Αριθμός 80/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 262/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ψ και 2) Ζ και με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Νεκταρία Μυγιάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 954/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των α) αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και β) πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 § 1Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 262/2006 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απλής συνέργειας σε απόπειρα κακουργηματικής απάτης, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ που κατά το μήνα Μάϊο του 1998 υπηρετούσε ως υπάλληλος και ειδικώτερα ως ταμίας στο υποκατάστημα της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας (που ήδη έχει συγχωνευθεί με την Εθνική Τράπεζα) στο ..., παρέσχε κατά τον ως άνω χρόνο, σε ημέρα που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, βοήθεια στον πρώτο κατηγορούμενο Ζ που έφερε σε επαφή κάποιο τρίτο γνωστό τους πρόσωπο με το όνομα "...." πλην των λοιπών στοιχείων, και συγκεκριμένα έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο όλες τις πληροφορίες που ζήτησε ο τελευταίος μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της παραπάνω Τράπεζας που χειριζόταν ο ίδιος (Χ) και είχε άμεση πρόσβαση, για το λογαριασμό του καταθέτη στην Τράπεζα αυτήν Φ, που αφορούσε προθεσμιακή κατάθεση του στεγαστικού ταμιευτηρίου, ύψους 99.247,30 δολλαρίων ΗΠΑ, χωρίς να εμφανίζει τελευταία οιεσδήποτε κινήσεις του καταθέτη του. Έτσι με τις πληροφορίες αυτές που έδωσε ο κατηγορούμενος Χ στο συγκατηγορούμενό του Ζ για τον ανωτέρω λογαριασμό του Φ και τις οδηγίες του για τα δικαιολογητικά που χρειάζονταν για την ανάληψη της προαναφερόμενης κατάθεσης, εφοδιάζοντας αυτόν με το πληροφοριακό απόκομμα για την εν λόγω κατάθεση του Φ, που εξήγαγε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του προαναφερομένου καταστήματος επιχείρησε ο πρώτος προσερχόμενος στο υποκατάστημα της ίδιας Τράπεζας της ... στην Αθήνα να νομιμοποιηθεί και να σφετερισθεί την ανωτέρω κατάθεση, πράγμα που τελικά δεν πέτυχε, γιατί κατά την εξέταση των νομιμοποιητικών εγγράφων που κατείχε έγινε αντιληπτή η πλαστογραφία του από τους τραπεζικούς υπαλλήλους και συνελήφθη μαζί με τον συγκατηγορούμενο και παρέχοντος βοήθεια δεύτερο κατηγορούμενο (Ψ). Γι' αυτό πρέπει ο τρίτος κατηγορούμενος Χ να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης (απλής συνεργείας στην απόπειρα της κακουργηματικής απάτης που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος την 14.8.1998. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27 § 1, 42§ 1, 386 §§1 και 3α ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με την παραδοχή δηλαδή ασαφών ή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά και δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει χωριστή αναφορά τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή (να γίνει) αξιολογική συσχέτιση αυτών. Εκ του ότι δε δεν μνημονεύονται ειδικώς στο σκεπτικό της αποφάσεως μολονότι αναγνώστηκαν: α) "η από 6-2-2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του Δικαστικού Γραφολόγου ..... (Χ)" και β) "η έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης", δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα. Σημειώνεται ειδικότερα εδώ ότι η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αλλά συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδοτήσεως, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του. Στην προκειμένη περίπτωση η αναγνωσθείσα και ληφθείσα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως έγγραφο, από 6-2-2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του δικαστικού γραφολόγου ....., δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που προβλέπεται από τα άρθρα 178γ και 183 ΚΠΔ, ώστε να μνημονεύεται χωριστά στην απόφαση, αλλά συνταχθείσα από τον ως άνω δικαστικό γραφολόγο, κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος, εμπίπτει στην έννοια του αποδεικτικού μέσου του εγγράφου (άρθρ. 178 στ ΚΠΔ) και ως τέτοιο συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση. Ομοίως και η αναγνωσθείσα "έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης", μη αφορώσα τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, αλλά τον κατηγορούμενο Ζ, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε ως έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 178 στ ΚΠΔ και δεν απαιτείτο να γίνει ειδική μνεία περί αυτής εις το σκεπτικό της αποφάσεως, αφού και η έκθεση αυτή δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως εκ του άρθρου 510 § 1Δ ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο δε λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 §1α, 27 §1, 42 § 1, 386 §§ 1, 3α ΠΚ, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται η αιτίαση ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κακουργηματικής απλής συνέργειας σε απόπειρα κακουργηματικής απάτης χωρίς να γίνεται δεκτό, ότι στο πρόσωπό του συντρέχει το στοιχείο της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, πρέπει να απορριφθεί, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ερειδόμενος, και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε (ως απλούς συνεργός) σε βαθμό πλημμελήματος και όχι (ως απλούς συνεργός) σε βαθμό κακουργήματος. Η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, εφόσον προβλήθηκε νομίμως και παραδεκτώς κατά τρόπο ορισμένο, είναι και ο περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του, εζήτησε "να του αναγνωριστούν όλα τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 ΠΚ, πλην της ειλικρινούς μεταμέλειας". Το δικαστήριο, μολονότι το ως άνω αίτημα διατυπώθηκε όλως αορίστως, χωρίς δηλαδή την επίκληση πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν τις επικαλούμενες περιστάσεις και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, εν τούτοις αναγνώρισε εκ του αναιρεσείοντα τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2α, ε ΠΚ, δηλαδή το ότι αυτός μέχρι την τέλεση της πράξεως έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 2,5 ετών. Εκ του ότι το δικαστήριο, εις το διατακτικό της αποφάσεως απορρίπτει το αίτημα "για αναγνώριση ελαφρυντικών, μη συντρεχούσης προς τούτο περιπτώσεως" αλλά, παρά ταύτα, δέχεται, με άλλη διάταξή του, τις δύο πιο πάνω αναφερθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις δεν στερεί την απόφασή του αιτιολογία, η δε φερομένη αντίφαση εκ της απορρίψεως του συναφούς αιτήματος και εκ της παραδοχής των δύο ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, αφού του αναγνωρίστηκαν οι προαναφερθείσες δύο ελαφρυντικές περιστάσεις. Επομένως, οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 1Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, αναφορικά με την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων και περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως, λόγω της "σημειουμένης αντιφάσεως", πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και στην δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς εναγούσης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Απριλίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 262/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης ΕΤΕ εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ