Αριθμός 686/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ιωάννη Ιωαννίδη,Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βελουδάκη, για αναίρεση της με αριθμό 307/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Με συγκατηγορούμενη τη ......... Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..........., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.Μαΐου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ΄ είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενοι που ήταν μεταξύ τους σύζυγοι και ομόρρυθμοι εταίροι, της εδρευούσης ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "......... Ο.Ε.", περί το τέλος του μηνός Μαΐου του έτους 1999, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα και πολιτικώς ενάγοντα ........., κάτοικο ........., ότι δήθεν η οικονομική κατάσταση της ως άνω εταιρείας, που είχε ως αντικείμενο την εμπορία μοτοσικλετών, μοτοποδηλάτων, ανταλλακτικών και συναφών ειδών, ήταν πολύ καλή, διέθετε μεγάλη πελατεία και ευρύτατο κύκλο συναλλαγών που της απέφεραν τεράστια κέρδη. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις των επέτυχαν να πείσουν τον εγκαλούντα να συνεργασθεί μαζί τους και να εισέλθει στην προειρημένη εταιρεία τους, γεγονός που συντελέσθηκε τελικώς την 16-8-1999, με την υπό τη χρονολογία αυτή τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας, με την οποία η πρώτη των κατηγορουμένων μεταβίβασε εκ του εταιρικού της μεριδίου, που ανερχόταν στο 80% της εταιρείας, το 50% στον εγκαλούντα, και το 29% στο δεύτερο κατηγορούμενο σύζυγο της, του οποίου έτσι το συνολικό ποσοστό ανήλθε σε 49%, ενώ η ίδια διατήρησε το υπόλοιπο 1%. Ο εγκαλών, εισερχόμενος στην εταιρεία άρχισε, με την πάροδο του χρόνου, να πληροφορείται ότι η οικονομική κατάσταση αυτής, δεν ήταν ανθηρά, όπως του την είχαν εμφανίσει οι κατηγορούμενοι στην προσπάθεια τους να τον πείσουν να γίνει μέλος της, αλλά υπήρχαν προβλήματα οικονομικά και για το λόγο αυτό εξεδήλωσε την πρόθεση του να αποχωρήσει. Οι κατηγορούμενοι όμως τον απέτρεψαν, διαβεβαιώνοντας και πάλι αυτόν ψευδώς ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν καλή, αλλά απλώς υπήρχαν περιορισμένης εκτάσεως και προσωρινής διαρκείας προβλήματα ρευστότητος, λόγω μη εισπράξεως τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων από πελάτες, τα οποία συντόμως θα εξέλιπον και η εταιρεία θα συνέχιζε την πολύ καλή και κερδοφόρα οικονομική της πορεία. Με τις διαβεβαιώσεις τους δε αυτές και με άλλες αναλόγου περιεχομένου ψευδείς δηλώσεις τους οι κατηγορούμενοι όχι μόνο ματαίωσαν την εκ της εταιρείας έξοδο του εγκαλούντος, αλλά επέτυχαν επί πλέον, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των μηνών Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του ιδίου έτους (1999), να τον πείσουν να αναλάβει την κάλυψη οφειλών της εταιρείας προς τρίτους, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί πολύ πριν από την είσοδο του ιδίου σ' αυτήν. Έτσι ο εγκαλών, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων περί πολύ καλής και κερδοφόρου οικονομικής πορείας της εταιρείας των και πρόσκαιρου μόνον οικονομικής αδυναμίας αυτής και ότι τα χρήματα του δεν διέτρεχαν οποιοδήποτε κίνδυνο και θα του επιστρέφονταν συντόμως από το αναμενόμενο τίμημα των ήδη πραγματοποιηθεισών πωλήσεων, κατέβαλε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝ ΜΟΤΟ ΕΠΕ" (προμηθεύτρια τους) τμηματικώς το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.000.000 δραχμών, προς εξόφληση χρέους της εταιρείας "......... Ο.Ε.", που είχε δημιουργηθεί πριν από την είσοδο του σ' αυτή, για την εξασφάλιση του οποίου είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 2947/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, περί συντηρητικής κατασχέσεως της κινητής και ακινήτου περιουσίας της οφειλέτριας, ως άνω, εταιρείας. Περαιτέρω, ο εγκαλών, πειθόμενος στις προειρημένες διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων και στις προσωπικές του δεσμεύσεις για επιστροφή των χρημάτων του, εξέδωσε από προσωπικό του λογαριασμό στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, τις κάτωθι μεταχρονολογημένες επιταγές : α) την υπ' αριθμ. ..........., ποσού 2.434.677 δραχμών, σε διαταγή της εταιρείας "........... Ο.Ε.", την οποία οι κατηγορούμενοι μεταβίβασαν δι' οπισθογραφήσεως στην εταιρεία "ΜΟΤΟ CLUB ΕΠΕ", η οποία και την εισέπραξε από την πληρώτρια τράπεζα, β) την υπ' αριθμ. ............, ποσού 1.847.000 δραχμών, σε διαταγή της αυτής εταιρείας, την οποία οι κατηγορούμενοι οπισθογράφησαν σε τρίτη ανώνυμη εταιρεία, εμπορίας μοτοποδηλάτων, η οποία και την εισέπραξε από την πληρώτρια τράπεζα και γ) την υπ' αριθμ. ............, ποσού 3.000.000 δραχμών, σε διαταγή της ιδίας ως άνω εταιρείας των. Όλες οι ανωτέρω διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα αναφορικά προς την οικονομική κατάσταση της εταιρείας των ήταν, ως προελέχθη, ψευδείς, αφού η οικονομική κατάσταση της εταιρείας των, που είχε συσταθεί κατά το έτος 1998, όχι μόνο δεν βρισκόταν σε ανθηρά οικονομική κατάσταση, αλλ' αντιθέτως είχε μεγάλο παθητικό και σωρεία χρεών προς πιστωτές τους, τα οποία βεβαίως εγνώριζαν και αδυνατούσαν να καλύψουν είτε από τα ταμείο της εταιρείας των είτε από δικά τους χρήματα. Για την αντιμετώπιση δε των χρεών αυτών επεδίωξαν και επέτυχαν την είσοδο του εγκαλούντος στην εταιρεία, παραπλανώντας αυτόν ως προς την πραγματική της οικονομική κατάσταση, την οποία αν εγνώριζε ουδέποτε θα εισήρχετο στην εταιρεία, αναδεχόμενος προϋπάρχοντα χρέη της και καταβάλλοντος για λογαριασμό της ποσά τα οποία μετά βεβαιότητος δεν θα μπορούσε να εισπράξει λόγω της κακής της οικονομικής καταστάσεως. Αποτέλεσμα των απατηλών ως άνω ενεργειών των κατηγορουμένων ήταν να ζημιωθεί ο εγκαλών κατά τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά που ανέρχονται συνολικώς σε 19.281.677 δραχμές (12.000.000 + 2.434.677 + 1.847.000 + 3.000.000 = 19.281.677), η ζημία του δε αυτή είναι ιδιαιτέρως μεγάλη. Με τα δεδομένα αυτά οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αξιοποίνου πράξεως της απάτης που τους αποδίδεται. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατ΄ εξακολούθηση απάτης κατά συναυτουργία. Έτσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου άρθρου 386 παρ. 1 εδ. β΄ του Π.Κ., την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να διαλαμβάνονται σ΄ αυτή τα μεγέθη και συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία με αριθμούς, όπως αυτά εξάγονται λογιστικά από τα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας, προς διακρίβωση της οικονομικής καταστάσεως της τελευταίας. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ακολούθως η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 Κ.Π.Δ.) ως εις το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2.5.2006 αίτηση του ........... για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 307/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ