Αριθμός 1639/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 και νυν κρατουμένου στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Βράττη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 8492/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 15/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 91/27.02.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία 17-12-2006 αίτηση του Χ1 και νυν κρατουμένου στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 8492/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και 5 μηνών και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή η οποία υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από πληρεξούσιο ο οποίος έχει ειδική προς τούτο εντολή και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ , οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος των κατηγοριών βάσει των οποίων καταδικάστηκε και στρεφόμενη κατά της με αριθμ 8492/2005 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως προκύπτει από το με αριθμ. 2139/21-12-2005 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου από το οποίο προκύπτει ότι κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της , για την οποία εκθέτω τα παρακάτωΑπό τη διάταξη του άρθρου 525 §1 αριθμ. 2 κατά την οποία "Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1...... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε .......3........" προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται και εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν. Τέτοια δε είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων,ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη (ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682 ΑΠ 816/1999 ΠΧ Ν 343 ΑΠ 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 ΠΧ ΜΘ 313 ΑΠ 9/1999 ΠΧ ΜΘ 218 ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059 ΑΠ 428/1998 ΠΧ ΜΗ 1067 ΑΠ 216 ΠΧ ΜΗ 801 ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661 ΑΠ 476/2005 ΠΧ ΝΕ 2005-987) Τέτοιες μπορούν να είναι νέες καταθέσεις μαρτύρων, βεβαιώσεις ή αποδείξεις περί καταβολής ή επιστροφής χρηματικών ποσών και γενικά κάθε τι σχετικό το οποίο είτε μόνο του ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπ' όψη από τους δικαστές που δίκασαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης καθιστά βέβαιο ότι ο καταδικασμένος ήταν αθώος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της με αριθμ. 8492/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και 5 μηνών και χρηματική ποινή 1467 ευρώ για απάτη κατ' εξακολούθηση και τετελεσμένη και σε απόπειρα, παράβαση του ν. 5227/31 και για υπεξαγωγή εγγράφων λόγω του ότι παρέστησε ψευδώς στον Ξ1 ότι μπορούσε (δήθεν) να τον βοηθήσει μέσω των γνωριμιών του που (δήθεν) είχε να τον βοηθήσει ώστε να εξασφαλιστεί η νομότυπη μετάβαση του στην Αμερική με την σύζυγο του και ότι μπορούσε να προβεί στις σχετικές ενέργειες για την έκδοση των απαιτουμένων ταξιδιωτικών εγγράφων (Viza ,διαβατήρια) και έτσι το έπεισε να του καταβάλλει στις 3-7-1999 και στις 9-7-1999 για τον σκοπό αυτό το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δραχ. κάθε φορά όπως επίσης αποπειράθηκε να τον πείσει να του καταβάλλει για τον ίδιο σκοπό τις 23-12-1999 το ποσό επίσης του 1.000.000 πράξη ή οποία δεν έλαβε την μορφή της ολοκληρωμένης απάτης γιατί ο παθών επειδή του είχαν δημιουργηθεί υποψίες για τα όσα του είχε παραστήσει ως αληθή δεν του κατέβαλλε αυτό το χρηματικό ποσό αλλά ειδοποίησε τις Αστυνομικές αρχές με αποτέλεσμα την επ' αυτοφώρω σύλληψη του. Ο αιτών για ευδοκίμηση της αίτησης του προσκομίζει μια απόδειξη πληρωμής - δήλωση του Ξ1 παθόντα στην οποία αυτός βεβαιώνει ότι έλαβε από τον καταδικασμένο τις 2-11-2006 το ποσό των 4.000 ευρώ σε μετρητά και δύο συναλλαγματικές των 1000 ευρώ η κάθε μια και ότι με τον τρόπο αυτό δέχεται και δηλώνει ότι εξοφλήθηκε πλήρως από αυτόν εφ' όσον πληρωθούν και οι συναλλαγματικές και ότι από πληροφορίες που εν τω μεταξύ συνέλεξε και τις εξηγήσεις που του έδωσε ο καταδικασμένος επιθυμεί να δηλώσει ότι ο καταδικασμένος κατά τον χρόνο της συναλλαγής τους δεν είχε πρόθεση εξαπάτησης του αφού πίστευε ότι υπήρχε η δυνατότητα έκδοσης Ελληνικών διαβατηρίων με την διαδικασία της πολιτογράφησης . Αυτό είναι το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο το οποίο προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας. Από τα πρακτικά της με αριθμ. 8492/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση των κατ' αυτού κατηγοριών κατά την οποία δεν παρουσιάστηκε αλλά εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορο του Αργύριο Βράττη εξετάστηκε σαν μάρτυρας ο Ξ1 ο οποίος κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος του είχε υποσχεθεί να τον στείλει με νόμιμα χαρτιά στην Αμερική στον θείο του ότι του ζήτησε 1.000.000 και του το έδωσε. Μετά του ζήτησε άλλο 1.000.000 που του το έδωσε και στην συνέχεια άλλο 1.000.000 οπότε πήγε στην αστυνομία. Του είπε ότι ήταν δικηγόρος ... ότι δεν του ζήτησε δικαιολογητικά .... Ότι του είπε ότι θα του έβγαζε Ελληνικό διαβατήριο ... και ότι του ζήτησε μόνο το Αλβανικό διαβατήριο που είχε και τίποτε άλλο και ότι αφού του γύρεψε το τρίτο εκατομμύριο ήρθε στην Αθήνα και πήγε στην αστυνομία. Από την αντιπαραβολή του περιεχομένου της κατάθεσης και του περιεχομένου της βεβαίωσης προκύπτει ότι οΞ1 αφού έλαβε το ποσό το όποιο αναφέρεται στην απόδειξη και ικανοποιήθηκε χωρίς να αναιρεί το περιεχόμενο της κατάθεσής του στο ακροατήριο αναφέρεται στην μετά την επιστροφή του ποσού εκ μέρους του δημιουργηθείσα πεποίθηση του περί του ότι ο αιτών δεν είχε πρόθεση να τον εξαπατήσει. Ως εκ τούτου τίποτε νεώτερο δεν αναφέρεται από αυτόν ή μη μόνο η μετά την εκδίκαση της υπόθεσης και μετά την επιστροφή των χρημάτων πεποίθηση του ανακύπτει όμως και πρέπει ν' αντιμετωπιστεί περί του αν το προκύπτον γεγονός της επιστροφής του ποσού των 6.000 ευρώ (4.000 μετρητά και δύο σε δύο συναλλαγματικές των 1000 ευρώ) ασκεί ουσιώδη επιρροή. Το γεγονός αυτό αν λάμβανε χώρα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 393 &2 ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 56 & 2 του Ν. 3160/2003 και στη συνέχεια από το άρθρο 27 του Ν.3346 /2005 που ίσχυε κατά τον χρόνο της εκδίκασης των κατ' αυτού κατηγοριών μέχρι της έναρξης της αποδεικτικής διαδικασίας οπωσδήποτε θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην εξέλιξη της υπόθεσής του. Όμως σήμερα και με τον τρόπο που γίνεται και αφού δεν υπάρχει εντελής ικανοποίηση του παθόντα ουδεμία επιρροή ασκεί και ουδεμία συνέπεια έχει. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτησή του πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία της και να απορριφθεί και το αίτημα της αναστολής. Δια ταύτα Προτείνω όπως Να γίνει δεκτή τυπικά και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 17-12-2006 αίτηση του Χ1 και νυν κρατουμένου στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού Νικολάου με την οποία διώκεται η ακύρωση της με αριθμ. 8492/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και 5 μηνών και η επανάληψη της διαδικασίας. Αθήνα την 15-2-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του Κ. Π. Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, η από 17-12-2006 αίτηση του Χ1 , για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η 8.492/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου, ο αιτών έχει καταδικασθεί για α) για απάτη κατ' εξακολούθηση β) παράβαση του Ν. 5227/1931 και β) για υπεξαγωγή εγγράφων και επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και πέντε μηνών και χρηματική ποινή 1.467 ευρώ. Με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών επικαλείται ως νέες αποδείξεις την από 2-11-2006 απόδειξη πληρωμής - δήλωση τουΞ1 και ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του, επικαλούμενος το ως άνω νέο έγγραφο που δεν υπήρχε και ήταν άγνωστο στους δικαστές που την καταδίκασαν, και από το οποίο καθίσταται φανερό ότι δεν τέλεσε τις πράξεις της απάτης και της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων για τις οποίες καταδικάσθηκε. Η αίτηση νόμιμο έρεισμα έχει τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 στοιχ. 2 Κ.Π.Δ. και παραδεκτά (άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) και πρέπει να ερευνηθεί και κατ' ουσίαν. Από τα πρακτικά και το διατακτικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής που έχει καταστεί αμετάκλητη προκύπτει, ότι ο αιτών (κατηγορούμενος) έχει καταδικασθεί για απάτη κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα β) για παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων και γ) για υπεξαγωγή εγγράφων. Οι πράξεις συνίστανται στο ότι παρέστησε ψευδώς στονΞ1 ότι μπορούσε να τον βοηθήσει, μέσω των γνωριμιών που είχε με τους αρμόδιους υπαλλήλους του Δημοσίου και να προκαλέσει απόφαση αυτών και της πρεσβείας των ΗΠΑ, για τη με νόμιμο τρόπο μετάβαση αυτού και της συζύγου του στην Αμερική και ότι μπορούσε να προβεί στις σχετικές ενέργειες για την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων (βίζα, διαβατηρίων) και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις απέσπασε αμοιβή και έλαβε υπόσχεση αμοιβής, αφού έπεισε τον παθόντα να του καταβάλλει για το σκοπό αυτό την 3-7-1999 και την 9-7-1999 το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δραχμών κάθε φορά και επίσης για τον ίδιο σκοπό την 23-12-1999 αποπειράθηκε να του αποσπάσει 1.000.000 δραχμές, ποσό το οποίο, όμως, ο παθών δεν κατέβαλε, διότι είχε αρχίσει να τον υποψιάζεται και ειδοποίησε την αστυνομία με αποτέλεσμα την επ' αυτοφώρω σύλληψη του Περαιτέρω, η υπεξαγωγή εγγράφων συνίσταται στο ότι την 23-12-1999, στην επί της οδού ..... οικία του, χωρίς να είναι κύριος απέκρυψε έγγραφα και δη α) δελτία αστυνομικής ταυτότητας β) διαβατήριο γ) πιστωτικές κάρτες ελληνικών και ξένων Τραπεζών δ) μπλοκ επιταγών ε) άδεια κυκλοφορίας μοτοποδηλάτου και λοιπά έγγραφα και σφραγίδες ως τα έγγραφα αυτά και οι κύριοι αυτών, αναφέρονται στο διατακτικό της άνω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Από το περιεχόμενο του άνω εγγράφου, το οποίο ο αιτών επικαλείται ως νέο στοιχείο, προκύπτει ότι ο παθών από την πράξη της απάτηςΞ1 στις 2-11-2006 έλαβε από τον αιτούντα το ποσό των 4.000 ευρώ σε μετρητά και δύο συναλλαγματικές των 1.000 ευρώ η κάθε μία λήξεως της μεν πρώτης την 2-1-2007, της δε δεύτερης την 2-3-2007. Στο ίδιο έγγραφο, ο λαβών δηλώνει ότι εφόσον ικανοποιηθεί πλήρως δεν έχει απαίτηση κατά του αιτούντος και ότι από πληροφορίες που στο μεταξύ συνέλεξε και τις εξηγήσεις που του έδωσε ο αιτών, ο τελευταίος δεν είχε πρόθεση να τον εξαπατήσει κατά τον χρόνο της συναλλαγής τους, αφού πίστευε ότι υπήρχε η δυνατότητα έκδοσης ελληνικών διαβατηρίων με τη διαδικασία της πολιτογράφησης. Εξάλλου, στην ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατάθεση του, ο ίδιος Ξ1 εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατέθεσε "... Πριν έξι χρόνια ο κατηγορούμενος μου είχε υποσχεθεί να με στείλει με νόμιμα χαρτιά στην Αμερική, στο θείο μου. Μου ζήτησε ένα εκατομμύριο δραχμές και του τα έδωσα. Μετά μου ζήτησε και άλλο ένα εκατομμύριο δραχμές και τα έδωσα. Στη συνέχεια ζήτησε και άλλο ένα εκατομμύριο δραχμές και πήγα στην αστυνομία. Μου είπε ότι ήταν δικηγόρος. Έμενα στον Πύργο. Δεν μου ζήτησε δικαιολογητικά. Μεσολάβησε ένας Αλβανός που ήξερε τον κατηγορούμενο. Έχω δεκαέξι χρόνια στην Ελλάδα. Ο ....., που μεσολάβησε, είχε επίσης ελληνική. Ο κατηγορούμενος είπε ότι θα μου έβγαζε ελληνικό διαβατήριο. Έχω ρίζα ελληνική. Ο κατηγορούμενος μου ζήτησε μόνο το αλβανικό διαβατήριο που είχα. Τίποτε άλλο. Αφού μου είχε γυρέψει το τρίτο εκατομμύριο, ήρθα την Αθήνα και πήγα στην αστυνομία..." Από την αντιπαραβολή της κατάθεσης του άνω μάρτυρα προς το περιεχόμενου του εγγράφου του, σαφώς προκύπτει ότι αυτός δεν αναιρεί το περιεχόμενο της πρώτης ως προς την καταβολή των χρημάτων προς τον αιτούντα και την αιτία της καταβολής, διαφοροποιείται όμως, αφού μετά ταύτα εισέπραξε το ποσό που κατέβαλε, κατά την δήλωση περί ανυπαρξίας πρόθεσης του αιτούντος να τον εξαπατήσει. Από το άγνωστο στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονός της επιγενόμενης εξόφλησης, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών, τουλάχιστον για το έγκλημα της απάτης που καταδικάσθηκε είναι αθώος. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 του ΠΚ, η οποία εφαρμόζεται και επί απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, και με την οποία ορίζεται ότι ο δράστης απαλλάσσεται της ποινής, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, αφού η πλήρης ικανοποίηση του παθόντος πρέπει να γίνεται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. ΙΙΙ. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (583 Κ.Πολ.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας και ακύρωση της 8.492/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ