Αριθμός 334/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηκωνσταντίνου, για αναίρεση της 10759/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1525/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ.5 του Ν.2408/1006, επιβάλλουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξαρτήτως, αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια ή την ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως, η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης, προκειμένου: α) να προσκομιστούν κρίσιμα για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται και β) να κληθεί και εξετασθεί, ως μάρτυρας, ο προκύψας από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για παθητική δωροδοκία, για αναβολή ή διακοπή της δίκης, το ποίο οι συνήγοροί του είχαν υποβάλει εν όψει των καταθέσεων στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας, κατά τις οποίες: α) ο κατηγορούμενος ιατρός απαίτησε και εισέπραξε στις 24-5-1999 το ποσό των 300.000 δραχμών για να χειρουργήσει την επομένη την ..... , β) το ανωτέρω χρηματικό ποσό ανέλαβε ο σύζυγός της, Χ1 με κάρτα ανάληψης από την Τράπεζα EUROBANK και γ) για το γεγονός της καταβολής των χρημάτων ενημερώθηκε από αυτούς τηλεφωνικώς ο ιατρός, Ζ1 , ο οποίος τους είχε συστήσει στον κατηγορούμενο ιατρό, προκειμένου: α) να κληθεί και καταθέσει, ως μάρτυρας, ο Ζ1 , για να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει το περιεχόμενο της παραπάνω τηλεφωνικής συνομιλίας και β) να προσκομιστεί το βιβλιάριο καταθέσεων του Χ1 ή βεβαίωση της EUROBANK, για να διακριβωθεί αν έγινε ανάληψη του ανωτέρω χρηματικού ποσού, με την αιτιολογία ότι, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι ικανά να οδηγήσουν σε ασφαλή δικανική κρίση και δεν είναι αναγκαίο να προσκομιστούν γι'αυτό το βιβλιάριο καταθέσεων του Χ1 που περιέχει την κίνηση του τραπεζικού του λογαριασμού και δη τις αναλήψεις που έγιναν στις 24-5-1999 από την EUROBANK, καθώς και βεβαίωση της τράπεζας προς διακρίβωση ανάληψης του εν λόγω χρηματικού ποσού και περαιτέρω να κληθεί και να καταθέσει, ως μάρτυρας, ο Ζ1 σε σχέση με το περιεχόμενο της ανωτέρω τηλεφωνικής συνομιλίας. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διότι : α) δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για να στηρίξει την απορριπτική του κρίση, ούτε προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα που θεώρησε επαρκή για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, ούτε σε τι συνίσταται η επάρκεια αυτών και β) δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την κρίση για αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής ή διακοπής της δίκης, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή. Συνεπώς, ο συναφής λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και γι'αυτό, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη σχετική απορριπτική διάταξή της. Συνακολούθως δε, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τη διάταξή της, με την οποία, εξετάζοντας κατ΄ουσίαν την υπόθεση, ήχθη στην καταδίκη του αναιρεσείοντος διότι, με το να αποφανθεί κατά τον τρόπο αυτό το ως άνω Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ δεν είχεν απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί στο σύνολό της την υπ'αριθ.10759/2005 . απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ