Αριθμός 812/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 45422/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1562/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 340 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ "ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση μπορεί και να διορίζει δικηγόρο για την υπεράσπισή του". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου όπως είχε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πιο κάτω πρωτόδικης απόφασης (9-2-2004), δηλαδή πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του ν. 3346/2005, που άρχισε να ισχύει από 17-6-2005, "Σε πταίσματα και πλημμελήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του.......Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Περαιτέρω κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η απόφαση του δικαστηρίου που εκδόθηκε κατά του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά το ίδιο δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, επέτρεψε σ' αυτόν την εκπροσώπησή του από συνήγορο, τον οποίο έχει διορίσει με έγγραφη δήλωσή του, λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου και ότι, στην περίπτωση αυτή, η τασσόμενη με το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προθεσμία των δέκα ημερών για την άσκηση εφέσεως, αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η επίδοσή της στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα δε με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της εφέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής (έφεσης) από τον εκκαλούντα, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εκ των οποίων απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει, να εκτείνεται και στο ζήτημα αυτό (Ποινική Ολομέλεια 6 και 7/1994). ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 45422/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τον αναιρεσείοντα και εκκαλούντα-κατηγορούμενο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό 3094/21-3-2006 έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 21441/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε την 9-2-2004 (του αναιρεσείοντος εκπροσωπηθέντος και στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του Ιωάννη Στελλούδη) και με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Από την παραπάνω έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου του λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλλει με αυτή λόγους ανώτερης βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος, εκ των οποίων παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, συνιστάμενους στο ότι, "αυτός έλαβε γνώση της υπάρξεως της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως την 21-3-2006 από τον Διοικητή του Π.Α. Λαυρίου, διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Στελλούδης τον διαβεβαίωσε ψευδώς, ότι θα λάβει γνώση της ανωτέρω καταδικαστικής αποφάσεως δια της επιδόσεως ταύτης και εντός δέκα ημερών θα δει να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως, αφού χορηγήσει προς αυτόν σχετική εξουσιοδότηση, ενώ του απέκρυψε εκ βαρείας αμελείας, ότι θα έδει να πραγματοποιηθεί αυτή μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως (9-2-2004), γεγονός όχι μόνο που το απέκρυψε μέχρι και την 21-3-2006, που καταθέτει το παρόν δικόγραφο, αλλά και διαπίστωσε ότι ούτος δεν εγνώριζε και το γεγονός, ότι όταν ο κατηγορούμενος παρίσταται με σχετική εξουσιοδότηση οφείλει να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως και εν πάση περιπτώσει τουλάχιστον εντός δέκα ημερών από ταύτην, δι' ην αιτία και δεν εζητήθη από αυτόν, ως όφειλε και έδει να συμπεριλάβει εις το περιεχόμενο της δοθείσης, συνταχθείσης από αυτόν και υπογραφείσης από τον ίδιο (εκκαλούντα) και την ανωτέρω εντολή εις την από 8-2-2004 εξουσιοδότησή του, με αποτέλεσμα να καθίσταται φανερόν, ότι ουδείς υποχρεούται εις τα αδύνατα, διότι ανωτέρω βία νοείται.........". Εξάλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, την εν γένει συζήτηση και τα όσα εξέθεσε ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα: Από την εκκαλούμενη με αρ. 21441/9-2-2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, προκύπτει ότι αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο της 9-2-2004, πλην όμως εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στελλούδη, δυνάμει της από 8-2-2004 εξουσιοδοτήσεως. Συνεπώς, ο εκπροσωπήσας αυτόν δικηγόρος όφειλε εντός δέκα (10) ημερών από της δημοσιεύσεως της ως άνω αποφάσεως να ασκήσει κατ' αυτής το ένδικο μέσο της εφέσεως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις. Αντίθετα, η έφεση ασκήθηκε από τον παρόντα στη σημερινή δικάσιμο πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο, την 21-3-2006, ήτοι μετά πάροδο της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας. Μετά τα προεκτεθέντα, εφόσον δεν προέκυψε ανωτέρω βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης απόφασης του δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτή ο χρόνος δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης με τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο εκπροσωπούμενο από τον συνήγορό του και ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως καθώς και η ανυπαρξία ανώτερης βίας, και ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, αφού ευθέως δέχεται ότι η επικαλούμενη άγνοια του πληρεξουσίου του δικηγόρου δεν θεμελιώνει καθ' εαυτή λόγο ανώτερης βίας. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ μοναδικό λόγο αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση ειδικότερα με την απόρριψη των λόγων ανώτερης βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ' αριθμό 45422/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέροχνται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ