Αριθμός 956/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Αμφίσσης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 753/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1601/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή τη απάτης απαιτείτο, επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Η μορφή δε αυτή της κακουργηματικής απάτης υπήρχε και πριν από την ισχύ του νόμου αυτού. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγούμενων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια. Συνεπώς, πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς των. Η άποψη ότι, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης, που τελέστηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ., θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανύπαρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει όρια αλλά με το αθροιστικό σύστημα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, όπως το εδάφιο προστέθηκε από το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Kατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 753/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Ο κατηγορούμενος Χ1, πρώην αστυνομικός υπάλληλος, κατά το από 01-08-1998 μέχρι 21-12-1998 χρονικόν διάστημα, δια πλειόνων πράξεων συνιστωσών εξακολούθησιν ενός και του αυτού εγκλήματος και τελεσθεισών εν Αθήναις, επί σκοπώ όπως αποκομίση παράνομον περιουσιακόν όφελος, έβλαψε ξένην περιουσίαν πείθων τινάς εις πράξιν δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων, ως αληθών, η δε ζημία την οποίαν προκάλεσε ήτο ιδιαιτέρως μεγάλη υπερβαίνουσα το ποσόν των 5.000.000 δρχ., εις δε την διαμόρφωσιν του ύψους του μεγέθους της επενεχθείσης ζημίας απέβλεψεν με τις μερικωτέρας πράξεις του ο κατηγορούμενος, ενιαίαν προς τούτο λαβών απόφασιν, ενώ εις την αξιόποινον ταύτην συμπεριφοράν επεδόθη ενεργών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν.- Ειδικώτερον επί τω προδιαληφθέντι σκοπώ, παρέστησε ψευδώς εις τους εμπόρους ......, ......, ..... και ....., ότι ονομάζεται άλλοτε ....., άλλοτε......, ότι είναι φερέγγυος και φορεύς υπαρκτών (αληθών) απαιτήσεων εναντίον των φερομένων, ως εκδοτριών και ως εκ τούτου υποχρέων των κατωτέρω ρητώς αναφερομένων τραπεζικών επιταγών διαφόρων εμπορικών εταιρειών, των οποίων επιταγών ούτος ήτο κάτοχος και νόμιμος κομιστής, και έτσι τους έπεισε να δεχθούν να πωλήσουν και να παραδώσουν προς αυτόν κλιματιστικά μηχανήματα συνολικής αξίας 5.295.000 δραχμών δεχόμενοι ως μέσον εξοφλήσεως του τιμήματος των πλωθηθέντων μηχανημάτων τις επιταγές αυτές (ως ρητώς αύται προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία των κατωτέρω) οι οποίες όμως επιταγές ήσαν πλασταί και επομένως άκυροι, ως αξιόγραφα, και φυσικά ουδέποτε εκπληρώθησαν εις τους καταστάντας κατά τα άνω νομίμους κομιστάς των (τους πωλητάς δηλ. των μηχανημάτων, παθόντας ως άνω εμπόρους), με αποτέλεσμα (εις το οποίον ο δράστης κατά τα εκτεθέντα αρχήθεν είχεν αποβλέψει) οι εν λόγω έμποροι πωλητές να υποστούν ζημίαν ισόποσον προς την αξίαν των (εις εξόφλησιν του τιμήματος πωλήσεως των μηχανημάτων δοθεισών) ακύρων επιταγών, που κρίνεται ιδιαιτέρως μεγάλη, εφ' όσον μάλιστα υπερβαίνει και το όριον των 5.000.000 δρχ.- Ο κατηγορούμενος, ειδικώτερον, προς απόληψιν του, ως άνω, περιγραφέντος παρανόμου περιουσιακού οφέλους, παρέδωσε προς τους πωλητάς εμπόρους των κλιματιστικών μηχανημάτων τας εν τω διατακτικώ μέρη της παρούσης αλλά και αμέσως κατωτέρω μνημονευομένας ακύρους επιταγάς παριστών ότι είναι νόμιμος κομιστής των ακολούθων τραπεζικών επιταγών: α) της υπ' αριθμ. ....... της Εθν. Τραπ. Ελλάδος ποσού 1.950.000 δρχ. με ημερομηνίαν εκδόσεως την 26-2-1999 και εκδότριαν την εταιρείαν "ΔΟΥΡΟΣ Α.Ε.", β) της υπ' αριθμ. ..... της Εθν. Τρ. Ελλάδος ποσού 510.000 δρχ. με ημερομηνίαν εκδόσεως 30-01-1999 και εκδότριαν την "ΔΟΥΡΟΣ Α.Ε.", γ) της με αρ. .....της ΕΤΕ με εκδότρια την εταιρίαν "..... ΟΕ" επιταγής που δεν ήταν συμπληρωμένη κατά τα λοιπά στοιχεία της, δ) της με αρ. .... της ΕΤΕ ποσού 700.000 δρχ. επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 17.1.99 και εκδότρια την εταιρεία "ΔΟΥΡΟΣ Α.Ε.", ε) της με αρ. ..... της ΕΤΕ ποσού 715.000 δρχ. επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 2.2.99 και εκδότρια την εταιρίαν "ΔΟΥΡΟΣ Α.Ε.", στ) της με αρ...... της ΕΤΕ ποσού 770.000 δρχ. επιταγής με ημερομηνία έκδοσης 30.11.98 και εκδότρια την εταιρίαν "ΣΙΝΕΓΚΡΑΜ ΑΕ" και ζ) της μη εξακριβωθέντος αριθμού και ημερομηνίας έκδοσης επιταγής της ΕΤΕ, ποσού 650.000 δρχ. που εμφανίστηκε προς πληρωμή σε υποκατάστημα της ΕΤΕ στην Κόρινθο στις 20.11.98 και αντιστοιχεί στο λογαριασμό ......... Εκ των αυτών αποδείξεων προέκυψεν ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπον, που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν, καθ' όσον από την επανειλημμένην τέλεσιν της πράξεως της απάτης και από την υποδομήν, που έχει διαμορφώσει με πρόθεσιν επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής προκύπτει ο σκοπός του προς πορισμόν σταθερού εισοδήματος προς βιοπορισμόν, ως επίσης προκύπτει η στερώς ερριζωμένη ροπή του προς διάπραξιν του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείον της προσωπικότητάς του. Εις την κατά τα άνω κρίσιν του ήχθη το Δικαστήριον εκ πάντων των ως άνω μνησθέντων αποδεικτικών μέσων, μη αναιρουμένων εξ οιονδήποτε ετέρον αποδεικτικού μέσου ουδέ εκ της απολογίας του κατηγορουμένου. Δέον, όθεν, όπως κηρυχθή και αύθις ένοχος κατά τα εν τω διατακτικώ, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αυτοτελών ισχυρισμών της υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και δη του ισχυρισμού περί του ότι η πράξις του φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, και ότι ως εκ τούτου έχει παραγραφεί. Σημειούται, ότι δι' ουδεμίαν των επιμέρους πράξεων (αρχομένας από 1-8-1998) έχει παρέλθει οκταετία (άρθρ. 113 παρ. 3 εν συνδυασμώ προς άρθρα 111 παρ. 3, 112, και παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 113 Ποιν.Κωδ.) και ούτω κατά πάσαν περίπτωσιν ουδεμία επί μέρους πράξις, έστω και ως πλημμέλημα, έχει παραγραφεί...". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος απάτης σε βαθμό κακουργήματος, κατ' εξακολούθηση, με τη μορφή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως αυτής, από την οποία το συνολικό όφελος αυτής και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (13 εδ. στ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1, 3 εδ. α, ΠΚ). Για την πράξη του δε αυτή, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης έξι ετών. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Πενταμελές Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου του 386 παρ. 3 ΠΚ, όπως ισχύουν, με το να απορρίψει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος ότι η πιο πάνω πράξη για την οποία καταδικάστηκε είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα και να δεχθεί ότι για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης, κατ' εξακολούθηση, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) και όχι τα ποσά της κάθε επί μέρους πράξεως. Επίσης περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως (δηλαδή ότι το συνολικό όφελος υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ), όσο και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της κακουργηματικής πράξεως της απάτης, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε. Κατ' ακολουθία οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ο από το αυτό άρθρο του ίδιου Κώδικα στοιχ. Δ τρίτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι. Αβάσιμος επίσης είναι και ο έκτος λόγος αναιρέσεως περί παραγραφής της πιο πάνω πράξεως, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων έχει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται περί κακουργήματος, για το οποίο, από το χρόνο τελέσεως αυτού (1-8 -1998 έως 21-12-1998), δεν παρήλθε ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2β και 113 παρ. 2 και 3 εδ. α ΠΚ χρόνος παραγραφής. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της υπερβάσεως εξουσίας (πέμπτος λόγος αναιρέσεως), πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 99/15-9-2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 , κατά της 753/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ