Αριθμός 1436/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δουληγέρη, 2) Χ2 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Παπαδοπούλου και 3) Χ3 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μπαμπά και με την συμπαράσταση του Σταύρου Κατσούλη, περί αναιρέσεως της 63/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη και συγκατηγορούμενο τον Ψ2.Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23.6.2006 τρεις αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1166/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επεκταθεί και ως προς τον συγκατηγορούμενο Ψ2. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση από 23 Ιουνίου 2006, 26 Ιουνίου 2006 και 23 Ιουνίου 2006 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθ. 63/2006 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, λόγω της πρόδηλης συναφείας τους, πρέπει να συνεκδικαστούν. Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται, ότι, προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως, εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της καταβολής της προσήκουσας προσοχής, είτε δεν προέλβεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή · παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή, σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π Κ , στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Ειδικώς, για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά την άσκηση του ιατρικού του επαγγέλματος, απαιτείται η σωματική βλάβη να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η πράξη του αυτή να μην ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο της συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, αναλόγως του βαθμού της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον η αμέλεια του συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη και δη, είτε στην αρχή αυτής, είτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις, που οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 63/2006 απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), αποδείχτηκαν τα εξής: Την 4-4-1999 εισήχθη η Ψ, ετών 19, στο τμήμα Πλαστικής Χειρουργικής του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης της ασυμμετρίας των μαστών, ως πάσχουσα από υποπλασία (ΑΡ) μαστού. Η ασθενής υπεβλήθη σε προεγχειρητικό έλεγχο και δεν αντιμετώπιζε άλλα προβλήματα υγείας. Την 5-4-1999 μετεφέρθη στην ΣΤ' αίθουσα χειρουργείου, όπου περί ώρα 08.30' της χορηγήθηκε αναισθησία από τον αναισθησιολόγο ιατρό Χ1 και ενώ ευρίσκετο υπό ενδοτράχειο αναισθησία , άρχισε περί την 09.00 ώρα η χειρουργική επέμβαση από τον πλαστικό χειρουργό Χ3 ο οποίος συνεπικουρείτο από τους ειδικευόμενους ιατρούς Γ1 και Γ2. Παρούσα επίσης ήταν και η νοσηλεύτρια Γ3, η οποία εκτελούσε υπηρεσία βοηθού αναισθησιολόγου. Ενώ η επέμβαση εξελισσόταν κανονικά και πλησίαζε προς το τέλος της, καθ' ην στιγμή εσυρράπτοντο τα τραύματα από τους ειδικευόμενους ιατρούς χειρουργούς, περί την 11,00 ώρα η ασθενής παρουσίασε πτώση της αρτηριακής πιέσεως και των σφύξεων σε 35/min και του SaΟ2 (κορεσμός αίματος με οξυγόνο) σε 92%. Την κατάσταση αυτή αντελήφθη η νοσηλεύτρια ΜΟΤΣΙΛΑ, καθώς στο μηχάνημα παρακολούθησης των ζωτικών λειτουργιών (monitor) εμφανίστηκε η ανωτέρω ένδειξη βραδυκαρδίας (καρδιακή ανακοπή). Τη στιγμή εκείνη δεν ευρίσκοντο στην χειρουργική αίθουσα ούτε ο χειρουργός Χ3, ούτε ο αναισθησιολόγος Χ1, καθώς ο μεν πρώτος, αφού έδωσε εντολή στην νοσηλεύτρια Γ3 να χορηγήσει στην ασθενή με ενδοφλέβια έγχυση το αντιβιοτικό φάρμακο Mandokef, εξήλθε της χειρουργικής αιθούσης, αφήνοντας τους δύο ειδικευόμενους να συρράψουν τα τραύματα, ενώ ο δεύτερος κλήθηκε περί την 10.45'-10.50', ως εφημερεύων αναισθησιολόγος, σε άλλη χειρουργική αίθουσα για να χορηγήσει αναισθησία σε επείγον περιστατικό. Η νοσηλεύτρια Γ3 αμέσως μετά τη χορήγηση του αντιβιοτικού, διαπιστώνοντας κατά τα ανωτέρω την ένδειξη βραδυκαρδίας, χορήγησε άμεσα ατροπίνη ενδοφλεβίως και όταν διαπίστωσε ότι η κατάσταση της, ασθενούς δεν καλυτέρευσε, άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Στις εκκλήσεις της έσπευσε ο αναισθησιολόγος Γ4, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται κατ' εκείνη τη στιγμή στο διάδρομο των χειρουργείων και άρχισε τη διαδικασία ανάνηψης, στην οποία η ασθενής ανταποκρίθηκε μετά 5λεπτο από την έναρξη της διαδικασίας, γενικώς δε από την εμφάνιση της βραδυκαρδίας μέχρι την ανάνηψη παρήλθε χρονικό διάστημα 10 λεπτών, κατά την διάρκεια του οποίου, ακριβώς λόγω της παρατεταμένης βραδυκαρδίας, υπέστη υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια και μετά ταύτα αιτιωδώς στελεχιαία συνδρομή βαριάς μορφής με τετραπληγία, καταστάσα ανάπηρη δια βίου με ποσοστό αναπηρίας 100%. Αφού αποκαταστάθηκε ο καρδιακός της ρυθμός δια της διαδικασίας ανανήψεως, διασωληνώθηκε και διακομίσθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) σε βαθύ κώμα. Κατά την νοσηλεία της στη ΜΕΘ δεν κατέστη δυνατόν να αφυπνιστεί και παρουσίασε θρομβοφλεβίτιδα, σοβαρές λοιμώξεις του αναπνευστικού και σηπτικό σοκ, με αποτέλεσμα να παραμείνει για ένα μήνα σηπτική. Η εγκεφαλική της λειτουργία δεν παρουσίασε βελτίωση και για την αντιμετώπιση των επιληπτικών κρίσεων και των κρίσεων συσπάσεων των μυών, της εχορηγούντο μεγάλες δόσεις αντιεπιληπτικών -αντισπασμωδικών φαρμάκων. Παρέμεινε νοσηλευόμενη στη ΜΕΘ έως την 18-7-1999, κατά την οποία διεκομίσθη σε εξειδικευμένο κέντρο αποκατάστασης του νοσοκομείου Wellington της Μ.Βρετανίας, όπου νοσηλεύτηκε επί 17μηνο, κατά το οποίο αφυπνίστηκε και στη συνέχεια, επέστρεψε στην οικία της, όπου παρακολουθείται από ειδικούς ιατρούς και υποβάλλεται καθημερινώς σε φυσικοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή. Σύμφωνα με την από ........ βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της, φέρει αντλία εμφυτευμένη υποδορίως για την συνεχή ενδοραχιαία έγχυση Lioresal. Έχει αντίληψη του περιβάλλοντος και επικοινωνεί με το βλέμμα με τους οικείους της, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει παρουσιάζοντας αφωνία και η διατροφή της γίνεται ακόμα με γαστροστομία. Πάσχει από σοβαρή στοματοφαρυγγική δυσφαγία με μη ασφαλείς καταπόσεις σάλιου, σοβαρή διαταραχή επικοινωνίας με παντελή έλλειψη συστήματος επικοινωνίας, σοβαρή δυσαρθρία καθώς και στοματική και λεκτική απραξία. Όσον αφορά στην εξέλιξη της ασθενείας της, σύμφωνα με τις από ...... και ....... γνωματεύσεις του θεράποντος ιατρού της Dr Richard Greenwood, μακροπρόθεσμα, λόγω της πολύ σοβαρός υποξαιμικής ισχαιμικής κάκωσης του εγκεφάλου που υπέστη, θα παραμείνει πλήρως εξαρτημένη, θα χρειάζεται περίθαλψη επί 24ώρου βάσεως, ενώ ποτέ δεν θα μπορέσει να κάνει κάτι σημαντικό για τον εαυτό της, όσο και να ζήσει και η προσωπική της ζωή έχει σημαντικά μειωθεί ως αποτέλεσμα της μακροχρόνιας ακινησίας της. Σχετικά με τα της χειρουργικής επεμβάσεως παρατηρούνται τα ακόλουθα: Την 5-4-1999 είχαν προγραμματισθεί να διενεργηθούν στο Ν.Ν.Α συνολικά έντεκα χειρουργικές επεμβάσεις, όπως προκύπτει από το πρόγραμμα χειρουργείου, το οποίο υπογράφεται από τον Υποδιευθυντή του νοσοκομείου Αρχο (Ι) .........., τον Επόπτη χειρουργείου Πχο (Ι) Ψ2 και το Διευθυντή αναισθησιολογικού Αντχο (Ι) Χ2. Στο πρόγραμμα αυτό αναγραφόταν ονομαστικά οι ασθενείς, η σχέση τους με το Π.Ν, η ηλικία τους, η κλινική διάγνωση της ασθένειας τους, το είδος της επεμβάσεως και της αναισθησίας που θα εχορηγείτο, καθώς και το όνομα του χειρουργού που θα πραγματοποιούσε την επέμβαση, δεν αναγραφόταν όμως το όνομα του αναισθησιολόγου που θα χορηγούσε την αναισθησία , ούτε η αίθουσα όπου θα γινόταν η επέμβαση. Η δύναμη πάντως των διαθεσίμων αναισθησιολόγων την ημέρα εκείνη ήταν τρεις, οι δε αίθουσες που είχαν διατεθεί για τις επεμβάσεις ήταν τέσσερις (Β', Γ', Δ' και ΣΤ'). Συγκεκριμένα, από τους έξι συνολικά υπηρετούντες στο Ν.Ν.Α αναισθησιολόγους διαθέσιμοι την ημέρα εκείνη προς κάλυψη των χειρουργικών επεμβάσεων ήταν οι Γ5, Γ4 και Χ1, καθόσον ο Διευθυντής αναισθησιολογικού Χ2 ήταν παράλληλα τοποθετημένος στη Διεύθυνση υγειονομικού του Γ.Ε.Ν , ο Ανπχος ........ είχε λάβει άδεια και ο Ανπχος ........ ευρίσκετο στη Μ. Ε. Θ. Η κατανομή των τριών αναισθησιολόγων στις τέσσερις αίθουσες, με δεδομένο προφανώς, ότι ο ένας εξ αυτών θα εκαλείτο να χορηγήσει αναισθησία σε δύο αίθουσες ταυτοχρόνως, στην πρακτική, γινόταν μεταξύ των ιδίων και αναγραφόταν σε πρόχειρη ανυπόγραφη κατάσταση που κυκλοφορούσε μεταξύ των εμπλεκομένων στα χειρουργεία, όπου αναγράφονταν και οι αίθουσες και τα έκτακτα περιστατικά που προέκυπταν. Έτσι, στην αίθουσα Β' είχε ορισθεί ο Γ5, στην αίθουσα Γ' ο Γ4 και στις αίθουσες Δ' και ΣΤ' ο κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος είχε ορισθεί να εκτελέσει και καθήκοντα εφημερεύοντος αναισθησιολόγου. Για το λόγο αυτό, όταν περί την 10.40' ώρα προέκυψε το έκτακτο περιστατικό της ασθενούς ........., η οποία έπρεπε επειγόντως να υποβληθεί σε επέμβαση υδροκεφαλίας αποφρακτικού τύπου και έχρηζε ως εκ τούτου άμεσης διασωλήνωσης και χορήγησης αναισθησίας, εκλήθη για χορήγηση αναισθησίας ο αναισθησιολόγος Χ1, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα , εγκατέλειψε την ΣΤ' αίθουσα προ της αφυπνίσεως της Ψ για να επιληφθεί του περιστατικού αυτού, με αποτέλεσμα, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που η τελευταία εμφάνισε κάμψη των ζωτικών της λειτουργιών, να μην ευρίσκεται στην χειρουργική αίθουσα αναισθησιολόγος ιατρός για την αντιμετώπιση της. Στα περιστατικά αυτά όμως τη μεγαλύτερη σημασία έχει ο χρόνος που θα μεσολαβήσει μεταξύ εμφάνισης του προβλήματος βραδυκαρδίας και ανάταξης του. Έτσι, το χρονικό διάστημα 4-5 λεπτών είναι κατά τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης χρόνος οριακός για την εμφάνιση εγκεφαλικών βλαβών και ως εκ τούτου στο διάστημα των δέκα λεπτών, όπως εν προκειμένω, όντως εμφανίζονται εγκεφαλικές βλάβες. Στο σημείο που όλοι οι εξετασθέντες ιατροί, πραγματογνώμονες και μάρτυρες συμφωνούν, είναι, ότι όσο το γρηγορότερο αρχίσει η ανάταξη, τόσο το καλύτερο για το ασθενή, τούτο δε εξασφαλίζεται μόνο με τη συνεχή παρουσία του αναισθησιολόγου στη χειρουργική αίθουσα. Πρέπει, εξάλλου, να τονισθεί ότι το σύμπτωμα της βραδυκαρδίας δεν εμφανίστηκε αιφνιδίως στην παθούσα, ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια αντιδράσεως, αλλά κατά την εκτίμηση της πραγματογνώμονας ........... εμφανίστηκε προοδευτικά. Ο ρόλος ακριβώς του αναισθησιολόγου στη χειρουργική αίθουσα είναι η συλλογή και εκτίμηση των κλινικών πληροφοριών και η άμεση λήψη των απαραίτητων μέτρων, ενώ η συνεχής παρουσία ειδικευμένου αναισθησιολόγου για κάθε ασθενή που υποβάλλεται σε κάποια τεχνική αναισθησίας κατά τις διεθνείς αλλά και στη χώρα μας προδιαγραφές ασφαλείας, είναι υποχρεωτική. Στην προκειμένη περίπτωση, εάν κατά την εμφάνιση της βραδυκαρδίας παρίστατο αναισθησιολόγος, θα είχε αποφευχθεί η πρόκληση της σωματικής βλάβης στην ασθενή, καθόσον θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα το πρόβλημα και με την άμεση επέμβαση του θα το ανέτασσε. Αδιανόητο δε θεωρείται να κρίνεται ως επαρκής η αντικατάσταση του αναισθησιολόγου ιατρού από νοσηλευτή, καθώς αντικαταστάτης του νοείται μόνο εξειδικευμένος ιατρός αναισθησιολόγος και κατά συνέπεια, η παρουσία της νοσηλεύτριας Γ3 σε καμία περίπτωση δεν εξασφάλιζε στην ασθενή επαρκή ιατρική κάλυψη , όπως αποδείχτηκε από το τραγικό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, η απουσία του κατηγορούμενου Χ1 από τη χειρουργική αίθουσα, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης ήταν απαράδεκτη και η σωματική βλάβη που υπέστη η ατυχής Ψ οφείλεται στην παράλειψη του ανωτέρω να παρίσταται στη χειρουργική αίθουσα συνεχώς και αδιαλείπτως και να παρακολουθεί τις ζωτικές της λειτουργίες μέχρι την πλήρη αφύπνιση της . Ήδη όμως γίνεται φανερό από τα ανωτέρω εκτεθέντα, πόσο ιδιαίτερα εσφαλμένη ήταν η ενέργεια των κατηγορουμένων Ψ2 και Χ2 να προγραμματίσουν για την 5-4-1999, συνυπογράφοντες το σχετικό πρόγραμμα χειρουργείου, έντεκα μη επείγουσες χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες, λόγω του αριθμού και της σοβαρότητας τους, για να ολοκληρωθούν, θα απασχολούσαν συνεχώς, καθ' όλο τουλάχιστο το χρονικό διάστημα του ωραρίου εργασίας του νοσοκομείου, δηλαδή μέχρι την 15.00 ώρα και τους τρεις διαθέσιμους αναισθησιολόγους, γεγονός το οποίο θα συνεπάγετο, αν εμφανιζόταν στο ωράριο αυτό κάποιο έκτακτο επειγούσης φύσεως περιστατικό, την εγκατάλειψη από τον εφημερεύοντα αναισθησιολόγο εκτάκτων, Χ1, το εν εξελίξει ευρισκόμενο τακτικό του χειρουργείο για να επιληφθεί του εκτάκτου ή να μην επιληφθεί καθόλου του εκτάκτου, με προφανή έτσι τον κίνδυνο για την ζωή και την υγεία του ασθενούς που εγκατελείπετο στην τύχη του. Έπρεπε δηλαδή να προγραμματισθούν τα χειρουργεία κατά τέτοιο τρόπο (ουσιαστικά να μειωθούν), ώστε να εξασφαλιζόταν πάντοτε η διάθεση του εφημερεύοντος αναισθησιολόγου εκτάκτων, μόνο για τα περιστατικά αυτά και όχι να αναγκάζεται αυτός να δίδει αναισθησία σε δύο συγχρόνως χειρουργικές αίθουσες και να είναι και εφημερεύων. Τούτο τον κίνδυνο, όχι απλά τον διείδαν οι κατηγορούμενοι, αλλά σαφώς τον εγνώριζαν πολύ καλά, ως ανώτερα στελέχη του Υγειονομικού Σώματος του Πολεμικού Ναυτικού και έμπειροι ιατροί, οι οποίοι όμως από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής και επιμέλειας, την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν, λόγω των γνώσεων και ικανοτήτων τους να καταβάλουν, πίστεψαν ότι δεν θα επήρχετο, όπως, από ότι φαίνεται, συνέβαινε μέχρι τότε από καθαρή τύχη (ο κατηγορούμενος Χ2 παραδέχεται ότι με αυτές τις συνθήκες ήταν θέμα χρόνου να συμβεί το ατύχημα). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Ψ2, ότι ο "βαρύγδουπος" τίτλος του, ως Διευθυντή του χειρουργικού Τομέα ή άλλως επόπτη χειρουργείων ήταν άνευ αρμοδιοτήτων και ότι απλώς συντόνιζε το έργο των χειρουργών και αναισθησιολόγων, δεν ευσταθεί και τούτο, διότι, σύμφωνα με το υπ' αριθ.III οργανόγραμμα του Κ.Ο.Λ (Κανονισμός Οργανώσεως Λειτουργίας), οι αναισθησιολόγοι και οι χειρουργοί υπάγονται στον Διευθυντή του χειρουργικού Τομέα, ο οποίος μάλιστα εκτελεί καθήκοντα Διευθυντού χειρουργείου, ενώ κατά το άρθρο 16 του ιδίου Κανονισμού, ο εν λόγω Τομεάρχης συντονίζει τη λειτουργία και τις δραστηριότητες των αντίστοιχων κλινικών, εργαστηριακών τμημάτων και λοιπών υπηρεσιών της αρμοδιότητας του. Εισηγείται προς τον Διευθυντή του Ν.Ν.Α, λαμβάνοντας υπ' όψιν της απαιτήσεις των υπηρεσιών της αρμοδιότητας του επί θεμάτων κατανομής προσωπικού, εφημεριών, εποικοδομητικής συνεργασίας και αποδοτικότερης λειτουργίας του Τομέα τους. Οφείλει συνεπώς να συντονίζει τους αναισθησιολόγους και τους χειρουργούς του υπαγόμενου σ' αυτόν χειρουργείου και να μεριμνά για την εποικοδομητική τους συνεργασία και την αποδοτικότερη εξ αυτής λειτουργία του κάθε χειρουργείου. Κλασική δε έκφανση της συντονιστικής του αυτής αρμοδιότητας είναι να επιτυγχάνει δι' αυτής το σωστό και επιτυχή προγραμματισμό των χειρουργείων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συνεχής παρουσία όλης της χειρουργικής ομάδος κατά τις επεμβάσεις, κάτι που εγγυάται ότι έπραξε με την υπογραφή του βιβλίου χειρουργείου, ως προς τις επεμβάσεις που θα γίνονταν για κάθε συγκεκριμένη ημέρα. Θεμελιώνεται συνεπώς με σαφήνεια από τις διατάξεις του Κ.Ο.Λ, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του Διευθυντού του χειρουργικού Τομέα αποτροπής του κινδύνου ζωής ή βλάβης της υγείας των ασθενών και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 18 του Κ.Ο.Λ/Ν.Ν.Α. και του άρθρου 27 του Κ.Ο.Λ. χειρουργείου, κατά την οποία ο Διευθυντής Αναισθησιολογικού είναι αρμόδιος και ευθύνεται για την από κάθε άποψη άρτια περίθαλψη των ασθενών της κλινικής του και μεριμνά προσωπικά για την κατανομή των αναισθησιολόγων ανά αίθουσα χειρουργείου, προκύπτει όντως ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του Χ2 για τη διαφύλαξη της υγείας των ασθενών κατά τις χειρουργικές επεμβάσεις με το σωστό και ασφαλή προγραμματισμό των χειρουργείων. Προκύπτει βέβαια ότι ο Χ2 κατέβαλε προσπάθειες για τη γενικότερη επίλυση του προβλήματος της ελλείψεως αναισθησιολόγων δια συνεχών αναφορών προς την ηγεσία του ΓΕΝ. Ανεξαρτήτως όμως τούτου και μέχρι την επίλυση του προβλήματος, όφειλε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να εξασφαλίσει για την συγκεκριμένη ημέρα επάρκεια αναισθησιολόγων, είτε ανακαλώντας στην υπηρεσία τον αδειούχο ή αποδεσμεύοντας άλλον από διοικητικής φύσεως καθήκοντα ή να εισηγηθεί τη μείωση των χειρουργείων, έτσι ώστε να αποσοβηθεί ο ορατός πλέον κίνδυνος για τους ασθενείς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, όφειλε ο κατηγορούμενος Χ1, αφού έλαβε γνώση αυτών των πολλαπλών καθηκόντων που του ανατέθηκαν, να καταστήσει εγκαίρως και επισήμως γνωστή προς τους αρμοδίους του προγραμματισμού των χειρουργείων την αντίθεσή του, αλλά και την άρνηση του να συμμορφωθεί προς αυτόν τον επικίνδυνο για τη ζωή και την υγεία των ασθενών προγραμματισμό, θέτοντας έτσι προ των ευθυνών τους τους Ψ2 και Χ2, οι οποίοι, αυτοί κατά βάση, δημιούργησαν το αδιέξοδο δια του συγκεκριμένου προγραμματισμού των χειρουργείων. Όφειλε περαιτέρω να μην εγκαταλείψει αβοήθητη επί της χειρουργικής κλίνης τη μη αφυπνισθείσα εισέτι Ψ για να επιληφθεί του εκτάκτου περιστατικού, καθόσον έναντι της εννόμου τάξεως κατείχε πλέον θέση εγγυητού της ζωής και της υγείας αυτής. Ο κατηγορούμενος χειρουργός Χ3 γνώριζε ότι επρόκειτο να χειρουργήσει την Ψ με αναισθησιολόγο που ήταν και εφημερεύων εκτάκτων και υπήρχε ως εκ τούτου κίνδυνος να εγκαταλείψει την επέμβαση αυτή για να επιληφθεί του εκτάκτου περιστατικού. Ισχυρίστηκε βεβαίως ότι δεν γνώριζε εκ των προτέρων ότι θα χορηγούσε ο αναισθησιολόγος Χ1 αναισθησία και σε άλλη αίθουσα, αλλά ανατρέπει ο ίδιος τον ισχυρισμό του, αφού βεβαιώνει ότι είχε χειρουργήσει αρκετές φορές με αναισθησιολόγο, που έδινε αναισθησία και σε άλλη αίθουσα. Επιβεβαιώνει δηλαδή με απόλυτη φυσικότητα την γνωστή σε όλους τους εμπλεκόμενους επικίνδυνη τακτική της ταυτόχρονης χορηγήσεως αναισθησίας σε δύο ταυτοχρόνως αίθουσες, την οποία και αυτός αποδέχεται, πιστεύοντας ότι δεν θα επήρχετο το κακό, το οποίο κατά τον κατηγορούμενο Χ2 ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Όφειλε όμως ο κατηγορούμενος, αφού εγγυήθηκε την ασφαλή διεξαγωγή της επεμβάσεως, να μην προγραμματίσει και να μην επιχειρήσει την επέμβαση, χωρίς να εξασφαλίσει ότι, αυτή θα διεξήγετο με τη συνεχή παρουσία αναισθησιολόγου. Εξάλλου δεν επρόκειτο για επείγον περιστατικό και θα μπορούσε να το αναβάλει σε ευθετότερο χρόνο ή να μην το χειρουργήσει καθόλου υπ' αυτές τις συνθήκες. Παρά ταύτα, ανέλαβε να πραγματοποιήσει την εγχείρηση και στη συνέχεια, δεν απέτρεψε τον αναισθησιολόγο Χ1 να εγκαταλείψει την αίθουσα, ούτε και ζήτησε να τον αντικαταστήσει άλλος αναισθησιολόγος, μάλιστα δε ακολούθως εξήλθε και ο ίδιος της χειρουργικής αιθούσης, εγκαταλείψαντες και οι δύο την Ψ αβοήθητη από ειδικευμένο ιατρό της χειρουργικής ομάδας. Εντύπωση πάντως προκαλεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ3, ότι είχε το δικαίωμα και μπορούσε να φύγει από την αίθουσα χειρουργείου και ότι ακόμα και αν είχε αντιληφθεί την απουσία του αναισθησιολόγου δεν θα άλλαζε τίποτε και ούτε τον ενδιέφερε εάν είχε φύγει ο αναισθησιολόγος. Ο καθηγητής της ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ........., εξεταζόμενος στην Πρωτοβάθμια δίκη και η κατάθεση του αυτή ανεγνώσθη κατά την παρούσα δίκη, κατέθεσε ότι ένας ιατρός οποιασδήποτε ειδικότητας γνωρίζει πώς να κάνει καρδιακές μαλάξεις, ειδικά δε ιατροί με ειδικότητες σχετικές με τα χειρουργεία έχουν γνώση της διαδικασίας της ανάταξης. Επομένως, γίνεται φανερό, πόσο αναγκαία ήταν η παρουσία και τούτου κατά την στιγμή της εμφανίσεως του προβλήματος, ο οποίος, ως χειρουργός, έχοντας τις ειδικές γνώσεις ανάταξης, άμεσα θα επενέβαινε και θα απέτρεπε την επέλευση των βλαβών. Απεδείχθη συνεπώς, ότι οι κατηγορούμενοι Ψ2, Χ2, Χ1 και Χ3 γνώριζαν την επικινδυνότητα του εγχειρήματος και επομένως η επιδειχθείσα από αυτούς αμελής συμπεριφορά στοιχειοθετεί ενσυνείδητη αμέλεια και όχι μη συνειδητή τοιαύτη. Απεδείχθη πλήρως, ότι από ιατρικά και μόνο λάθη και παραλείψεις υπέστη βαρύτατη βλάβη η υγεία της Ψ, λάθη στα οποία, όπως κατεδείχθη, υπέπεσαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ουδενός δε η αμελής συμπεριφορά διέκοψε την πορεία της αμελούς συμπεριφοράς κάποιου άλλου προς το επιβλαβές αποτέλεσμα, αλλά απεναντίας προσετέθησαν όλες και κατευθύνθηκαν δυναμικότερα προς την βλάβη, έτσι ώστε, αιτιωδώς και υπαιτίως, όλες οι αμελείς συμπεριφορές να ενέχονται στη βλάβη της υγείας της ατυχούς Ψ. Ακολούθως, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες σωματικής βλάβης με παράλειψη από αμέλεια και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως, στον Χ1 1 έτους, στον Χ2 8 μηνών και στο Χ3 10 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 314 παρ 1 ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες, ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλείπεις ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει κατά κατηγορία τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε να προβαίνει σε αξιολογική συσχέτιση αυτών, εκθέτει δε με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ενσυνείδητης) και παραθέτει αναλυτικώς τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά, ενώ ορθώς εφήρμοσε και την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ως εκ του ότι η αμέλεια των αναιρεσειόντων αποτέλεσε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε της σωματικής βλάβης που προξένησαν, δεδομένου ότι η αμέλεια τους, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης συνίσταται στο ότι: 1) του Χ1, ενώ αυτός, ως ιατρός αναισθησιολόγος, ο οποίος μάλιστα είχε οριστεί και ως εφημερεύων, είχε επιληφθεί προγραμματισμένου χειρουργείου και χορηγήσεως αναισθησίας στην Ψ, η οποία είχε υποβληθεί σε αισθητικής μορφής επανορθωτική, λόγω ασυμμετρίας των μαστών, εγχείρηση, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η εγχείρηση και αφυπνισθεί η ασθενής, την εγκατέλειψε στην αίθουσα του Χειρουργείου επί της χειρουργικής κλίνης για να μεταβεί σε άλλη αίθουσα προς αντιμετώπιση εκτάκτου περιστατικού, με αποτέλεσμα να μη αντιληφθεί εγκαίρως η νοσηλεύτρια Γ3, που βρισκόταν εντός της αιθούσης, του χειρουργείου και τον αναπληρούσε κατά το χρόνο της απουσίας του, προοδευτικώς εμφανισθείσα στη χειρουργηθείσα βραδυκαρδία, με συνέπεια, επειδή αυτή έγινε αντιληπτή καθυστερημένα από τη νοσηλεύτρια, να μη αναταχθεί άμεσα, αλλά με καθυστέρηση δέκα λεπτών περίπου, στα οποία ο εγκέφαλος της ασθενούς τροφοδοτήθηκε με μειωμένες ποσότητες οξυγόνου και λόγω της μειωμένης αυτής οξυγόνωσης του εγκεφάλου, να υποστεί η χειρουργηθείσα υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια και στελεχιαία συνδρομή βαριάς μορφής με τετραπληγία. 2) του Χ2, ενώ αυτός εκτελούσε καθήκοντα Διευθυντή του αναισθησιολογικού τμήματος του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών και ήταν υπόχρεος εκ της υπηρεσίας του για τη διαφύλαξη των ασθενών, που υποβάλλονταν σε τεχνικές αναισθησίας κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων εντός του Νοσοκομείου και για την προς το σκοπό τούτο ορθή κατανομή, εποπτεία, καθοδήγηση και έλεγχο του προσωπικού της Κλινικής του, το οποίο όφειλε, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης περί ασφαλούς χορήγησης αναισθησίας, να κατανείμει ανά έναν ιατρό αναισθησιολόγο σε κάθε αίθουσα χειρουργείου, αν και γνώριζε λόγω της θέσεως του και της εν γένει επιστημονικής του καταρτίσεως, ότι η συνεχής παρουσία αναισθησιολόγου, καθ' όλη τη διάρκεια της εγχειρίσεως, ήταν απολύτως αναγκαία για εξασφάλιση της ζωής του χειρουργούμενου ασθενούς, άλλως, η ζωή του ετίθετο σε σοβαρό κίνδυνο, από απερισκεψία του, υπέβαλε ενυπογράφως το ημερήσιο πρόγραμμα χειρουργείου της 5-4-1999, χωρίς να ορίσει τον υπεύθυνο αναισθησιολόγο ανά αίθουσα χειρουργείου, ως είχε υποχρέωση, συναινώντας στην πραγματοποίηση των σ' αυτό αναγραφομένων ένδεκα (11) χειρουργικών επεμβάσεων, μεταξύ των οποίων και αυτής της ασθενούς Ψ, χωρίς να λάβει υπόψη του, ότι ακριβώς, λόγω του αριθμού των επεμβάσεων εκείνης της ημέρας, θα απασχολούντο συνεχώς σ' αυτές όλοι οι διαθέσιμοι, τρεις στον αριθμό, αναισθησιολόγοι, ενώ οι αίθουσες οι οποίες είχαν διατεθεί για τις επεμβάσεις ήταν τέσσερις, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια, αν εμφανιζόταν εντός του ωραρίου αυτού επειγούσης φύσεως περιστατικό, να εγκαταλείψει προς στιγμή ο ένας από αυτούς (αναισθησιολόγους) το σε εξέλιξη ευρισκόμενο προγραμματισμένο χειρουργείο του, για να επιληφθεί αναισθησιολογικώς και του εκτάκτου, αναγκαζόμενος να παρακολουθεί συγχρόνως δύο χειρουργικές αίθουσες με προφανή τον κίνδυνο για τη ζωή του ασθενούς που θα εγκατέλειπε αβοήθητο, για να επιληφθεί του ετέρου περιστατικού, ενώ θα έπρεπε, ως Διευθυντής αναισθησιολογικού να εισηγηθεί τη μείωση στον προσήκοντα αριθμό των μη επειγουσών επεμβάσεων, έτσι, ώστε, ο εφημερεύων αναισθησιολόγος των εκτάκτων, να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος, μόνο γι' αυτά, ούτε όμως, παρά ταύτα, μερίμνησε, όπως με άλλο τρόπο αυξήσει τον αριθμό των διαθέσιμων αναισθησιολόγων της ημέρας εκείνης και δη δι' ανακλήσεως αδειών του ιατρικού προσωπικού του τμήματος του ή αποδεσμεύσεως του από άλλα αντικείμενα εργασίας, ώστε να εξασφαλίσει τη συνεχή αποκλειστική παρουσία αναισθησιολόγου σε όλες τις χειρουργικές αίθουσες, με επακόλουθο, όταν περί ώρα 11:00 (κατ' ορθότερο προσδιορισμό του ακριβούς χρόνου), κατά την οποία ήταν σε εξέλιξη η χειρουργική επέμβαση της Ψ με αναισθησιολόγο τον Χ1, επειδή είχε παρουσιαστεί (περί ώρα 10:45-10:50) επείγον και μη επιδεχόμενο αναβολής περιστατικό, και είχε, έτσι, εγκαταλείψει ο τελευταίος προς στιγμή επί της χειρουργικής κλίνης τη μη αφυπνισθείσα εισέτι Ψ, για να επιληφθεί του εκτάκτου, να υποστεί ακολούθως αυτή κατά το χρόνο απουσίας του αναισθησιολόγου βραδυκαρδία, που δεν έγινε αντιληπτή, παρά μόνο καθυστερημένα, ακριβώς, λόγω της απουσίας του αναισθησιολόγου, ο οποίος, αν ήταν παρών, θα την αντιλαμβανόταν και θα την ανέτασσε άμεσα, έτσι δε, ένεκα της βραδυκαρδίας αυτής ετρώθη βαρύτατα η υγεία της Ψ και συγκεκριμένα υπέστη υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια και στελεχιαία συνδρομή βαριάς μορφής με τετραπληγία. Το αποτέλεσμα αυτό προέβλεψε ως πιθανό και ενδεχόμενο των ως άνω ενεργειών και παραλείψεων του, πλην όμως πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν. 3) του Χ3 ενώ αυτός ανέλαβε ως ιατρός πλαστικός χειρουργός να υποβάλει σε εγχείρηση ασυμμετρίας μαζικών αδένων την Χ, από απερισκεψία του δέχθηκε να της χορηγήσει αναισθησία ο Χ1, μολονότι γνώριζε, ότι αυτός είχε οριστεί και ως εφημερεύων αναισθησιολόγος για χορήγηση αναισθησίας σε έκτακτα περιστατικά και επομένως, ότι δεν ήταν εξασφαλισμένη η συνεχής παρουσία του στο χειρουργείο μέχρι την αφύπνιση της ασθενούς, λόγω του ενδεχόμενου της κλήσεώς του να χορηγήσει αναισθησία σε επείγον περιστατικό, παρά ταύτα, ανέλαβε να πραγματοποιήσει την εγχείρηση και στη συνέχεια, δεν απέτρεψε τον εν λόγω αναισθησιολόγο να εγκαταλείψει την αίθουσα του χειρουργείου, ούτε και ζήτησε να τον αντικαταστήσει άλλος αναισθησιολόγος όταν αποχώρησε από την αίθουσα, μάλιστα δε εξήλθε και ο ίδιος της χειρουργικής αίθουσας, εγκαταλείψαντες και οι δύο την ασθενή αβοήθητη από ειδικευμένο ιατρό της χειρουργικής ομάδας. Περαιτέρω, η μη πανηγυρική αναφορά στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης των αναγνωσθεισών εκθέσεων ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, δεν στερεί την απόφαση της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σκεπτικού, στο οποίο παρατίθενται οι σκέψεις και τα περιστατικά που οδήγησαν το Αναθεωρητικό Δικαστήριο στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, γίνεται αναφορά στους πραγματογνώμονες, από τις γνωμοδοτήσεις των οποίων, άλλωστε, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που στηρίζουν την αμελή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και τη σύνδεση αυτής αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, δεν απομακρύνεται το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης. Περαιτέρω, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, επομένως, να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, Χ1, τον οποίο προέβαλε ο συνήγορος υπερασπίσεώς του, όταν του δόθηκε ο λόγος για να αναπτύξει την υπεράσπισή του, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν συνοδευόταν η προβολή του από τα αναγκαίως θεμελιώνοντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, ώστε από αυτά να προκύψει, αν προβάλλεται σύγκρουση καθηκόντων, ως λόγος άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεώς του ή ως λόγος αποκλεισμού του καταλογισμού αυτής σε αυτόν. Επίσης δεν υπάρχει καμία αντίφαση, μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με τα αναφερόμενα σε αυτά πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμελή συμπεριφορά του εκ των αναιρεσειόντων, Χ2, αφού, όπως από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον ΄Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αυτής, η αμελής συμπεριφορά του εν λόγω αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στο ότι, ως διευθυντής του αναισθησιολογικού τμήματος του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών, αν και γνώριζε, λόγω της θέσεώς του και της εν γένει επιστημονικής του καταρτίσεως, ότι η συνεχής παρουσία του αναισθησιολόγου καθ' όλη τη διάρκεια της εγχειρήσεως είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση της ζωής και της υγείας του εγχειρούμενου ασθενούς, αλλιώς η ζωή και η υγεία του εκτίθενται σε σοβαρό κίνδυνο, εν τούτοις, υπέβαλε ενυπογράφως το ημερήσιο πρόγραμμα του Χειρουργείου της 5.4.1999, χωρίς να ορίσει υπεύθυνο αναισθησιολόγο ανά αίθουσα Χειρουργείου, συναινώντας έτσι στην πραγματοποίηση των προγραμματισμένων έντεκα χειρουργικών επεμβάσεων, μεταξύ των οποίων και της ασθενούς Ψ, χωρίς να λάβει υπόψη του, ότι λόγω του μεγάλου αριθμού των επεμβάσεων που θα επραγματοποιούντο εκείνη την ημέρα, θα απησχολούντο συνεχώς σ' αυτές όλοι οι διαθέσιμοι τρεις τον αριθμό αναισθησιολόγοι, ενώ οι αίθουσες οι οποίες είχαν διατεθεί για τις επεμβάσεις ήταν τέσσερις (αντί των τριών που έπρεπε), πράγμα που θα είχε ως συνέπεια, αν εμφανιζόταν εντός του ωραρίου αυτού επείγουσας φύσεως περιστατικό, ο ένας από τους τρεις αναισθησιολόγους να εγκαταλείψει για κάποιο χρονικό διάστημα το σε εξέλιξη ευρισκόμενο προγραμματισμένο Χειρουργείο του, προκειμένου να επιληφθεί αναισθησιολογικώς και του εκτάκτου περιστατικού, αναγκαζόμενος να παρακολουθεί συγχρόνως δύο εγχειρήσεις σε δύο διαφορετικές χειρουργικές αίθουσες, εκθέτοντας έτσι σε κίνδυνο τη ζωή και την υγεία του ασθενούς, τον οποίο θα άφηνε αβοήθητο για να επιληφθεί του εκτάκτου περιστατικού. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από το ότι, στο μεν σκεπτικό αναφέρεται, ότι "...... Την 5.4.1999 είχαν προγραμματιστεί να διενεργηθούν στο ΝΝΑ συνολικά έντεκα χειρουργικές επεμβάσεις, όπως προκύπτει από το πρόγραμμα χειρουργείου, το οποίο υπογράφεται από τον υποδιευθυντή του Νοσοκομείου Αρχο (Ι) ......., τον επόπτη Χειρουργείου ΠΧΟ (Ι) Ψ2 και το διευθυντή αναισθησιολογικού Αντ/χο (Ι) Χ2. Στο πρόγραμμα αυτό αναγραφόταν ονομαστικά οι ασθενείς, οι σχέσεις τους με το ΠΝ, η ηλικία τους, η κλινική διάγνωση της ασθένειάς τους, το είδος της επεμβάσεως και της αναισθησίας που θα εχορηγείτο, καθώς και το όνομα του χειρουργού που θα πραγματοποιούσε την επέμβαση, δεν αναγραφόταν όμως το όνομα του αναισθησιολόγου που θα χορηγούσε την αναισθησία, ούτε η αίθουσα, όπου θα γινόταν η επέμβαση", στο δε διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως ότι "........... Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο Χ3, διότι δέχθηκε να χορηγήσει αναισθησία ο εκ των κατηγορουμένων,Χ1, αν και γνώριζε ότι δεν εξασφαλιζόταν η απαιτούμενη σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης συνεχής παρουσία αυτού κατά τη διάρκεια της εγχειρήσεως και μέχρι την αφύπνιση της ασθενούς, ως εκ του λόγου ότι δεν ήταν καταγεγραμμένος ο εν λόγω αναισθησιολόγος στο ημερήσιο πρόγραμμα Χειρουργείου της 5.4.1999", ενώ αιτιολογείται ειδικώς, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης της Ψ, με την αναφορά σ' αυτήν, ότι, αν και γνώριζε ότι ο Χ1 είχε οριστεί ως εφημερεύων αναισθησιολόγος για τη χορήγηση αναισθησίας για την αντιμετώπιση εκτάκτων περιστατικών (την κρίση του δε αυτή προδήλως στηρίζει, όχι μόνον στο ανωτέρω πρόγραμμα Χειρουργείου, αλλά και στα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα), δέχτηκε να της χορηγήσει αναισθησία, στη συνέχεια δε, ότι δεν απέτρεψε τον εν λόγω αναισθησιολόγο να εγκαταλείψει την αίθουσα του Χειρουργείου, ούτε και να ζητήσει να τον αντικαταστήσει άλλος αναισθησιολόγος, όταν αποχώρησε από την αίθουσα του χειρουργείου, αλλά και ο ίδιος εξήλθε από τη χειρουργική αίθουσα, εγκαταλείψαντες και οι δύο την ασθενή αβοήθητη από ειδικευμένο ιατρό της χειρουργικής ομάδας. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άνω επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και κατά το μέρος που με τον πρώτο από αυτούς πλήττεαι με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Από τη διάταξη του άρθρου 470 περ. α' του ΚΠΔ, κατά την οποία "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται", προκύπτει ότι, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη, είτε με την επαύξηση της ποινικής κυρώσεως σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, στην περίπτωση δε παραβάσεως της διατάξεως αυτής ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για υπέρβαση εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, το μεν Πρωτοβάθμιο Πενταμελές Ναυτοδικείο Πειραιώς, ενώ αναγνώρισε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εκ των αναιρεσειόντων, Χ1 οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Αναθεωρητικό), με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, του επέβαλε την ίδια ποινή, δεχόμενο ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, χωρίς να δεχτεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ίδιου Κώδικα. Έτσι όμως κρίναν το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και πρέπει, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον Χ1 κατά το κεφάλαιο αυτό (η περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου έχει καταστεί αμετάκλητη) και παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους Δικαστές, αφού αυτό είναι εφικτό (άρθρο 519 ΚΠΔ), προκειμένου να του αναγνωρίσει και την ελαφρυντική περίσταση εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ και προβεί σε νέα επιμέτρηση της επιβληθείσες σ' αυτόν ποινής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ3 και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 23 Ιουνίου 2006, 26 Ιουνίου 2006 και 23 Ιουνίου 2006 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 63/2006 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Απορρίπτει τις αιτήσεις των Χ2 και Χ3. Αναιρεί μερικώς την υπ' αριθ. 63/2006 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ως προς τον Χ1,κατά το κεφάλαιο αυτής των ελαφρυντικών περιστάσεων και ως προς την περί ποινής διάταξη αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως, αφού αυτό είναι εφικτόν. Απορρίπτει την αίτηση του εν λόγω αναιρεσείοντος Χ1 κατά τα λοιπά. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Χ2 και Χ3 στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ