Αριθμός 1437/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...........,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 2293, 2300/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1468/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, εφόσον αυτός εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην,η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ, "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως, διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίoυ θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνιση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως άγνωστης διαμονής, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσας εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτόδικης αποφάσεως και επί του αντίστοιχου ειδικού λόγου εφέσεως, διαφορετικά υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας η οποία διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία του αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν δεν αποφαίνεται για ένδικο μέσο ή για κάποιον από τους λόγους του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι για εκκληθέντα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παραβίαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου. Στην υπό κρίση περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 97/27.04.2006 έκθεση εφέσεώς του εναντίον της υπ' αριθμ. 2019/13-6-2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ-μελειοδικείου Σερρών, ο κατηγορούμενος προέβαλε τους ακόλουθους ειδικούς λόγους εφέσεως: "Δήλωσε δε ότι εμπροθέσμως ασκεί την παρούσα, καθόσον ουδέποτε μέχρι σήμερα έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, της οποία έλαβε γνώση μόλις την 25-4-2006, καθόσον, όπως προκύπτει από το από ...... αποδεικτικό επιδόσεως αποφάσεως αγνώστου διαμονής που υπογράφεται από τον αρχιφύλακα, ............. του Α.Τ. Πλατείας Δημοκρατίας Θεσσαλονίκης επιδόθηκε αντίγραφο της με αριθμό 2019/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και όχι αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως η οποία εκδόθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών και συνεπώς ουδέποτε έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως έτσι ώστε να ξεκινήσει η υπό του νόμου τασσομένη προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως και ως εκ τούτου εμπροθέσμως ασκείται αυτή σήμερα. Άλλως και όλως επικουρικώς, διότι κακώς-ακύρως επιδόθηκε τόσο το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση προς εμφάνιση στο δικαστήριο, όσο και η εκκαλουμένη απόφαση (ως αγνώστου διαμονής καθόσον, όπως θα αποδείξει δια μαρτύρων και εγγράφων, κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και του αντιστοίχου κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση στο αρμόδιο δικαστήριο, ουδόλως ετύγχανε αγνώστου διαμονής, αλλά ήταν μόνιμος κάτοικος στο Δήμο Θεσσαλονίκης, διατηρώντας ταυτόχρονα και επαγγελματική έδρα στο Δήμο Νέας Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης και γνωστής διαμονής, διαμένοντας με τη σύζυγο του και τα δύο τέκνα του σε μισθωμένο διαμέρισμα επί της οδού ........ αρ. .....- περιοχή ......... από το έτος 1999 έως το έτος 2004, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2001 έως σήμερα διατηρεί παράλληλα και επαγγελματική έδρα στο Δήμο Νέας Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης, οι δε ως άνω διευθύνσεις του ήταν γνωστές στις δικαστικές και Αστυνομικές Αρχές, οι οποίες μπορούσαν ευκόλως να τον βρουν, είτε στην διεύθυνση κατοικίας του, είτε στη διεύθυνση της επαγγελματικής του στέγης. Για την απόδειξη της ως άνω σταθεράς και μονίμου διευθύνσεως κατοικίας του και επαγγελματικής του στέγης επισυνάπτει νομίμως στην παρούσα: Α) το από ....... ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης κατοικίας, που αφορά τη μίσθωση του διαμερίσματος επί της οδού ...... αρ. ....., Β) το από ......... ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης κατοικίας που αφορά το ίδιο πιο πάνω διαμέρισμα, Γ) Το από ......... έγγραφο του .... Τ.Α, Θεσσαλονίκης, από το οποίο προκύπτει ότι η διεύθυνση κατοικίας του ήταν γνωστή στις Αστυνομικές Αρχές ήδη από το Σεπτέμβριο του 2001, Δ) Την από ......... Βεβαίωση έναρξης επαγγελματικής δραστηριότητας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης με έδρα τη Νέα Μηχανιώνα, την οποία διατηρεί έως σήμερα, Ε) Το από ......... ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που αφορά την επαγγελματική του στέγη στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης, ΣΤ) Αντίγραφο φορολογικών δηλώσεων οικονομικού έτους 2005-2006, όπου έως σήμερα δηλώνει την ίδια με πιο πάνω επαγγελματική έδρα στην αρμόδια Δ. Ο. Υ. Από το σύνολο των παραπάνω εγγράφων προκύπτει ότι τόσο κατά τον χρόνο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση στο δικαστήριο, αλλά και κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ουδόλως ετύγχανε αγνώστου διαμονής, αλλά είχε σταθερή και μόνιμη κατοικία στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί της οδού ...... αρ. .....στην περιοχή ......... αλλά και επαγγελματική στέγη στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης (οδός ..... αρ. ..), η οποία άλλωστε ήταν σε πλήρη γνώση των αστυνομικών οργάνων, αλλά και των Δικαστικών Αρχών. Πλην όμως δε αναζητήθηκε εκεί. Συνεπώς ακύρως επιχειρήθηκε επίδοση ως αγνώστου διαμονής". Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, ήταν γνωστής και όχι άγνωστης διαμονής και κατόπιν αυτού, ότι είναι άκυρη η γενόμενη προς αυτόν επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ως άγνωστης διαμονής και επομένως, ότι δεν άρχισε να τρέχει σε βάρος του η προθεσμία της έφεσης, την οποία δέχτηκε ότι ασκήθηκε εμπροθέσμως, για το οποίο ζήτημα εμάχετο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος στην έφεσή του, κυρίως, ότι δεν του επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, αλλ' η υπ'αριθ. 2019/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, επικουρικώς δε, ότι, τόσο κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεώς του προς εμφάνισή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλ' είχε σταθερή και μόνιμη κατοικία στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί της οδού ......., αριθ. ..... στην περιοχή ........, αλλά και επαγγελματική στέγη στην .......... Θεσσαλονίκης, οδός ......., αριθ........ Επομένως, ο αναιρεσείων, με την έκθεση έφεσης δεν προέβαλε, ούτε ζήτησε την ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεώς του προς εμφάνιση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, των οποίων, άλλωστε έλαβε γνώση τουλάχιστον από του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως, ώστε το Δικαστήριο να είναι υποχρεωμένο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, αλλ' απλώς, προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της ασκηθείσας έφεσής του, προέβαλε ότι, τόσο κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης, όσο και κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνισή του στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν ήταν άγνωστης, αλλά γνωστής διαμονής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή παρέλειψε να αποφανθεί για την με ειδικό λόγο έφεσης προβληθείσα ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως άγνωστης διαμονής, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α' του ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικώς στο αιτιολογικό της απόφασης ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορούμενου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, ανάμεσα στα οποία και βεβαίωση ασφαλιστηρίου, στην οποία πιστοποιείται, ότι το επίμαχο αυτοκίνητο ασφαλίστηκε την ..... στο όνομα του κατηγορουμένου με το υπ' αριθμ. ...... προσωρινό ασφαλιστήριο της ασφαλιστικής εταιρίας ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ". Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ.10) αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: "Επίσης ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που ασφάλισε το ως άνω αυτοκίνητο, σύμφωνα με βεβαίωση ασφαλιστηρίου που βρέθηκε τότε πάνω σ' αυτό και πιστοποιούσε ότι αυτό ασφαλίστηκε την ....... στο όνομα του .........(κατηγορουμένου) με το υπ' αριθμ. .......προσωρινό ασφαλιστήριο της ασφαλιστικής εταιρίας ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ. Το ότι η εν λόγω βεβαίωση δεν βρίσκεται στη δικογραφία δεν αποδυναμώνει την αποδεικτική σημασία της, αφού η ύπαρξη και το περιεχόμενο της βεβαιώνεται από τον αυτόπτη μάρτυρα ........Το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπήρχε στη δικογραφία και επομένως, από προφανή παραδοχή φέρεται ότι αναγνώσθηκε, η λήψη όμως υπόψη του εγγράφου αυτού από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μολονότι δεν αναγνώστηκε, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού το περιεχόμενό του προκύπτει από την κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου μάρτυρα κατηγορίας, ..........,η οποία λήφθηκε υπόψη για να στηρίξει την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου. Επίσης, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, προς υποβοήθηση της μνήμης του ανωτέρω μάρτυρα, αναγνώσθηκαν αποσπάσματα των προανακριτικών του καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τη μόρφωση της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου και από πρόδηλη γραφική παραδρομή αναγράφεται στα πρακτικά ότι αναγνώστηκε η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα αντί οι προανακριτικές καταθέσεις αυτού. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εξαιτίας ουσιώδους αντίφασης μεταξύ της αναφοράς στα πρακτικά, ότι αναγνώστηκε το υπ' αριθ........... προσωρινό ασφαλιστήριο της ασφαλιστικής εταιρείας INTERSALONIKA και της αναφοράς στο σκεπτικό ότι το ανωτέρω έγγραφο δεν βρίσκεται στη δικογραφία, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν αναγνώστηκε ή όχι το παραπάνω αποδεικτικό έγγραφο και της μη αναφοράς στο σκεπτικό ποια από τις δύο προανακριτικές καταθέσεις του προαναφερθέντος μάρτυρα κατηγορίας αναγνώστηκε, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α' του Κ.Π.Δ. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει κατά το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ, τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, επέρχεται η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, ανάμεσα στα οποία: α) το υπ'αριθ. ......... πληρεξούσιο, β) η από ......... έκθεση κατάσχεσης και γ) η από ........ βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών έκδοσης δελτίου ταυτότητας. Με την άνω αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον μάλιστα, δεν προκύπτει, ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα τον ίδιο μάλιστα τίτλο με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, εν όψει ιδίως του ότι, μετά την πραγματική ανάγνωσή τους, έγιναν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, ο οποίος πλέον είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προς στήριξη της κρίσεως του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ή κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του εγκλήματος της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας αλλοδαπών, χωρίς δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συρροή (άρθρο 33 παρ.1 Ν.1975/2001, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 55 παρ. 1 Ν.2510/2001) και του επέβαλε, ακολούθως, συνολική ποινή φυλακίσεως 5 ετών και 8 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Την ανωτέρω περί ενοχής κρίση του το Τριμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στήριξε στα αναφερόμενα σ' αυτό γενικώς κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα κατηγορίας σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα, προς υποβοήθηση της μνήμης του, αποσπάσματα των προανακριτικών του καταθέσεων και μάρτυρα της υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου). Η αναφορά αυτή, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, υποδηλώνει, ότι, για το σχηματισμό της ανωτέρω κρίσεώς του, το Εφετείο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και αμφότερες τις προανακριτικές καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας, ............, καθώς και το προαναφερθέν προσωρινό ασφαλιστήριο, το οποίο, ναι μεν δεν αναγνώσθηκε, γιατί δεν υπήρχε στη δικογραφία, πλην όμως το περιεχόμενό του προκύπτει από τη κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος στο ακροατήριο του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα κατηγορίας και τις προανακριτικές του καταθέσεις, ενώ τη δικανική του πεποίθηση αναφορικά με την κατοχή και την οικονομική εκμετάλλευση του αυτοκινήτου που μετέφερε τους λαθρομετανάστες στήριξε στις αναφερόμενες στο σκεπτικό συγκλίνουσες ενδείξεις, χωρίς από τη διατύπωση αυτή του σκεπτικού, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, να αναιρείται η δικανική του Δικαστηρίου πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου, την οποία στήριξε όχι μόνο στις ανωτέρω συγκλίνουσες ενδείξεις, αλλά και στις προανακριτικές καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν απαραδέκτως την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως της κατά τα άνω επιβαλλόμενης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Αυγούστου 2006 αίτηση του ........... για αναίρεση της υπ'αριθ. 2293, 2300/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ