Αριθμός 1059/2007 Το ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ο οποίος δεν παραστάθηκε, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2974/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1) ........, 2) ........, 3) ..........., 4) ...... και 5) ....... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Δεκεμβρίου 2006 και 26 Ιανουαρίου 2007, δύο, αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 279/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμ. πρωτ. 125/20-3-2007, μαζί με τη σχετική δικογραφία και τις αιτήσεις του πιο πάνω αναιρεσείοντος, καθώς και την με αριθμό και ημερομηνία 11/29-1-2007 έκθεση παραίτησης, με την οποία ο πιο πάνω αναιρεσείων παραιτείται από τις προαναφερόμενες αιτήσεις του αναίρεσης και αναφέρθηκε στην ως άνω πρόταση, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών τας από 17 Δεκεμβρίου 2006 και 26 Ιανουαρίου 2007 αιτήσεις αναιρέσεως του κατηγορουμένου ......, κρατουμένου εις την Δικαστικήν Φυλακήν Κορυδαλλού, κατά της υπ΄αριθμ. 2974/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Eκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις την έκθεσιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνωνται σαφώς και ωρισμένως οι λόγοι αναιρέσεως, αφού η ανυπαρξία τοιούτων λόγων καθιστά την αίτησιν αναιρέσεως απαράδεκτον (Α.Π. 281/2006 Ποιν Δικ 2006 σελ. 942 κ.ά.). Περαιτέρω εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, κατ΄αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου, είναι δεκαήμερος και αρχίζει από την επομένην της καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1318/2005 Ελλ Δνη 46 σελ. 1562 κ.ά.). Εκ της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού, τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 1406/2006 Ελλ Δνη 47 σελ. 1530 κ.ά.). Εξ άλλου ο κατά την συζήτησιν παραστάς συνήγορος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, δεν δύναται να παραιτηθή από του παρ΄αυτού ασκηθέντος κατ΄άρθρ. 465 παρ. 2 ενδίκου μέσου, άνευ ειδικής προς τούτο εντολής του κατηγορουμένου (Α.Π. 1212/1981 Ποιν Χρ ΛΒ΄ σελ. 507, Μπουροπ., Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. β΄ σελ. 171). Eις την προκειμένην περίπτωσιν εις την από 17 Δεκεμβρίου 2006 αίτησιν αναιρέσεως που ησκήθη υπό του ιδίου του αναιρεσείοντος ουδείς λόγος αναιρέσεως διαλαμβάνεται. Συνεπώς αυτή είναι απαράδεκτος. Επιπροσθέτως κατά της ανωτέρω αποφάσεως, που εξεδόθη με παρόντα τον κατηγορούμενον, καταχωρισθείσης εις το ειδικόν βιβλίον την 11 Ιανουαρίου 2007, ησκήθη κατ΄άρθρον 465 παρ. 2 υπό του παραστάντος κατά την συζήτησιν συνηγόρου του, η από 26 Ιανουαρίου 2007 αίτησις αναιρέσεως. ΄Ητοι αυτή ησκήθη μετά την πάροδον της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Εις την σχετικήν έκθεσιν ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται, που να δικαιολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν της. Συνεπώς και η αίτησις αυτή είναι απαράδεκτος ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Σημειωτέον, ότι η από 29 Ιανουαρίου 2007 παραίτησις του προαναφερθέντος συνηγόρου από την ανωτέρω αιτήσεώς του εγένετο άνευ εντολής του κατηγορουμένου. Εκ τούτου η παραίτησις αυτή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Eπειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθούν απαράδεκτοι αι προαναφερθείσαι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθούν απαράδεκτοι οι από 17/12/2006 και 26/1/2007 αιτήσεις αναιρέσεως του ......, κρατουμένου εις την Δικαστικήν Φυλακήν Κορυδαλλού, κατά της υπ΄αριθμ. 2974/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Aθήνα, 13 Μαρτίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1 εδ.α' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ. να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Σε αντίθετη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 17 Δεκεμβρίου 2006 (πρώτη) αίτηση αναίρεσης, πλήττεται η υπ' αριθμ. 2974/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών για μεταφορά, από κοινού, από το εξωτερικό στην Ελλάδα, αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος (παράβαση του άρθρου 55 παρ. 1γ' του ν. 2910/2001, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με άρθρο 37 του Ν. 3153/2003). Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού και περιέχεται στην συνταχθείσα από τον τελευταίο, με αριθμό 883/2006, έκθεση, δεν περιέχει κανέναν απολύτως λόγο από τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, στο οποίο ρητώς παραπέμπει το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, η 10ήμερη προθεσμία αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση, καταχωρίζεται καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά, στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως προκύπτει από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος, ο οποίος ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να επικαλεσθεί στη δήλωσή του τον λόγο, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή, τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση τούτου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 475 ΚΠΔ, "κάθε διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1". Κατά δε το άρθρο 474 παρ. 1 "η άσκηση του ενδίκου μέσου γίνεται με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση και υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται". Από το συνδυασμό των αμέσως παραπάνω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 96 παρ. 1 και 465 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι, επί παραιτήσεως από ασκηθέν ένδικο μέσο, που δηλώνεται από αντιπρόσωπο, πρέπει να έχει αυτός ειδική προς τούτο εντολή, ενώ, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 465 ΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι το ένδικο μέσο κατά καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ' αυτόν που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση, δεν συνάγεται ότι στον συνήγορο αυτό συγχωρείται να δηλώσει παραίτηση από το παρ' αυτού ασκηθέν ένδικο μέσο, χωρίς ειδική εντολή του προσώπου για λογαριασμό του οποίου άσκησε αυτό. Επομένως η κρινόμενη, από 26 Ιανουαρίου 2007, (δεύτερη) αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με δήλωση του παραστάντος κατά τη συζήτηση επί της οποίας η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση συνηγόρου του αναιρεσείοντος ενώπιον του Γραμματέα του εκδόσαντος αυτή Εφετείου στις 26-1-2007 έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο 10ήμερης προθεσμίας από την κατά την 11 Ιανουαρίου 2007, καταχώρισή της (προσβαλλόμενης απόφασης) καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (βλ. την από 26-1-2007 βεβαίωση του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου). Δεδομένου δε ότι δεν γίνεται επίκληση σ' αυτή (αίτηση αναίρεσης) ότι ο αναιρεσείων εμποδίστηκε να την ασκήσει εμπρόθεσμα από ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και όχι λόγω παραιτήσεως από αυτήν. Τούτο δε, καθόσον η από 29 Ιανουαρίου 2007 παραίτηση του συνηγόρου του αναιρεσείοντος, που παρέστη κατά τη συζήτηση, δεν παράγει, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, έννομα αποτελέσματα αφού δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας ότι δόθηκε σ' αυτόν από τον αναιρεσείοντα ειδική εντολή προς τούτο, δηλαδή να παρατηθεί για λογαριασμό του από την παραπάνω αίτηση αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 17 Δεκεμβρίου 2006 και από 26 Ιανουαρίου 2007 αιτήσεις του ......, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού για αναίρεση της 2974/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ