Αριθμός 1565/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζέλλη, περί αναιρέσεως της 9514/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1,που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και συγκατηγορούμενο τον Ψ2. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.1.2006 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 24.11.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 371. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ η αμέλεια διακρίνεται σε ενσυνείδητη, η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του άνω δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν απέχει όμως από αυτή, γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει τέτοιο αποτέλεσμα και σε μη συνειδητή, η οποία υπάρχει όταν λείπει από τον υπαίτιο κάθε πρόβλεψη για ενδεχόμενη παραγωγή του αξιόποινου αποτελέσματος που προκλήθηκε από την πράξη του. Έτσι, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει, ενόψει της προαναφερθείσης διακρίσεως, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εκ τούτου λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 ΠΚ, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση υπάρχει και για τον εργολάβο, ο οποίος δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα σε οικοδομή, για την αποτροπή ατυχήματος. Όταν το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που αυτό επέδειξε και, πάντως, εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 18 παρ. 3 του π.δ. 778/1980, περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, "οσάκις επιβάλλεται η εργασία ατόμων επί της υπό κατασκευήν στέγης δέον όπως εναλλακτικώς α) ...... β) ........ γ) χρησιμοποιούνται κινητοί εξώστες εργασίας ανηρτημένοι εξ ανυψωτικού μηχανήματος και δ) χρησιμοποιούνται ατομικά μέσα προστασίας, ήτοι ζώναι ασφαλείας δια τους επί της στέγης εργαζομένους .......", κατά δε το άρθρο 3 του ίδιου ΠΔ "κατά την εκτέλεση των εις το άρθρο 1 του παρόντος αναφερομένων εργασιών (ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών) δέον όπως χρησιμοποιούνται ικριώματα και φορητές κλίμακες υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς, αναλόγως του ύψους αυτών από της στάθμης του εδάφους ή του κατά περίπτωση δαπέδου ορόφου της οικοδομής, α) ..........". Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του Ψ2 κατά της 24579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 9514/2005 αποφάσεώς του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία "...............ΕΠΕ", της οποίας διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος Χ1, δυνάμει συμβάσεως με την εταιρεία ΧΑΛΥΨ ΑΕ είχε αναλάβει, μεταξύ άλλων, και την επισκευή - ανακατασκευή της στέγης του αποθηκευτικού χώρου στο εργοστάσιο της τελευταίας στον ......... Αττικής. Ο παθών Ψ1 είχε προσληφθεί από την πρώτη ως άνω εταιρεία με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και εργαζόταν ως μονταδόρος, ο δε κατηγορούμενος Ψ2 εργαζόταν ως εργοδηγός στην ίδια εταιρεία. Στις 6 Ιουνίου 2000, κατά τη διάρκεια εργασιών επισκευής της στέγης του αποθηκευτικού χώρου της εταιρείας "ΧΑΛΥΨ ΑΕ", ο παθών βρισκόταν πάνω σε δοκάρι πλάτους 0,15 μ., σε ύψος 5 περίπου μέτρων από το έδαφος, χωρίς να φέρει ζώνη ασφαλείας και κράνος, προσπαθώντας να αντικαταστήσει το παλιό ψαλίδι με νέο σε ένα στέγαστρο του παραπάνω αποθηκευτικού χώρου. Κατά τη στιγμή που αυτός απέκοπτε κομβοέλασμα προκειμένου να τοποθετηθεί σωστά το καινούργιο ψαλίδι, ο κατηγορούμενος Ψ2, ο οποίος χειριζόταν γερανοφόρο όχημα με το οποίο ανύψωνε το ψαλίδι, προκειμένου να βρεθεί αυτό στο κατάλληλο ύψος, εκτέλεσε εσφαλμένο χειρισμό και το ψαλίδι κτύπησε στο κεφάλι του παθόντα, ο οποίος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος από το ανωτέρω ύψος με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά. Συγκεκριμένα υπέστη τετραπάρεση λόγω κακώσεων της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και υποβλήθηκε σε δισκεκτομή Α3-Α4 και Α5-Α6 με σπονδυλοδεσία μεταλλικού μοσχεύματος. Για το ατύχημα αυτό συντρέχει αμέλεια αμφοτέρων των κατηγορουμένων. Η αμέλεια του κατηγορουμένου Χ1 συνίσταται στο ότι, αν και ήταν λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του υπεύθυνος για την τήρηση των διατάξεων περί ασφαλείας των εργαζομένων, δεν φρόντισε κατά την επισκευή της στέγης του αποθηκευτικού χώρου, ώστε να έχουν τοποθετηθεί ικριώματα ή φορητές κλίμακες, ούτε φρόντισε να χρησιμοποιούνται κινητοί εξώστες εργασίας ανηρτημένοι από ανυψωτικό μηχάνημα καθώς και ατομικά μέσα εργασίας, δηλαδή ζώνες ασφαλείας για τους εργαζόμενους επί της στέγης, με αποτέλεσμα λόγω ελλείψεως των ως άνω μέτρων ασφαλείας, να πέσει ο παθών, ο οποίος έχασε την ισορροπία του εξαιτίας του προαναφερομένου λόγου και να τραυματισθεί, ενώ αν είχε φροντίσει για την τήρηση όλων των μέτρων ασφαλείας των προβλεπομένων από το π.δ. 778 της 19/26.8.1980, θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα. Η αμέλεια του κατηγορουμένου Ψ2 συνίσταται στο ότι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προέβη σε λανθασμένο χειρισμό του γερανού που μετέφερε το νέο ψαλίδι με αποτέλεσμα, όταν πλησίασε τον παθόντα, ο οποίος βρισκόταν πάνω στο δοκάρι για να προσαρμόσει το νέο "ψαλίδι", να κτυπήσει αυτόν και εξαιτίας του κτυπήματος να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος με τις προαναφερόμενες συνέπειες, ενώ αν είχε τεταμένη την προσοχή του στο χειρισμό του γερανού θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα". Κατόπιν αυτών, το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, όπως και τον ανωτέρω Ψ2, σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 315 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων για τα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και επισημαίνεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της υπεύθυνης εργοδότιδος εταιρείας που εκτελούσε το έργο, από την οποία (ιδιότητα), με βάση το μνημονευόμενο π.δ. 778/1980, απέρρεε η υποχρέωσή του για τη λήψη των προστατευτικών για τον απασχολούμενο στο έργο παθόντα μέτρων, που αναφέρονται στην ως άνω αιτιολογία της αποφάσεως. Επίσης, αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος του επελθόντος αξιοποίνου αποτελέσματος προς την αμελή αυτή συμπεριφορά, με την παραδοχή, ειδικότερα, ότι αν είχαν ληφθεί τα ως άνω προστατευτικά μέτρα δεν θα είχε επέλθει η πτώση του παθόντος στο έδαφος, διότι θα είχε συγκρατηθεί αυτός από τα εν λόγω προστατευτικά μέτρα, όταν έχασε την ισορροπία του, μετά το κτύπημα που δέχθηκε στο κεφάλι από το ψαλίδι που ανύψωνε ο εργοδηγός κατηγορούμενος Ψ2. Περαιτέρω, το δικάσαν Εφετείο, δια του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και της παραδεκτής συμπληρώσεως του σκεπτικού της από το διατακτικό, όπου ρητώς αναφέρεται ότι το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα "ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε ως δυνατό εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του", προσδιορίζει σαφώς τη μορφή της αμέλειας του αναιρεσείοντος ως μη συνειδητής, ενώ το π.δ. 778/1980, που περιέχει τους κανόνες που προεκτέθηκαν, από τους οποίους πηγάζουν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος, αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως, όπου και προσδιορίζονται οι ως άνω διατάξεις του (άρθρο 3 και 18 παρ. 3) με την παράθεση του περιεχομένου τους. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της ένδικης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 24.11.2006) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ), συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ1, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους στο σκεπτικό πρόσθετους λόγους της, περί αναιρέσεως της 9514/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ