Αριθμός 2376/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ανδριόπουλο, περί αναιρέσεως της 189/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1531/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (26.4.1999), με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή (2.900 μέχρι 290.000 ευρώ) τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, κατέχει ναρκωτικά. Στα ναρκωτικά περιλαμβάνονται και η ηρωίνη και η ινδική κάνναβη, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 πίνακας Α' αριθ. 5 και 6 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 1 παρ. 2 πίνακας Α' αριθ. 5 και 6 του άνω Κώδικα). Ως κατοχή κατά την ανωτέρω διάταξη νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή, ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Ενόψει αυτών συναυτουργία στην κατοχή ναρκωτικών ουσιών (συγκατοχή) υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υφίσταται κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας των ουσιών αυτών, καθώς και η δυνατότητα ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως από όλους τους συναυτουργούς, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή ο καθένας απ' αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει κατά τη βούλησή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, με την προσβαλλόμενη 189/2006 απόφασή του, για κατοχή από κοινού (με το Γ1 και τον Γ2) ναρκωτικών ουσιών και δη 569 γραμμαρίων ηρωίνης και 545 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, πράξη που τέλεσε υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στα μέσα Απριλίου 1999, εξαιτίας πληροφορίας που είχε η Υποδ/νση Ασφάλειας Αττικής ότι στην περιοχή του ...... και της ....... αλβανοί και έλληνες διακινούν ναρκωτικά, αστυνομικά όργανα άρχισαν την παρακολούθηση των ατόμων που αφορούσε η πληροφορία. Κατά την παρακολούθηση αυτή είδαν ότι ο Γ1 εκινείτο με μηχανάκι, λαμβάνων μέτρα προφύλαξης, και πήγαινε στην πλατεία .......... στο Μοναστηράκι, όπου έκανε συναλλαγή, όταν συνηντάτο με άλλους αλβανούς....και στον ........., όπου κατά το τελευταίο προ της συλλήψέως του (στις 26.4.1999) δεκαήμερο επώλησε σε άγνωστο άτομο με το όνομα "......." μισό κιλό ηρωϊνης αντί 1.000.000 δρχ. Ο Γ1 διέμενε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, που του είχε παραχωρήσει ο Χ1 (αναιρεσείων), στο ....., επί της οδού ........, στον Γ' όροφο, όπου ο Χ1 ανέβαινε και έμενε εκεί όταν ο Γ1 πήγαινε στα ραντεβού. Εκει βρήκαν τον Χ1 οι αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών, όταν προσήλθαν για να προβούν σε έρευνα του διαμερίσματος, όπου μαζί με τον Γ1 κατείχαν α) μια αυτοσχέδια σακούλα με 529 γραμμάρια ηρωίνης, β) ένα φάκελο από αλουμινόχαρτο με 60 γραμμάρια ηρωίνης, γ) μια νάιλον σακούλα με 400 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, δ) άλλη όμοια σακούλα με 60 γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, ε) τρίτη όμοια σακούλα με 80 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, στ) ένα αυτοσχέδιο φακελάκι από χαρτί με 5 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, καθώς και ποσόν 950.000 δρχ. και μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας. Τις άνω ποσότητες ηρωίνης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης είχαν οι ανωτέρω υπό την φυσική εξουσία τους και ηδύναντο ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν κατά τη βούλησή τους. Είχαν δε κοινό δόλο, διότι ο κάθε συναυτουργός ήθελε και απεδέχετο την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως της κατοχής, γνωρίζων ότι και ο έτερος συμμέτοχος πράττει με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Ο Χ1 σαφώς εγνώριζε ότι τα ναρκωτικά ως άνω ήταν στο σπίτι και γι' αυτό είπε στους αστυνομικούς.....όταν του δήλωσαν την ιδιότητά τους και το σκοπό της επισκέψεώς τους, ότι τα ναρκωτικά που θα βρουν δεν είναι δικά του....Άλλωστε ο Χ1 είχε γνωρίσει τον Γ1 έξι ημέρες προ της συλλήψεώς των, μέσω του Γ2, οι τελευταίοι δυο δε ήταν γνωστοί από την Αλβανία, και χωρίς χρονοτριβή του έδωσε (του Γ1) τα κλειδιά του διαμερίσματος του πατρός του, για να το χρησιμοποιήσει, χωρίς την καταβολή μισθώματος. Εάν δε μόνον ο Γ1 είχε πρόσβαση στο διαμέρισμα, ο Χ1 δεν είχε κανένα λόγο να βρίσκεται εκεί κατά την απουσία του Γ1, ει μη μόνον έχων αναλάβει τη φύλαξη των ναρκωτικών ουσιών εντός αυτού. Έτσι ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε γνώση της υπάρξεως των ναρκωτικών αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος.... Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε τις οποίες δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, η κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος της κατοχής των ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, από τον αναιρεσείοντα και τους ανωτέρω μνημονευθέντες, αναφέρεται ρητώς με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεώς τους από αυτούς, ώστε να μπορούν σε κάθε στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν πραγματικά, κατά τη δική τους βούληση, αιτιολογείται δε πλήρως και σαφώς με την αναφορά ότι ο αναιρεσείων κατείχε τα ναρκωτικά, από κοινού ως άνω, εντός διαμερίσματος που είχε παραχωρήσει στο Γ1 χωρίς αντάλλαγμα και με δυνατότητα προσβάσεως και του ίδιου σ' αυτό και, περαιτέρω, με την αναφορά του κοινού δόλου των συναυτουργών, εναργώς, άλλωστε, συναγομένου από την έκθεση των περιστατικών που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) δεν χρειαζόταν να εξειδικεύονται στην απόφαση οι επί μέρους πράξεις κατοχής του αναιρεσείοντος β) δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται σε ποιο διαμέρισμα της ίδιας οικοδομής κατοικούσε ο αναιρεσείων και η οικογένειά του και αν βρέθηκαν σ' αυτό ναρκωτικά, γ) δεν απαιτείτο να προσδιορίζεται, από απόψεως διαστάσεων και κατά προορισμόν χρήσεως, το διαμέρισμα που παραχώρησε ο αναιρεσείων στο Γ1 και αν εντεύθεν εδικαιολογείτο η μη καταβολή ανταλλάγματος για την παραχώρησή του και δ) δεν δημιουργείται καμία ασάφεια για το πού ευρίσκετο ο αναιρεσείων κατά την άφιξη των αστυνομικών οργάνων προς έρευνα, ήτοι αν ευρίσκετο στο διαμέρισμα του Α' ορόφου όπου κατοικούσε με την οικογένειά του ή στο επίμαχο του Γ' ορόφου, αφού σαφώς εκτίθεται στην απόφαση ότι αυτός ευρίσκετο στο δεύτερο του Γ' ορόφου. Οι αντίθετοι, εξάλλου, επί της ουσίας ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, αναλυόμενοι στο αναιρετήριο υπό Α, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία και για έλλειψη νομικής βάσεως. Η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά και για την απόρριψη των προτεινομένων από τον κατηγορούμενο αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι, προκειμένου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 30 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), ότι, δηλαδή, απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ενόψει του ότι κατά την παρ. 4 του ως άνω άρθρου 13 (παρ. 4 άρθρου 30 ως άνω κώδικα), δράστης στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 τιμωρείται με ποινές μειωμένες αν πρόκειται για παραβάσεις των άρθρων 5 έως 8 του Ν. 1729/1987 και παραμένει ατιμώρητος αν πρόκειται για παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 περ. ζ' και γ' του Ν. 2331/1995 (κωδικοποιηθέν στο άρθρο 31 παρ. 8 και 3 του ως άνω Κώδικα), όποιος έχει βεβαίωση ολοκληρώσεως με επιτυχία εγκεκριμένου κατά νόμον θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης, θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για θεραπεία είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών (περ. ζ') και η βεβαίωση αποθεραπείας, που εκδίδεται από τα εγκεκριμένα κατά νόμον θεραπευτικά προγράμματα ψυχικής απεξαρτήσεως, αποτελεί πλήρη απόδειξη για κάθε νόμιμη χρήση (περ. γ'). Περαιτέρω, αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί σε ποινή μειωμένη, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπό ε') το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Τέλος, κατά το ως άνω άρθρο 21 παρ. 1 περ. ι' του Ν. 2331/1995 (άρθρο 31 παρ. 11 άνω κώδικα), επιτυχής ολοκλήρωση του εγκεκριμένου σύμφωνα με το νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξαρτήσεως, μπορεί να αναγνωρισθεί ως ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως που του αποδίδετο (26.4.1999) ήταν τοξικομανής, ως έχων αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και μη δυνάμενος να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις και επικαλέσθηκε σχετικώς το τεκμήριο εξαρτήσεως από τα ναρκωτικά, εκ του άρθρου 21 παρ. 1 περιπ. ζ' του Ν. 2331/1995, ισχυρισθείς, ειδικότερα, ότι δυο μήνες μετά την άνω πράξη του εντάχθηκε οικειοθελώς στο θεραπευτικό πρόγραμμα της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (πρόγραμμα 18 Άνω), το οποίο ολοκλήρωσε επιτυχώς, κατά την περί αυτού από ....... βεβαίωση του θεραπευτικού αυτού προγράμματος, προκύπτοντος εντεύθεν, κατ' αμάχητο τεκμήριο, ότι κατά την εισαγωγή του στο πρόγραμμα αυτό για θεραπεία είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών. Επίσης, ζήτησε να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις, εκείνη της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και δη από 26.4.1999 μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό (3.2.2006), κατά το οποίο, όπως ισχυρίσθηκε, δεν απασχόλησε κατά οποιοδήποτε τρόπο τις διωκτικές Αρχές, ενώ συγχρόνως εντάχθηκε και παρακολούθησε, κατ' αυτό, το ως άνω θεραπευτικό πρόγραμμα και εκείνη της επιτυχούς ολοκληρώσεως του εν λόγω εγκεκριμένου θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξαρτήσεως (άρθρα 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ και 21 παρ. 1 περ. ι' Ν. 2331/1995). Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς και δη εκείνον της τοξικομανίας κατά πλειοψηφίαν, δεχθείσα στο αιτιολογικό της τα ακόλουθα σχετικώς: "Ο β' κατηγορούμενος (εννοεί τον αναιρεσείοντα) ισχυρίζεται σήμερα κατ' έφεση ότι (ήταν) τοξικομανής κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, καίτοι εν αρχή της απολογίας του αναφέρει ότι ήταν χρήστης, ενώ πρωτοδίκως ουδέν περί τοξικομανίας του επεκαλέσθη. Όμως, από την υπό χρονολογία ...... έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή Πειραιώς ....... αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Χ1 δεν είναι τοξικομανής, μη ανήκων στο χώρο των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων, κινούμενος στο χώρο του χασίς και αραιά της ηρωίνης, αλλά όχι σε επίπεδο εξάρτησης. Άλλωστε όλες οι προσκομιζόμενες βεβαιώσεις του ΨΝΑ των ετών 2000-2004 τον αναφέρουν χρήστη τοξικών ουσιών που προσήλθε με τη θέλησή του στο τμήμα εφήβων και νέων της μονάδας απεξάρτησης αυτού την ......., προς δε και στην από ......... ιατρική βεβαίωση του ΨΝΑ, ενδεικτικά αναφερόμενη, γίνεται μνεία γενικώς και αορίστως ότι ήταν εξαρτημένος από τοξικές ουσίες και εντάχθηκε εθελοντικά στο πρόγραμμα της Μονάδος Απεξάρτησης Τοξικομανών του ΨΝΑ (18 Άνω), το οποίο ολοκλήρωσε με επιτυχία. Εντεύθεν και πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του Χ1 περί τοξικομανίας του κατά πλειοψηφίαν..... Επίσης πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ λόγω του ότι.....συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Και τούτο διότι δεν συνιστά τοιαύτη περίπτωση (το) ότι επέδειξε καλή διαγωγή κατά τη δίκη δηλώνων ότι έχει μετανοιώσει και ζητά μια δεύτερη ευκαιρία, ούτε (το) ότι μετά την πράξη του παρακολούθησε οικειοθελώς θεραπευτικό πρόγραμμα στο ΨΝΑ, λαμβανομένης δε υπόψη και της βαρύτητας της πράξεως, της εγκληματικής του δηλαδή δραστηριότητας, η καλή συμπεριφορά πρέπει να είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής του και όχι εξαναγκασμένης συμπεριφοράς του συμμορφώσεως προς τους κανόνες συμπεριφοράς των κρατουμένων στη φυλακή....όπως προκύπτει αυτή ότι υπήρξε καλή από την υπό χρονοημερομηνία ......... βεβαίωση του ειδικού καταστήματος κράτησης νέων Βόλου, διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαγωγή του στην κοινωνία". Με αυτά που, κατά τα ανωτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί τοξικομανίας και ελαφρυντικής περιστάσεως εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και αφενός δεν χαρακτηρίζουν τον αναιρεσείοντα ως τοξικομανή, αφετέρου δεν οδηγούν στην παραδοχή ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Εξάλλου, μετά την απόρριψη του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να απαντήσει και να διαλάβει σχετικώς ειδική αιτιολογία επί του αιτηθέντος ελαφρυντικού της επιτυχούς ολοκληρώσεως θεραπευτικού προγράμματος, εκ του άρθρου 21 παρ. 1 περ. 1' του Ν. 2331/1995, η εφαρμογή του οποίου και η εντεύθεν αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού προϋποθέτει αναγκαίως την παραδοχή της ιδιότητας του ενδιαφερομένου ως τοξικομανούς, η οποία δεν συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά την ως άνω απόρριψη του ισχυρισμού περί τοξικομανίας. Περαιτέρω, εφόσον ο αναιρεσείων εισήλθε, κατά τους ισχυρισμούς του, στο θεραπευτικό πρόγραμμα μετά την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, το αμάχητο τεκμήριο που επικαλέσθηκε, από τη βεβαίωση ολοκληρώσεως του προγράμματος αυτού με επιτυχία, περί του ότι κατά την εισαγωγή του για θεραπεία είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικω'ν ουσιών, (άρθρο 21 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 2331/1995) δεν εκτείνεται και στον προγενέστερο της εισαγωγής χρόνο τελέσεως της ως άνω πράξεως και, επομένως, το Εφετείο, που δεν δέχθηκε το εν λόγω αμάχητο τεκμήριο εξαρτήσεως και αποφάνθηκε αντιθέτως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 21 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 2331/1995. Κατ' ακολουθίαν είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετοι προς τ' ανωτέρω λοιποί λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί τοξικομανίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 2 περ.ζ' του Ν. 2331/1995, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ και για έλλειψη ακροάσεως από το ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού της επιτυχούς ολοκληρώσεως θεραπευτικού προγράμματος, ενώ οι αντίθετοι επί της ουσίας ισχυρισμοί πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου. Μετά ταύτα, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Ιουλίου 2006 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 189/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ