Αριθμός 1777/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας-πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με το υπ΄ αριθμ. 1508/2006 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τον 1. Χ1 και 2. Χ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 180/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, .με αριθμό 85/23-2-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 526, 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την από 30-1-2007 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας της Ψ1, κατά του υπ΄αρ. 1508/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν της από 9/5/2005 εφέσεως της αιτούσας και πολιτικώς ενάγουσας κατά του υπ΄αρ. 1114/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθόσον απήλλαξαν τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 από τις κατηγορίες της τέλεσης εις βάρος της των αξιόποινων πράξεων της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επιπλέον αποκλειστικά για τον 1ο ως άνω κατηγορούμενο της εκβίασης, συκοφαντικής δυσφήμησης και απειλής και εκθέτω τα εξής: Α) Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η επανεξέταση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω πρώτου απαλλακτικού βουλεύματος με το επιχείρημα ότι προέκυψαν νέα αποδεικτικά μέσα μεταγενέστερα της 19-1-2006, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη, διότι ήταν άγνωστα, από τα μέλη των 2 ως άνω δικαστικών συμβουλίων κατά τη διάσκεψή τους. Τα επικαλούμενα νέα στοιχεία είναι κάποιες ένορκες βεβαιώσεις, 2 μαγνητοταινίες και άλλα έγγραφα, που μνημονεύονται στις σελ. 2-3 της υπό κρίση αίτησης. Β) Κατ΄ά. 527 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ, "2. Την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε μπορεί να ζητήσει μόνο ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που απήγγειλε την αθώωση ή ο προϊστάμενός του εισαγγελέας. 3. Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα. Κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί". Γ) Εξάλλου, κατ΄ά. 528 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγρ. 3 του άρθρου 527, το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης? αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανωτέρω από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση" (εδ. α). Δ) Τέλος, κατ΄ά. 526 ΚΠΔ, "1. Σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, μόνο α) αν βεβαιωθεί ότι ουσιώδη επιρροή στην απόφαση για την αθώωση είχαν πλαστά έγγραφα ή πειστήρια ή άλλη από πρόθεση παράβαση του δικαστικού καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου που συνέπραξε στην αθώωση και β) αν από την αθώωση δεν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος για την παραγραφή του αξιοποίνου της πράξης. 2. Η αναφερόμενη στην παρ. 1 αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας ή της δωροδοκίας ή της παράβασης καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου πρέπει να βεβαιώνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 3. Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και για εκείνον που αθωώθηκε αμετάκλητα με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου". Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη κατά την προαναφερθείσα διάταξη του ά. 527 παρ. 3 ΚΠΔ, διότι δεν περιέχει κανένα από τους λόγους που ρητώς μνημονεύονται στην ως άνω διάταξη του ά. 526 ΚΠΔ. Αντιθέτως, μεταφέρει απαραδέκτως από τη διάταξη του ά. 525 παρ. 1 αρ. 2 ΚΠΔ ως λόγο τα "νέα αποδεικτικά στοιχεία που ήταν άγνωστα στους δικαστές", ενώ η περίπτωση αυτή δεν αφορά αμετάκλητη αθώωση ή απαλλαγή, όπως εν προκειμένω, αλλά αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου κατηγορουμένου. Οι λόγοι λοιπόν που θα μπορούσαν εδώ να προταθούν θα ήταν π.χ. στην αμετάκλητη αθώωση ή απαλλαγή για κακούργημα ή πλημμέλημα να βεβαιώθηκε ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή πλαστά έγγραφα κ.λ.π. και η πλαστογραφία κ.λ.π. ν΄αποδεικνύεται με αμετάκλητη απόφαση, πράγμα που δεν μνημονεύεται στην κρινόμενη αίτηση. ΣΤ) Κατ΄ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει ν΄απορριφθεί ως απαράδεκτη η παρούσα αίτηση κατ΄ά. 527 παρ. 3 εδ. α΄ ΚΠΔ, πέραν του ότι δεν προκύπτει και αν το προσβαλλόμενο υπ΄αρ. 1508/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε την 14/6/2006, κατέστη αμετάκλητο, διότι σε αρνητική περίπτωση υφίσταται και έτερος λόγος απαραδέκτου. Γ Ι΄ Α Υ Τ Ο------------------------ Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Ν΄απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ΄αρ. πρωτ. 356/30-1-2007 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας της Ψ1, κατά του υπ΄αρ. 1508/2006 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να καταδικασθεί η αιτούσα στη δικαστική δαπάνη. Αθήνα 5 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η ίδια η αιτούσα-πολιτικώς ενάγουσα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 526 ΚΠοινΔ "1.Σε βάρος εκείνου που αθωώθηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται μόνο: α) αν βεβαιωθεί ότι ουσιώδη επιρροή στην απόφαση για την αθώωση είχαν πλαστά έγγραφα ή πειστήρια ή δωροδοκία ή άλλη από πρόθεση παράβαση του δικαστικού καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου που συνέπραξε στην αθώωση και β) αν από την αθώωση δεν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος για την παραγραφή του αξιοποίνου της πράξης. 2. Η αναφερόμενη στην παρ.1 αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας ή της δωροδοκίας ή της παράβασης καθήκοντος δικαστή ή ενόρκου πρέπει να βεβαιώνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 3. Οι παρ.1 και 2 εφαρμόζονται και για εκείνον που αθωώθηκε αμετάκλητα με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου". Κατά δε το άρθρο 527 παρ.2 ΚΠοινΔ". Την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου που αθωώθηκε μπορεί να τη ζητήσει μόνο ο εισαγγελέας του δικαστηρίου που απάγγειλε την αθώωση ή ο προϊστάμενός του εισαγγελέας". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εναντίον του αθωωθέντος κατηγορουμένου, ασκουμένη από τον πολιτικώς ενάγοντα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) η από 30-1-2007 αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας εναντίον των Χ1 και Χ2, οι οποίοι απαλλάχθηκαν αμετάκλητα με το 1508/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών από τις κατηγορίες της τελέσεως εις βάρος της αιτούσας των αξιοποίνων πράξεων της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία κατ΄εξακολούθηση και επί πλέον αποκλειστικά ο πρώτος εξ αυτών από την κατηγορία της τελέσεως εις βάρος αυτής των αξιοποίνων πράξεων της εκβιάσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απειλής. 'Όμως, η αίτηση αυτή, ανεξάρτητα του ότι δεν περιέχει κανένα από τους λόγους που ρητώς μνημονεύονται στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 526 παρ.1 ΚΠοινΔ, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι η αιτούσα κλήθηκε να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ.1 ΚΠοινΔ, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιανουαρίου 2007 αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με το 1508/2006 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ