ΑΡΙΘΜΟΣ 1446/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο, περί αναιρέσεως της 101/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1660/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την 101/2006 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών η οποία μετατράπηκε σε χρηματική. Ήδη, με την κρινόμενη αίτησή του, πλήττει την παραπάνω απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Αυτό συμβαίνει και όταν ο νόμος επιτάσσει την εξάλειψη του αξιοποίνου για συγκεκριμένη πράξη και παρά ταύτα το δικαστήριο χωρεί στην εκδίκαση της κατηγορίας και επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν.3257/2004 παρασχέθηκε το δικαίωμα εξαγοράς του υπολοίπου των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων, σε αυτούς που οποτεδήποτε τελούν σε ανυποταξία, καθώς και σε όσους βρίσκονται νόμιμα εκτός των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι συμπληρώνουν το 35ο έτος της ηλικίας τους, σύμφωνα με τη στρατολογική νομοθεσία, εφόσον έχουν καταταγεί ή θα καταταγούν στις Ε.Δ και αφού προηγουμένως εκπληρώσουν χρόνο στρατεύσιμης στρατιωτικής υποχρέωσης τουλάχιστο ίσο με αυτόν της εκάστοτε προβλεπόμενης βασικής εκπαίδευσης οπλίτη. Περαιτέρω, στην παρ.3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι το αξιόποινο της ανυποταξίας εκείνων οι οποίοι εμπίπτουν στην παράγραφο 1 εξαλείφεται με παραγραφή και αίρονται όλες οι σχετικές συνέπειες. Οι δικογραφίες για τις ανυποταξίες τίθενται στο αρχείο με πράξη του εισαγγελέα του αρμόδιου Στρατιωτικού δικαστηρίου. Τέλος, με την παράγραφο 4 του παραπάνω άρθρου ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας καθορίζονται οι διαδικασίες και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου αυτού ... καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή του. Κατ' εξουσιοδότηση από την παρ.4 του άνω άρθρου εκδόθηκε η με στοιχεία Φ. 420/87/81428/6-9-2004 κοινή απόφαση των άνω Υπουργών, με την οποία, εκτός των άλλων, προσδιορίσθηκε συγκεκριμένα ο αναφερόμενος στην παρ.1 του άρθρου 6 ελάχιστος χρόνος της βασικής εκπαίδευσης οπλίτη, για το δικαίωμα εξαγοράς και ορίσθηκε σε σαράντα πέντε (45) ημέρες ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας τον οποίο οι ανυπότακτοι οφείλουν να εκπληρώσουν για να τύχουν, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων, του ευεργετήματος εξαγοράς του υπόλοιπου της στρατεύσιμης στρατιωτικής τους υποχρεώσεως. Όμοιους ορισμούς περιέχει και ο νεότερος Ν. 3421/2001 στο άρθρο 57 παρ.1, 5 και 7 με μόνη διαφοροποίηση το καθορισμό σε ένα (1) μήνα του χρόνου στρατεύσιμης στρατιωτικής υπηρεσίας τον οποίο πρέπει να έχουν εκπληρώσει οι ανυπότακτοι πριν την εξαγορά. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αναγκαίος όρος, μεταξύ των άλλων, για την από τους ανυπότακτους εξαγορά του υπόλοιπου της θητείας τους είναι η προηγούμενη πραγματική εκπλήρωση μέρους των στρατιωτικών υποχρεώσεων, ως η διάρκεια αυτής καθορίζεται ανωτέρω και ότι η εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης της ανυποταξίας, με νομικό επακόλουθο την παραγραφή, επέρχεται εάν και εφόσον σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο ανυπότακτος εκπλήρωσε το ελάχιστο όριο της κατά τα ανωτέρω θητείας του. Συνεπώς, εφόσον το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων δεν έχει εκπληρώσει τον άνω ελάχιστο της στρατιωτικής θητείας του, (γεγονός το οποίο ούτε ο ίδιος αμφισβητεί) προχώρησε εν συνεχεία στην εκδίκαση της κατηγορίας και την καταδίκη αυτού, χωρίς να εφαρμόσει, κατά τα παραπάνω, τη διάταξη της παραγράφου 3 για την εξάλειψη του αξιοποίνου, δεν υπερέβη την εξουσία του και πρέπει, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Κατά το άρθρο 32 του Στρατ. Ποιν. Κώδικα, όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία, τιμωρείται σε ειρηνική περίοδο με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν.1763/1988, η ανυποταξία αρχίζει από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας κατάταξης και διακόπτεται α) με τη συμπλήρωση του πεντηκοστού (50ου) έτους της ηλικίας και β) με την κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ως κατάταξη για την διακοπή της ανυποταξίας θεωρείται επίσης, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου α) η σύλληψη του ανυπότακτου και β) η παρουσίαση αυτού σε στρατιωτική ή αστυνομική αρχή. Επακολούθησε ο νεότερος νόμος 3421/2005 στο άρθρο 51 παρ.3 του οποίου ορίζεται ότι η ανυποταξία διακόπτεται στις ακόλουθες περιπτώσεις α) με τη συμπλήρωση του τεσσαρακοστού πέμπτου (45ου) έτους της ηλικίας του ανυπότακτου β) με την κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις γ) με τη σύλληψη για την ανυποταξία δ) με την παρουσίαση του ανυπότακτου σε στρατιωτική δικαστική αρχή ή στο στρατολογικό γραφείο για τη διακοπή της ανυποταξίας του και ε) με την κρίση του ανυπότακτου, από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων, ως ακατάλληλου για στράτευση (Ι/5) ή με την χορήγηση αναβολής κατάταξης για λόγους υγείας. Με τον νεότερο αυτό νόμο, αφενός μεν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση μόνο, όμως, ως προς τον περιορισμό του ορίου ηλικίας ως λόγου διακοπτικού της ανυποταξίας και αφετέρου διευρύνεται και εξειδικεύεται η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 17παρ.3β του Ν.1763/1988, εφόσον πλέον η εμφάνιση του ανυπότακτου για διακοπή της ανυποταξίας του μπορεί να γίνει με την παρουσίασή του σε στρατιωτική δικαστική αρχή ή στο στρατολογικό γραφείο. Η αληθής έννοια της τελευταίας διατάξεως ως προς το στοιχείο της εμφανίσεως, δεν είναι ότι η διακοπή της ανυποταξίας επέρχεται αποκλειστικά και μόνο με την αυτόβουλη και με τη βούληση κατάταξης εμφάνιση του ανυπότακτου στις κατά τα άνω αρχές, αλλά επέρχεται και με την, για οποιοδήποτε λόγο, εμφάνισή του, η οποία ενόψει μάλιστα του αυτοφώρου χαρακτήρα του εγκλήματος της ανυποταξίας μπορεί να οδηγήσει και στην έκδοση εντάλματος σύλληψης. Η αποδοχή της αντίθετης άποψης, ότι, δηλαδή, τη διακοπή της ανυποταξίας επάγεται αποκλειστικά και μόνον η εκούσια και με τη θέληση διακοπής εμφάνιση του υπόχρεου της στρατιωτικής αρχής, και ως τέτοιας θεωρούμενης και εκείνης των στρατιωτικών δικαστηρίων, θα οδηγούσε στο άτοπο της μεθοδευμένης απαλλαγής από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του στρατεύσιμου ο οποίος , χωρίς για οποιονδήποτε λόγο να έχει συλληφθεί, θα απέφευγε να διακόψει την ανυποταξία του, μέχρι να συμπληρώσει το 45ο έτος της ηλικίας του, παρά το γεγονός ότι για την υπεράσπιση των υποθέσεών του εμφανίζεται ενώπιον των παραπάνω αρχών. Στην προκείμενη περίπτωση, το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε τα επόμενα πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούμενος ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1963, ενώ ήταν στρατεύσιμος του Π. Ναυτικού, κλάσεως 1984, κλήθηκε με την υπ' αριθμ. Φ. 421.1/38/99/19-5-1999 ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΝ/ΔΣΛ για να προσέλθει στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού και καταταγεί στο ΚΕ/ΠΑΛ την 26-7-1999, πλην όμως δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή, όπως όφειλε και έτσι έγινε ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο από 27-7-1999 μέχρι 12-6-2003 ημερομηνία κατά την οποία διέκοψε την ανυποταξία του, όταν εμφανίσθηκε αυθόρμητα ενώπιον του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για την εκδίκαση εφέσεώς του κατά της υπ' αριθμ. 182/15-4-1999 αποφάσεως του Ναυτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε καταδικασθεί για άλλη ανυποταξία σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, ενώ κλήθηκε στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. Φ. 421.1/43/03/Σ.1220/19-5-2003 ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΝ/ΔΣΛ να προσέλθει στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού και καταταγεί στο ΚΕ/ΠΑΛ την 3-7-2003, δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή, όπως όφειλε, και έτσι έγινε ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο από 4-7-2003 μέχρι 13-11-2003, ημερομηνία κατά την οποία διέκοψε την εν λόγω ανυποταξία του, όταν εμφανίσθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Θεσσαλονίκης...". Με αυτά που δέχθηκε στην απόφασή του το Πενταμελές Αναθεωρητικό δικαστήριο και ειδικότερα με τις παραδοχές ότι η εμφάνιση του αναιρεσείοντος την 12-6-2003 ενώπιον του Αναθεωρητικό Δικαστηρίου και την 13-11-2003 ενώπιον του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Θεσσαλονίκης είχε ως επακόλουθο την διακοπή της ανυποταξίας του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 32 του ΣΠΚ και των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Ν.1763/1998 και 51 παρ.3 του Ν. 3421/2005, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Συνεπώς, και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ του Κ.ΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ματά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-10-2006 αίτηση του ...... για αναίρεση της 101/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαϊου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ