Αριθμός 344/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαδόπουλο, για αναίρεση της 314/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφιλόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1384/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαιρούνται ορισμένα δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης 2 ετών η οποία μετετράπη σε χρηματική για την πράξη του εμπρησμού εκ προθέσεως από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Στην αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής απόφασης, αναφέρεται ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την πράξη που του αποδίδεται και ειδικότερα ότι στις 4-3-1999, πρωϊνές ώρες, έβαλε φωτιά σε αντικείμενα (καρτ-ποστάλ), που βρίσκονταν μέσα στο κατάστημα ειδών λαϊκής τέχνης, που τυπικά η κόρη του ....και ουσιαστικά ο ίδιος διατηρούσαν στο Ηράκλειο (οδός ....) και ανήκε στον Ζ1 κατά κυριότητα. Η φωτιά επεκτάθηκε μέσα στο κατάστημα με ατελή καύση των εμπορευμάτων και ο κίνδυνος για ξένα πράγματα (παρακείμενες ιδιοκτησίες) αποσοβήθηκε χάρις στην επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Στην παραπάνω ενέργεια προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να εκδικηθεί τον ιδιοκτήτη και εκμισθωτή του καταστήματος, ο οποίος του ζητούσε επίμονα να το εγκαταλείψει, αφού έπαυσε να καταβάλει το μίσθωμα προ πολλών μηνών. Ένα περίπου μήνα πριν από την πρόκληση της φωτιάς πραγματοποιήθηκε συνάντηση του κατηγορουμένου με τον εκμισθωτή και συζήτηση για την παραπάνω διαφορά τους, κατά την οποία ο πρώτος χολωμένος από την απαίτηση του δεύτερου να του παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος του απηύθυνε τη φράση " θα τα κάνω παρανάλωμα και θα το πληρώσεις εσύ και η οικογένεια σου αν τολμήσεις να με βγάλεις".Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος έξη μόλις μήνες πριν από τη φωτιά είχε ασφαλίσει την επιχείρησή του στην ασφαλιστική εταιρία "..." για το ποσό των 27.000.000 δραχμών, σε χρόνο, δηλαδή, που ήδη όφειλε μισθώματα ενός έτους περίπου και γνώριζε την πρόθεση του εκμισθωτή να τον εξώσει από το μίσθιο κατάστημα. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προξένησε την Πυρκαγιά στο προαναφερόμενο κατάστημα, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του εμπρησμού εκ προθέσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 264 στοιχ. Α του ΠΚ την οποία ορθά εφάρμοσε. Ειδικότερα το Εφετείο 1) διέλαβε στην απόφαση του κατά κατηγορίες τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την παραπάνω κρίση του και δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει ποια παραδοχή προκύπτει από καθένα χωριστά, αρκεί ότι τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε στο σύνολό τους. Εφόσον το Εφετείο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας" παρέπεται ότι έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος είναι ο κατ' εξοχήν μάρτυρας κατηγορίας που δόθηκε χωρίς όρκο και δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται ποιοι μάρτυρες εξετάσθηκαν χωρίς όρκο και ποιοι με όρκο. Η αντίθετη μνεία στο ένδικο τμήμα του σκεπτικού της αποφάσεως "περί ένορκης" κατάθεσης εξετασθέντων μαρτύρων, πρέπει να αποδοθεί, στην από αβλεψία, μη κατάλληλη προσαρμογή του τμήματος τούτου του εντύπου. 2) Η μετά το πέρας των μαρτυρικών καταθέσεων και της ανάγνωσης των εγγράφων και προς της αγορεύσεως του Εισαγγελέα, δήλωση του πληρεξουσίου του κατηγορουμένου ότι ο πελάτης του "αρνείται την πράξη", δεν έχει την έννοια της απολογίας του κατηγορουμένου ούτε λαμβάνεται ως απολογία τούτου ώστε να περιληφθεί στα αποδεικτικά μέσα στη σχετική θέση των πρακτικών, άλλωστε όπως προκύπτει από την διαλαμβανόμενη στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως περικοπή "και την όλη αποδεικτική διαδικασία" ελήφθη υπόψη του δικαστηρίου η ανωτέρω δήλωση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να μνημονευθεί ιδιαιτέρως στ; αποδεικτικά μέσα αφού δεν αποτελεί ιδιαίτερο κατ' είδος αποδεικτικό μέσο. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος εκ του άρθρου 510 παρ., .1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία κατά το μέρος, με το οποίο προβάλλονται τ΄ αντίθετα των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος τους δε που προσβάλλουν τη ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου επιφέρει σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το αρθρ. 34 παρ. 3 του Ν. 2172/1993 απόλυτη ακυρότητα εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το αρ. 510 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου Κώδικα. Παρά το νόμο παράσταση υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος, οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 63 και 64 του ΚΠΔ ή όταν παραβιάσθηκε η κατά το αρ. 68 του ίδιου Κώδικα διαδικασία, που προβλέπεται για την άσκηση της πολιτικής αγωγής. Η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, μόνον από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 914 και 932 του ΑΚ. Η νομιμοποίηση δε του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεως του, η οποία κατά το αρ. 84 του ΚΠΔ, πρέπει με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει εκτός των άλλων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παράστασης, από τους οποίους πρέπει να προκύπτει και ο αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης ή να είναι αυτός αυτονόητος. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και από την πρωτόδικη υπ΄αρ. 2645/03 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ηρακλείου με τις οποίες ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό και μετά από έφεση του για την πράξη του εμπρησμού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε ξένα πράγματα και τα ενσωματωμένα στις δύο αυτές αποφάσεις πρακτικά, ο Ζ1 είχε δηλώσει στις δίκες εκείνες παράσταση πολιτικής αγωγής και είχε ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, η οποία έγινε δεκτή. Η δήλωση αυτή παραστάσεως πολιτικής αγωγής του ανωτέρω Ζ1, ο οποίος είναι συνιδιοκτήτης του κτίσματος στο οποίο προκλήθηκε ο εμπρησμός και ως εκ τούτου παθών, νομιμοποιούμενος τοιουτοτρόπως ενεργητικά, ήταν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σύννομη ο δε αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της πράξεως του κατηγορουμένου και της επικαλούμενης ηθικής βλάβης αυτού, είναι αυτονόητος, χωρίς ανάγκη παραθέσεως, επί πλέον στοιχείων προσδιορισμού του αιτιώδους αυτού συνδέσμου, εις αμφότερες δε τις δίκες του επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση ενός (1) ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παραπάνω αξιόποινη πράξη αφού δεν παραιτήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτή ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως ισχύει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή η απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και το παρεμπίπτον μέρος αυτής, απορρίφθηκε αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων (αρθρ. 349 ΚΠΔ) συνισταμένων στην αδυναμία του συνηγόρου του Στυλιανού Μανιδάκη, να εμφανισθεί στο ακροατήριο. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το πιο πάνω αίτημα του κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι " από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης από τον εκκαλούντα με ημερομηνία 31-3-2006 βεβαίωση- δήλωσης του δικηγόρου Στέλιου Μανιδάκη, δεν προκύπτει ότι συντρέχει λόγος αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτήν (βεβαίωση) η αιτία αδυναμίας του εν λόγω δικηγόρου να παρασταθεί στη δίκη. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι αφενός η αποδιδόμενη στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη παραγράφεται σε λιγότερο από ένα έτος (χρόνος τέλεσης 4-3-1999) και αφετέρου και κατά το παρελθόν επανειλημμένα αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τον ίδιο λόγο, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του εκκαλούντα. Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο, στην απορριπτική του αιτήματος του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης απόφαση του, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε, στην απορριπτική του παραπάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, παρεμπίπτουσα απόφασή του, με τη συνδρομή των οποίων τα φερόμενα ως "σημαντικά αίτια", που είχε αυτός επικαλεσθεί για τη στήριξη του αιτήματος του, δεν ήταν πράγματι ικανά να οδηγήσουν στην παραδοχή του αιτήματος αυτού και την αναβολή της δίκης. Περαιτέρω οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον τέταρτο εκ του άρθρου 510 στοιχ. Α΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων ηναγκάσθη να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο, οποίος δεν είχε γνώση του φακέλου και της υπόθεσης και στερήθηκε ως εκ τούτου του δικαιώματος του να έχει την προσήκουσα υπεράσπιση, αλλά και τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας της υπεράσπισης του, δεδομένου ότι του δόθηκε χρόνος μιας ώρας για την εξεύρεση δικηγόρου και την ενημέρωση του, είναι απορριπτέες ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, παρελθούσης της ως άνω ώρας και εκφωνηθέντος εκ νέου του ονόματος του κατηγορουμένου προκειμένου να αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως του αυτός δεν εμφανίσθηκε, αλλά εκπροσωπήθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 340 παρ. 1 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ από τον δικηγόρο Ηρακλείου Αντώνιο Δαμανάκη, τον οποίο διόρισε ως συνήγορο με την από 31-3-2006 έγγραφη εξουσιοδότησή του και ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται για λογαριασμό του πελάτη του, χωρίς να ζητήσει να του διατεθεί περισσότερος χρόνος για να λάβει γνώση των στοιχείων του φακέλλου της δικογραφίας και της υπόθεσης του πελάτη του, ούτε προκύπτει από οποιαδήποτε άλλο στοιχείο ότι ήταν η προετοιμασία του για την υπεράσπιση του πελάτη του ελλιπής, ώστε να παραβιασθεί το δικαίωμα του στην εκπροσώπηση και υπεράσπισή του σύμφωνα και με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον ως άνω λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά ταύτα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 314/2006 αποφάσεως του τριμελούς Εφετείου Κρήτης Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ