Αριθμός 1266/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παναγιώτου, περί αναιρέσεως της 2253/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1933/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά το άρθρ. 501 § 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 § 1 του ν. 3.160/2003, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της § 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η § 2 του άρθρ. 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 13 του ν. 3.346/2005, ότι "Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του ... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών, για την υποστήριξη της έφεσής του, εμφανισθεί ενώπιον του Εφετείου όχι αυτοπροσώπως αλλά διά συνηγόρου, τον οποίο ο ίδιος έχει διορίσει με έγγραφη δήλωσή του, θεωρείται ότι είναι παρών. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 502 § 1 εδ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 49 § 1 του ν. 3.160/2003 "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή συνήγορός του στην περίπτωση της § 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελεύς αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της § 1 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 § 2 του ν. 3.160/2003 "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 - 338, 340, 344, 347, 349, 352, 357 - 360, 366 - 373" του ΚΠΔ. Από τις διατάξεις αυτές η διάταξη του άρθρου 344 § 1 εδ. α ορίζει, ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας". Ενώ, σύμφωνα με την § 4 του άρθρ. 501 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 48 § 3 του ν. 3.160/2003, "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί, όπως ορίζεται στην § 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στην συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρ. 501 του ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περίπτωσης κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε, αλλά ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στην νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ΣΚΠΔ για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 § 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία, εκείνος, ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του, παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υπό την έννοια, ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεση και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας (βλ. Ποινική ΟλΑΠ 3/2006). 2. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, με την υπ' αριθ. 395/2004 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, η από την οποία προκληθείσα συνολική ζημία υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 § 2 ε ΠΚ. (άρθρ. 386 §§ 1 και 3 ΠΚ). Κατά της πιο πάνω απόφασης η κατηγορούμενη άσκησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε οριστεί για τις 3.5.2006, αυτή δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από το συνήγορό της δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο Παναγιώτου, τον οποίο είχε διορίσει η ίδια με έγγραφη δήλωσή της. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που είναι ενσωματωμένα στην πιο κάτω απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η διαδικασία εξελίχθηκε ως εξής : Ο Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας και αυτοί βρέθηκαν όλοι απόντες. Ακολούθησε πρόταση του Εισαγγελέως για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κλητευθούν οι απολειπόμενοι μάρτυρες και το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 1.038/3.5.2006 απόφασή του, ανέβαλε τη δίκη, λόγω της μη κλητεύσεως των απολειπόμενων μαρτύρων, σε ρητή δικάσιμο και συγκεκριμένα για τις 4.10.2006. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η κατηγορούμενη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, προσήλθε όμως σε αυτό ο ......., προσκομίζοντας και ιατρικά πιστοποιητικά, και ζήτησε για λογαριασμό της, εξετασθείς και ως μάρτυρας, την αναβολή της δίκης, διότι αυτή ήταν ασθενής. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 2.253/2006 απόφασή του, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια, λόγω της απουσίας αυτής, απέρριψε και την έφεσή της ως ανυποστήρικτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 § 1 του ΚΠΔ. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, στις 3.5.2006 η δίκη αναβλήθηκε, αφού προηγουμένως η κατηγορούμενη είχε εκπροσωπηθεί από συνήγορο, για να υποστηρίξει την έφεσή της και είχε αρχίσει πλέον η διαδικασία και η συζήτηση της έφεσης με την συνοπτική της ανάπτυξη από τον εισαγγελέα, αφού το Δικαστήριο είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων. Άρα, το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει παρούσα την κατηγορούμενη και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της από 20.11.2006 αίτησης αναίρεσης είναι ουσιαστικά βάσιμος, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την αριθ. 2.253/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ