Αριθμός 532/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2178/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., και 6. .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1785/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 12/5-1-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 και 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου..., από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ΄αριθμ. 2178/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεσις του κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 1422/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και, αφού διορθώθη και αναδιετυπώθη το διατακτικόν του, επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που τον παρέπεμψεν εις το ακροατήριον δια να δικασθή δι' υπεξαίρεσιν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπεπιστευμένου εις αυτόν υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου κατ' εξακολούθησιν (άρθρα 98 και 375 παρ. 1 και 2 εδ. α΄ Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τον υπό της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ Κ.Π.Δ. λόγον της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. ΙΙ. ΄Ελλειψις της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ Κ.Π.Δ. προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν ή προανάκρισιν, σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 572/2005 Π Λογ 2005 σελ. 521 κ.ά.). Δια την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαίον να εκτίθεται τί προέκυψεν εξ εκάστου αποδεικτικού μέσου η να αξιολογούνται κεχωρισμένως ή να συσχετίζωνται ειδικώς ή να συγκρίνωνται μεταξύ των αυτά ή να προσδιορίζεται ή αποδεικτική βαρύτης εκάστου εξ αυτών (Α.Π. 837/2006 Ποιν Δικ 2006 σελ. 1227 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, δια παραδεκτής καθολικής αναφοράς εις την ενσωματωθείσαν εις αυτό Εισαγελικήν πρότασιν, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι καταθέσεων πολιτικώς εναγόντων, μαρτυρικής καταθέσεως, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα αναφερόμενα εις αυτό πραγματικά περιστατικά, που κατά τα ουσιώδη μέρη των, σχετικώς με την παραπομπήν του αναιρεσείοντος δια την ανωτέρω πράξιν, έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος στην ..., στις 19-4-2001, με περισσότερες μερικώτερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος παρανόμως ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, το αντικείμενο δε της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικώτερα, ενώ δυνάμει συμβάσεων εντολής, οι πολιτικώς ενάγοντες, 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ... και 6) ..., παρέδωσαν σ' αυτόν, ο πρώτος στις 18-8-2000 ποσό 4.165.781 δραχμών με κατάθεση σε τραπεζικό του ιδίου (εκκαλούντος) λογαριασμό, ο δεύτερος στις 17-8-2000, με τον ίδιο τρόπο, ποσό 661, 828 δρχ., ο τρίτος στις 17-8-2000, με τον ίδιο τρόπο, ποσό 2.500.000 δρχ., ο τέταρτος στις 16-8-2000, με τον ίδιο τρόπο ποσό 5.000.000 δρχ., ο πέμπτος στις 16-8-2000 με τραπεζική επιταγή εκδόσεώς του ποσού 7.500.000 δρχ., το ισόποσο αυτής και ο έκτος, στις 17-8-2000, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του ιδίου, ποσό 3.000.000 δρχ. προκειμένου αυτός, ενεργώντας ατομικώς και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας λήψης και διαβίβασης εντολών με την επωνυμία AUTION ΑΕΛΔΕ, αγοράσει για λογαριασμό των εντολέων του, δια του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), μετοχές της εταιρίας "Kosmote", παρόλο που δεν εκτέλεσε την εντολή δεν επέστρεψε, από τα ληφθέντα, στους πολιτικώς ενάγοντες ποσά, 10.283 ευρώ στον πρώτο, 1.657 ευρώ στον δεύτερο, 6.259 ευρώ στον τρίτο, 12.518 ευρώ στον τέταρτο, 18.777 ευρώ στον πέμπτο και 7.510 ευρώ στον έκτο, ιδιοποιούμενος παρανόμως, έτσι, το συνολικό ποσό των 57.004 ευρώ, στο οποίο απέβλεπε με τις μερικώτερες πράξεις, είναι δε το αντικείμενο αυτό της υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αν εκτιμηθούν οι μεγάλες συναλλακτικές δυνατότητες του ποσού αυτού στην αγορά και στις οικονομικές σχέσεις. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του αναιρεσείοντος εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφήρμοσεν. Ειδικώτερον εκ της αναφοράς εις το βούλευμα, ότι ελήφθησαν υπ' όψιν αι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, εξυπακούεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν όλαι αι δοθείσαι υπ' αυτών ένορκοι και ανωμοτί καταθέσεις, τόσον κατά την προανάκρισιν, όσον και κατά την κυρίαν ανάκρισιν. Περαιτέρω υπό του Συμβουλίου ηξιολογήθησαν και συνεξετιμήθησαν όλα τα μνημονευόμενα εις το βούλευμα αποδεικτικά στοιχεία, συνεπώς δε και τα από 18/12/2000 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ αναιρεσείοντος και πολιτικώς εναγόντων και δεν ήτο αναγκαίον να αναφερθή ειδικώς τούτο εις το βούλευμα. Επομένως είναι αβάσιμοι αι σχετικαί αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά τα λοιπά το βούλευμα πλήττεται απαραδέκτως δι' εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξεων (Α.Π. 998/2006 Ποιν Δικ 2006 σελ. 1354 κ.ά.). Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α ---------------- Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθή η από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησις αναιρέσεως του ..., κατά του υπ΄αριθμ. 2178/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.- Αθήνα 20 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στην ..., στις 19-4-2001, με περισσότερες μερικώτερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος παρανόμως ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, το αντικείμενο δε της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικώτερα, ενώ δυνάμει συμβάσεων εντολής, οι πολιτικώς ενάγοντες, 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ... και 6) ..., παρέδωσαν σ' αυτόν, ο πρώτος στις 18-8-2000 ποσό 4.165.781 δραχμών με κατάθεση σε τραπεζικό του ιδίου (εκκαλούντος) λογαριασμό, ο δεύτερος στις 17-8-2000, με τον ίδιο τρόπο, ποσό 661,828 δρχ., ο τρίτος στις 17.8.2000, με τον ίδιο τρόπο, ποσό 2.500.000 δρχ., ο τέταρτος στις 16-8-2000, με τον ίδιο τρόπο ποσό 5.000.000 δρχ., ο πέμπτος στις 16-8-2000 με τραπεζική επιταγή εκδόσεώς του ποσού 7.500.000 δρχ., το ισόποσο αυτής και ο έκτος, στις 17-8-2000, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του ιδίου, ποσό 3.000.000 δρχ. προκειμένου αυτός, ενεργώντας ατομικώς και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας λήψης και διαβίβασης εντολών με την επωνυμία AUTION ΑΕΛΔE, αγοράσει για λογαριασμό των εντολέων του, δια του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), μετοχές της εταιρίας "Kosmote", παρόλο που δεν εκτέλεσε την εντολή δεν επέστρεψε, από τα ληφθέντα, στους πολιτικώς ενάγοντες ποσά, 10.283 ευρώ στον πρώτο, 1.657 ευρώ στον δεύτερο, 6.259 ευρώ στον τρίτο, 12.518 ευρώ στον τέταρτο, 18.777 ευρώ στον πέμπτο και 7.510 ευρώ στον έκτο, ιδιοποιούμενος παρανόμως, έτσι, το συνολικό ποσό των 57.004 ευρώ, στο οποίο απέβλεπε με τις μερικώτερες πράξεις, είναι δε το αντικείμενο αυτό της υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αν εκτιμηθούν οι μεγάλες συναλλακτικές δυνατότητες του ποσού αυτού στην αγορά και στις οικονομικές σχέσεις. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996,καθώς και τις σκέψεις στις οποίες θεμελίωσε την κρίση του, περί υπάρξεων σοβαρών ενδείξεων ενοχής, για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι γίνεται μνεία αυτών γενικώς κατά το είδος τους. Από το ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι το Συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του έλαβε υπόψη αφενός μεν τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, αφετέρου δε το σύνολο των συνημμένων στη δικογραφία εγγράφων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του όλες τις ένορκες και ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων που δόθηκαν στην προανάκριση και την κυρία ανάκριση, αλλά και τα από 18-12-2000 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ του κατηγορουμένου και των πολιτικώς εναγόντων, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να αναφερθούν ειδικά αυτά στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ. μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και συνακολούθως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11.9.2006 αίτηση του ... για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2178/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ