Αριθμός 847/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ιωάννη Ιωαννίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...... , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μαλακάση, περί αναιρέσεως της 8772/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον ..... και με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παναγιωτόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 221/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 148 και 153, 473 παρ. 2, 414 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ΄ αυτή λόγοι αναίρεσης από τους αναφερθέντες στο άρθρο 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 ΚΠΔ που προβλέπει τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που η απόφαση έχει κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Από την άνω αξίωση του νόμου να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρούνται οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε λόγοι, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου κώδικα και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και της επόμενης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ο άνω πρώτος αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσον όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία όσο και όταν υπάρχει, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στην απόφαση και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτής, με σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στο κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η αιτιολογία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαιο) της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται επί πλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να είναι ορισμένο ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ η οποία προϋποθέτει το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω ο δεύτερος ως άνω αναιρετικός λόγος για να είναι ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία στην έκθεση αναίρεσης της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάσθηκε ευθέως και της αποδιδομένης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλο εκτός της έκθεσης αναίρεσης έγγραφο, ούτε με τις προτάσεις και με σχετικό υπόμνημα ούτε και με τους πρόσθετους λόγους (Ολ. ΑΠ 19/2001). Με τον 1ο λόγος αναίρεσης πλήττεται η απόφαση, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ο οποίος τελέσθηκε στον ...... Αττικής την 27-3-02, για την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, χωρίς όμως να αναφέρεται στην έκθεση αναιρέσεως καθόλου σε ποίο ή ποία συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αφορά, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος όπως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω και ο 2ος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρου 302 ΠΚ) είναι αόριστος, γιατί δεν εκτίθενται οι αποδιδόμενες σε σχέση με τη διάταξη αυτή συγκεκριμένες πλημμέλειες, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση καθώς επίσης δεν αναφέρεται αν υπάρχουν ασάφειες ή αντιφάσεις και ποιες είναι αυτές. Ο αναιρεσείων για το θεμελίωση του λόγου αυτού περιορίζεται αποκλειστικά σε αιτιάσεις με τις παραδοχές της αποφάσεως και την μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά από αυτά πρέπει και αυτός ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτος. ΕΠΕΙΔΗ η μη ανάγνωση εγγράφων της δικογραφίας ή άλλων τέτοιων, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, τότε μόνον συνίσταται ακυρότητα, και εντεύθεν λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως (άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 περ. Β ΚΠΔ) ή του ζητήθηκε η ανάγνωση αυτών και περί το νόμο δεν επιτράπησε αυτή. Εν προκειμένω όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Εφετείο προέβηκε στην ανάγνωση των αναφερομένων σ΄ αυτά εγγράφων, ουδεμία δε αίτηση εκ μέρους του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος υποβλήθηκε για ανάγνωση και του εις τον 3ο λόγο αναιρέσεως αναφερομένου εγγράφου. Επομένως ο σχετικός αυτός λόγος ως εκτιμάται από το άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 περ. Β ΚΠΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 100 παρ. 1α ΠΚ αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από τρία έως πέντε έτη. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι στην εν λόγων περίπτωση, αντιθέτως προς όσα τείνουν για την προβλεπόμενη από το άρθρο 59 παρ. 1 ΠΚ αναστολή εκτέλεσης της ποινής, το δικαστήριο δεν υποχρεούται αυτεπαγγέλτως ν΄ αποφασίσει, πριν από κάθε μετατροπή της ποινής, για την αναστολή της, αλλά μόνον κατόπιν αιτήσεως του καταδικασθέντος, οπότε αν το δικαστήριο αποφασίσει την μετατροπή της ποινής χωρίς να κρίνει προηγουμένως περί αναστολής ή μη αυτής, εφόσον δεν υπάρχει αίτημα, ούτε την εξουσία του υπερβαίνει, ούτε και είναι απαραίτητο να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την περί μη χορηγήσεως της αναστολής κρίση του. Συνεπώς ο 4ος λόγος αναίρεσης και κατά την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η απορρέουσα κατ΄ εκτίμηση αιτίαση, ότι το Εφετείο όφειλε να χορηγήσει την αναστολή εκτελέσεως της υποβληθείσης στον αναιρεσείοντα συνολικής ποινής των δύο ετών και τεσσάρων μηνών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί ο αναιρεσείων όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης δεν υπέβαλε, όπως προϋποθέτει η προαναφερόμενη διάταξη αίτημα, περί χορηγήσεως αναστολής εκτέλεσης της ως άνω ποινής, αλλ΄ αντιθέτως αξίωσε με διατύπωση στα ως άνω πρακτικά σαφούς αιτήματος, μόνον την μετατροπή της καταγνωσθείσης ποινής του σε χρηματική. Συνακόλουθα κατόπιν των προεκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και περαιτέρω να καταδικασθεί και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς εναγούσης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) που έκανε για τη δίκη αυτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5.1.06 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 8772/05 αποφάσεως του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ ως και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ