλλοτρίας ακολασίας, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, με τις παραδοχές της αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Με την αναφορά της αναιρεσείουσας στις προανακριτικές καταθέσεις των εκδιδόμενων γυναικών και στις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και η διαφορετική από αυτή αξιολόγηση των καταθέσεων αυτών, πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και εκ του λόγου αυτού η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη. Τέλος, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωση των από το άρθρο 4 παρ. 2α και 2δ΄ του ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων, ισχυρίσθηκε, επικαλούμενη και το λευκό της ποινικό μητρώο, ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε τιμωρηθεί και ότι μέχρι την τέλεση του εγκλήματος εργαζόταν ως εκπαιδεύτρια αεροσυνοδός, μετά δε την πράξη σταμάτησε οποιαδήποτε σχετική με το άνω έγκλημα δραστηριότητα και εργάζεται πλέον ως αεροσυνοδός σε αεροπορική εταιρία. Οι άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί, χωρίς να προτείνονται επαρκή πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση αυτών, μη αρκούντων των γεγονότων της μη ποινικής καταδίκης και της εργασίας της αναιρεσείουσας, αορίστως προβλήθηκαν και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται με το αναιρετήριο και τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-1-2007 αίτηση της ..................................... και το από 27-4-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων της ίδιας, για αναίρεση της 9.917/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ