ΑΡΙΘΜΟΣ 958/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μήλιο, περί αναιρέσεως της 463/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 82/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ 263/1968, ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του δημοσίου, τιμωρείται διωκόμενος και αυτεπαγγέλτως, δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ μηνών... και δια χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δρχ. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΝΔ 31/1968 οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 24 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" όπως αυτές ισχύουν εκάστοτε και οι συναφείς προς αυτές υπέρ του Δημοσίου διατάξεις, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, για την προστασία των κτημάτων αυτών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην περιοχή "......" του δημοτικού διαμερίσματος ...... του Δήμου ...... Κορινθίας υφίσταται κοινόχρηστη ήδη ασφαλτοστρωμένη με χωμάτινο έρεισμα Δημοτική οδός, η οποία ξεκινά με κατεύθυνση από βορρά προς νότο από τα όρια του οικισμού του εν λόγω δημοτικού διαμερίσματος και καταλήγει σε ιδιοκτησίες διαφόρων προς τον οικισμό ....... Από την οδό αυτή μπορούσε ακώλυτα να διέλθει κάθε κάτοικος του Δήμου και διερχόμενος επισκέπτης. Λόγω του σημαντικού πλάτους της διήρχοντο απ' αυτήν παλαιότερα οι κάτοικοι της περιοχής χρησιμοποιώντας κάρα στη συνέχεια τρακτέρ και ήδη κάθε είδους τροχοφόρο. Η εν λόγω οδός προσέλαβε τον χαρακτήρα του κοινοχρήστου πράγματος δια της αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής, (VETUSTAS), (Εφ. Αθ. 3622/1980 ΝοΒ 28.1558, Εφ. Ναυπλ. 310/1978 ΝοΒ 27.103), δεδομένου ότι από τον προηγούμενο αιώνα και πάντως κατά την εισαγωγή του ΑΚ είχε παγιωθεί (ολοκληρωθεί) κατάσταση κατά την οποία η παρούσα τότε γενεά ανθρώπων και η αμέσως προηγούμενη (κάθε γενεά λογίζεται 40 χρόνια) δεν εγνώρισαν διαφορετική κατάσταση (Εφ. Πειρ. 1515/1988 ΔΝΗ 31.1482, Εφ. Θεσ. 1710/1990 Δνη 31.1332). Σύμφωνα με το άρθρο 968 ΑΚ ανήκε στον εν λόγω Δήμο τα εκάστοτε δε αρμόδια δημοτικά όργανα ασκούσαν επ' αυτής φανερή και αδιαμφισβήτητη διακατοχή. Η κατ/νη τυγχάνει κυρία παρόδιας ιδιοκτησίας. Κατά μήνα Ιούλιο του έτους 1999 αυθαίρετα και παράνομα κατέλαβε τμήμα της εν λόγω δημοτικής οδού πλάτους 2 μέτρων περίπου και μήκους 90 μέτρων περίπου το οποίο ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία της, ισχυριζομένη ότι αποτελεί τμήμα της. Ειδικότερα αφού προσέλαβε τεχνίτη, τον οποίο μάλιστα απασχόλησε νυχτερινές ώρες για ευνόητους λόγους, ο οποίος με την υπόδειξη και εντολή της κατασκεύασε κατά μήκος της οδού μανδρότοιχο από τσιμεντόλιθους και σιδηροπασάλους. Σημειωτέον ότι στην αυθαίρετη αυτή ενέργεια προέβη ενώ είχε διαταχθεί από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο η παύση των οικοδομικών εργασιών στην οικοδομή της γιατί είχε προβεί σε πολεοδομικές παραβάσεις. Με την ενέργειά της αυτή, κατέλαβε αυθαίρετα και ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία της δημοτικό κοινόχρηστο "κτήμα" και απέκλεισαν την εκ του καταληφθέντος τμήματος διέλευση των δημοτών και διερχομένων. Στην πράξη της αυτή προέβη αν και εγνώριζε ότι τελούσε υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του εν λόγω Δήμου. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, για την πράξη που κατηγορείται, να της αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περίπτωση α ΠΚ, διότι μέχρι τότε που ετέλεσε την παραπάνω πράξη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν των αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτήν τελικώς κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 Ν. 1539/1938 σε συνδ. με άρθρ. 1 ΝΔ 31/1968 όπως το άρθρ. 1 αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 11 Ν. 2307/1995 τις οποίες ορθά εάρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου ώστε η απόφαση του να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα ισχυρίζεται μεν η αναιρεσείουσα ότι υφίσταται αντίφαση ανάμεσα στη μνημονευομένη, εις τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 533/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου και στην ήδη αναιρεσιβαλλομένη, πλην ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος αφού η φερομένη ως υπάρχουσα αντίφαση φέρεται προερχομένη από άλλη απόφαση, ενώ, κατά τα λοιπά ο σχετικός ισχυρισμός πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τ' αντίθετα είναι ως αβάσιμος απορριπτέος. Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' δεύτερος λόγος της αιτήσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για εκ πλαγίου παραβίαση της ώστε η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφενός μεν λόγω αοριστίας του γιατί δεν αναφέρεται η διάταξη που εσφαλμένα εφαρμόστηκε, αφετέρου δε διότι υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση της ........ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 463/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ