Αριθμός 835/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) χ1και 2) χ2, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 987/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φουρφουλάκη. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.2.2006 αίτησή τους αναιρέσεως και στους από 29.1.2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 365/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του ΠΚ με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον της αρχής η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος αυτούς, ο οποίος συνίσταται στη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η δεύτερη κατηγορουμένη χ2, άσκησε εναντίον της εγκαλούσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης την από 10.9.1997 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί συγκυρία κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων σ' αυτήν ακινήτων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η εγκαλούσα ψ1, προσκόμισε στο Δικαστήριο την από 6.2.1968 επιστολή της δεύτερης κατηγορουμένης - αδελφής της προς αυτήν (εγκαλούσα), στην οποία εκείνη ανέφερε ότι, αφού έλαβε την αναφερομένη σ' αυτήν οικία της μητέρας τους, παραιτείται υπέρ αυτής των 3/8 των εν λόγω ακινήτων. Την επιστολή αυτή η δεύτερη κατηγορουμένη προσέβαλε ενώπιον του Εφετείου Κρήτης ως πλαστή και υπέβαλε εναντίον της μήνυση για πλαστογραφία. Κατά τη διενέργεια της κυρίας ανάκρισης, ο πρώτος κατηγορούμενος - σύζυγος της δεύτερης, εξεταζόμενος ενόρκως για το θέμα αυτό ενώπιον του Ανακριτή Ρεθύμνης κατέθεσε "Το έγγραφο το οποίο παρουσιάσανε οι μηνυόμενοι στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της από 10.9.1997 αγωγής της συζύγου μου σε βάρος τους είναι πλαστό και ουδέποτε το υπέγραψε η σύζυγός μου, πρωτίστως διότι φέρει ημερομηνία......, ημέρα που εγώ και η σύζυγός μου βρισκόμασταν σε γαμήλιο ταξίδι μετά την τέλεση του γάμου μας την 27 Ιανουαρίου του ιδίου έτους", η δε δεύτερη, εξεταζομένη ενόρκως ενώπιον του αυτού Ανακριτή κατά την ίδια ημερομηνία, κατέθεσε: "φέρει (το έγγραφο) ημερομηνία ...... που σημαίνει ότι ήταν αδύνατον να είχε συνταχθεί από εμένα, διότι τον Ιανουάριο του ίδιου έτους παντρεύτηκα το σύζυγό μου και συγκεκριμένα ..... και μέχρι την 11η Φεβρουαρίου βρισκόμασταν σε γαμήλιο ταξίδι". Όλα τα ανωτέρω που κατέθεσαν ενόρκως οι κατηγορούμενοι είναι ψευδή, διότι, όπως αποδείχθηκε, στις ......είχαν επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι. Το γεγονός αυτό πλήρως προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από την υπ' αριθ. ..... ληξιαρχική πράξη γάμου, που έχει συνταχθεί από το Ληξίαρχο Ρεθύμνου, στην οποία αναφέρεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος χ1 εμφανίστηκε στις .......ενώπιόν του και δήλωσε το γάμο του με τη δεύτερη κατηγορουμένη, που τελέστηκε στις ....... Από κανένα δε ασφαλές αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι επέστρεψε για μία ημέρα στο ..... για επαγγελματικούς λόγους και τότε δήλωσε το γάμο του και στη συνέχεια επανήλθε στην Αθήνα όπου ανέμενε η σύζυγός του και συνέχισαν το γαμήλιο ταξίδι. Να σημειωθεί δε ότι η ανωτέρω εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα ψ1 απαλλάχθηκε τελεσίδικα για την πράξη της πλαστογραφίας του πιο πάνω εγγράφου, στο οποίο αναφέρονται οι κατηγορούμενοι στις καταθέσεις τους. Όλα τα παραπάνω κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι μολονότι γνώριζαν ότι αυτά είναι ψευδή και δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και ειδικότερα γνώριζαν ότι η από ...... επιστολή δεν είναι πλαστή, αλλά πραγματικά αυτή έχει συνταχθεί από τη δεύτερη κατηγορουμένη και ότι την ημερομηνία αυτή βρίσκονταν στο ....... και όχι σε γαμήλιο ταξίδι. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ψευδορκίας μάρτυρα και κατεδίκασε τον καθένα απ' αυτούς σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία καταδικάσθηκε καθένας από τους αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν ενόρκως ως μάρτυρες, η αρμόδια για την εξέταση αρχή και η γνώση των αναιρεσειόντων ως προς το ψευδές αυτών. Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων, κατά την οποία οι σχετικές, με τον τόπο καταρτίσεως του ως πλαστού προβληθέντος από ......εγγράφου, παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως τυγχάνουν αντιφατικές, γιατί, ενώ δέχεται ότι το πιο πάνω έγγραφο καταρτίσθηκε από την αναιρεσείουσα χ2 την .... στο ....... της Κρήτης, ακολούθως αναφέρει ότι το έγγραφο τούτο καταρτίσθηκε από την ίδια αναιρεσείουσα την ..... στο ...... της Κρήτης, με συνέπεια εξαιτίας αυτής της αντιφάσεως να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σημείο της αυτό ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο γιατί είναι προφανές ότι η αναφορά ως τόπου καταρτίσεως του ως άνω εγγράφου του ........ Κρήτης, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή και δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς τον πραγματικό τόπο καταρτίσεως του εγγράφου αυτού στο ...... της Κρήτης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επειδή τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι και οι φωτογραφίες δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της ΄δικης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτόν από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Συνεπώς, είναι προφανές ότι, όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκοπήσεως του εγγράφου τούτου από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή του εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, επί της ενοχής των κατηγορουμένων, λήφθηκαν υπόψη τρεις φωτογραφίες, που αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, χωρίς όμως να προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά επιδείχθηκαν στους παράγοντες της δίκης από το διευθύνοντα τη συζήτηση της υποθέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συνάγεται ότι τότε μόνο επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, πλην όμως τέτοια ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός, προς αντίκρουση των εγγράφων τούτων, μπορεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτών αναγκαίες εξηγήσεις. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία επήλθε από το ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής των κατηγορουμένων έλαβε υπόψη το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση από 6.2.1968 πλαστό έγγραφο, του οποίου ως συντάκτρια φέρεται η αναιρεσείουσα χ2 σύζ. χ1, αν και το έγγραφο αυτό δεν αναγνώσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το ως άνω έγγραφο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου για το αποδιδόμενο στους αναιρεσείοντες έγκλημα και οι τελευταίοι μπορούσαν να επιφέρουν σχετικά με το έγγραφο αυτό τις αναγκαίες δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις τους. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως για παραμόρφωση του ως άνω εγγράφου είναι απαράδεκτοι, γιατί λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ δεν συνιστά η παραμόρφωση εγγράφου. Αλλά και ο συναφής τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς προηγουμένως να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, οι εκθέσεις εφέσεως των κατηγορουμένων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού οι εκθέσεις εφέσεως συγκαταλέγονται μεταξύ των διαδικαστικών εγγράφων και δεν αποτελούν έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας, λαμβανόμενες υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος αυτού λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η υπ' αριθ. 1536/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου, γιατί το πρωτόδικο τούτο δικαστήριο, που καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για ψευδορκία μάρτυρα, δεν ήλεγξε αυτεπαγγέλτως την επελθούσα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριό του απόλυτη ακυρότητα, εξαιτίας της παράτυπης σ' αυτό συμμετοχής της Ειρηνοδίκου Περάματος Αικατερίνης Κωτσαριδάκη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή κατά το άρθρο 15 του ΚΠΔ όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγουμένου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, όπως αποτελεί η συμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 του ΚΠΔ από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου, ο οποίος πρέπει να προταθεί κατά τα άρθρα 16 επ. του ΚΠΔ στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, πριν αρχίσει η συζήτηση (άρθρο 339 ΚΠΔ), μόνο δε αν γίνει δεκτός αυτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο εξαιρεθείς στην έκδοση της αποφάσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα. Επομένως, ο πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, περί κακής συνθέσεως του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, ο οποίος στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι υφίστανται γεγονότα δικαιολογούντα υπόνοιες για την αμεροληψία του λαβόντος μέρος σ' αυτό αντεισαγγελέα Εφετών Σταύρου Αθανασάκη, πρέπει να απορριφθεί ως αβίασμος, καθόσον η συνδρομή τέτοιων γεγονότων, ως προς κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 του ΚΠΔ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας, δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, στο οποίο μετέσχε το πρόσωπο τούτο, αλλά λόγο εξαιρέσεως του μετασχόντος. Τέτοιο όμως λόγο εξαιρέσεως του ανωτέρω αντεισαγγελέα δεν προκύπτει ότι υπέβαλαν με αίτησή τους κατά το άρθρο 16 επ. ΚΠΔ οι αναιρεσείοντες, όπως δεν προκύπτει ότι ο λόγος αυτός έγινε δεκτός και παρά ταύτα ο εξαιρεθείς μετέσχε στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Τέλος, ο έκτος και τελευταίος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράλειψη παραθέσεως σ' αυτήν του εφαρμοσθέντος σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού μετά την κατάργηση με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003 της περιπτώσεως Η' της παραγράφου 1 του άρθρου 510 του ΚΠΔ δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αυτός στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως. Λαμαβανομένου δε υπόψη ότι το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε έχει παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως τούτο προκύπτει από τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά συνεδριάσεως, παρέλκει η αυτεπάγγελτη παράθεσή του κατά το άρθρο 514 εδ. δ' του ΚΠΔ). Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6.2.2006 αίτηση των χ1 και χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 987/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ψ1, που ορίζεται εφάπαξ σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ