Αριθμός 918/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μήλιο, περί αναιρέσεως της 01123/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.10.2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1739/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 01123/2006 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής. "....... Η κατηγορουμένη, η οποία ασκούσε επιχείρηση εμπορίας κρεάτων, στην Πάτρα στις 30/1/2002, ενεργώντας με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών της προς το Δημόσιο, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τα οποία (χρέη) ήσαν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία (Γ' ΔΟΥ Πατρών). Ειδικότερα, ενώ επρόκειτο για χρέη που καταβάλλονται εξάπαξ, καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο (2) μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής: α) Την 30.1.2002 ποσού 74.559,50 ευρώ, που αφορά παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους (ΦΠΑ οριστική βεβαίωση), το οποίο βεβαιώθηκε στις 4.10.2001 με αριθ. ..., αφορούσε το οικονομικό έτος 1999 και είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 29.10.2001, β) την 30.1.2002 ποσού 39.730,52 ευρώ, που αφορά παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους (ΦΠΑ οριστική βεβαίωση), το οποίο βεβαιώθηκε στις 4.10.2001 με αριθ. ...., αφορούσε το οικονομικό έτος 2000 και είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 29.11.2001, γ) την 30.1.2002 ποσού 32.203,27 ευρώ, που αφορά παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους (ΦΠΑ οριστική βεβαίωση), το οποίο βεβαιώθηκε στις 4.10.2001 με αριθ. ...., αφορούσε το οικονομικό έτος 2000 και είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 29.11.2001 και δ) την 30.1.2002 ποσού 28.324,12 ευρώ, που αφορά παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους (ΦΠΑ οριστική βεβαίωση), το οποίο βεβαιώθηκε στις 4.10.2001 με αριθ. ..., αφορούσε το οικονομικό έτος 2000 και είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 29.11.2001. Δηλαδή, η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε συνολικά στο Δημόσιο το ποσόν των 174.817,41 ευρώ, που αφορά παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, που είχαν βεβαιωθεί εις βάρος της στην Γ' ΔΟΥ Πατρών, τα επιμέρους ποσά ήταν καταβλητέα εφάπαξ και η κατηγορουμένη καθυστέρησε την καταβολή τους πέραν των δύο μηνών, από την λήξη του χρόνου καταβολής εκάστου. Η κατηγορουμένη αρνήθηκε αιτιολογημένα τον δόλο της, ισχυριζόμενη "ότι οι πράξεις που της αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια προαίρεσή της αλλά στην κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως, με την υπ' αριθ. 1219/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 5.12.2000, δηλαδή πριν την βεβαίωση των επιμάχων οφειλών, οι δε εργασίες της πτωχεύσεως συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθ. 944/22.3.2006 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πατρών". Ο παραπάνω όμως ισχυρισμός της, ο οποίος δεν είναι αυτοτελής (πρβλ και ΑΠ 836/2004 ΕλλΔνη 45,1545 επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής) τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον ο δόλος της δεν αναιρείται από την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως με την προεκτεθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε ορισθεί χρόνος παύσεως των πληρωμών η 31η Δεκεμβρίου 1998 και είχε γίνει δεκτό "ότι αυτή έχει περιέλθει από το έτος 1997 σε μόνιμη και γενική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά της χρέη" καθόσον αυτή, αν και γνώριζε ότι είχε περιέλθει στην ανωτέρω κατάσταση, δεν υπέβαλε δήλωση παύσεως των πληρωμών της, κατ' άρθρο 526 του ΕμπΝ, στον γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 έως και την συζήτηση στις 7.11.2000 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών της από 27.10.2000 αιτήσεως της δανείστριάς της ....... για την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως (επί της οποίας και εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση), αλλά συνέχισε την εμπορική της δραστηριότητα, δημιουργώντας νέα χρέη μεταξύ των οποίων και τα επίδικα, τα οποία είχαν προέλθει από την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας κατά τα οικονομικά έτη 1999 (χρονική περίοδος 1.1 έως 31.12.1998) και 2000 (περίοδος 1.1 έως 31.12.1999) που δεν είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως και αφορούσαν σε μη αποδοθέντα Φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) κατά τα ανωτέρω έτη. Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, το οποίο δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 1123/2006 απόφασή του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 26 παρ.1, 27, 84 παρ.2β, 98 ΠΚ, 25 παρ.1,2,3 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 Ν.2523/97) και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει με την πιο πάνω αιτιολογία τον ισχυρισμό της, ότι οι πράξεις που τις αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια αυτής προαίρεση, αλλά στην κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 1219/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δημοσιεύθηκε στις 5-12-2000, δηλαδή πριν από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, αφενός ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και αφετέρου, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο. Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 25 παρ.1 του 1 του Ν. 1882/1990 και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού. Το Δικαστήριο, όμως, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η αναιρεσείουσα προβάλλει περαιτέρω την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καταδικάστηκε, διότι δημιούργησε τα επίμαχα χρέη ενώ είχε περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως και, όχι διότι δεν τα κατέβαλε, όταν αυτά βεβαιώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα "υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση της υπάρξεως της νομικής δυνατότητας προς πληρωμή". Η δυνατότητα δε αυτή, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν υπήρχε, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 679 του Εμπ.Ν, με την οποία καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού για την πληρωμή των πιστωτών μετά την παύση των πληρωμών, και τα επίμαχα χρέη της προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η κήρυξη της αναιρεσείουσας σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από την βεβαίωση του χρέους, αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ, σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αναιρετικό στοιχείο του δόλου. και ως τέτοιο, άλλωστε, τον προέβαλε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Το Τριμελές δε Πλημμελειοδικείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν καταδίκασε την αναιρεσείουσα για αδίκημα το οποίο δεν προβλέπεται από το νόμο (για δημιουργία χρεών προς το Δημόσιο), αλλά εξέθεσε το περιστατικό ότι αυτή δημιούργησε τα επίμαχα χρέη, ενώ γνώριζε ότι είχε περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως, προκειμένου να θεμελιώσει τον δόλο της αναιρεσείουσας και να απορρίψει - ως εκ περισσού, όπως προαναφέρθηκε- τον μη αυτοτελή ισχυρισμό της, ότι η μη καταβολή των επίμαχων χρεών δεν οφειλόταν σε δόλια αυτής προαίρεση, αλλά στην επιγενόμενη πτώχευσή της. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. ΙΙ. Κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγής τους και στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα. Αν όμως δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την εξέταση του μάρτυρα........, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπούσε, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος. ως απαράδεκτος. ΙΙΙ. Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών για δάνεια με εγγύηση του Δημοσίου, για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και για χρέη γενικά προς το Δημόσιο και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση του δράστη να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης. Με την αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, αφενός μεν, ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ είναι. 1) Η αρχή που προέβη στην βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο χρόνος δε αυτός δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 20 παρ.2 του ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της οριστικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκήση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνο στην παράλειψη υποβολής ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος, στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών, και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο ( άρθρο 23 του πιο πάνω νόμου), από της ενάρξεως της ισχύος τούτου, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο προβλεπομένων εγκλημάτων, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής παράβασης που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επ' αυτή τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, δεν απαιτείται προκειμένου περί εγκλημάτων φοροδιαφυγής, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτή δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλ' ούτε σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο η τελεσίδικη επ' αυτής κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η διάταξη της παρ.4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17,18,και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ίδιου νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η ποινική δίωξη σε βάρος της αναιρεσείουσας για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, η οποία ασκήθηκε ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ προς την εισαγγελική αρχή, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι δεν συνοδευόταν "α) από επικυρωμένο αντίγραφο της οικείας έκθεσης φορολογικού ελέγχου, β) από επικυρωμένο αντίγραφο των καταλογιστικών πράξεων των ενδίκων φόρων και γ) από επικυρωμένο αντίγραφο των στοιχείων από τα οποία να αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της ένδικης φορολογικής εγγραφής δια της απορρίψεως της τυχόν ασκηθείσας προσφυγής ή δια της άπρακτης παρόδου τη προθεσμίας προς άσκηση της ή προς διοικητική επίλυση της διαφοράς". Κατά την προβαλλόμενη δε από την αναιρεσείουσα αιτίαση, το δικάσαν Δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ότι πράγματι η εν λόγω μηνυτήρια αναφορά δεν συνοδευόταν από τα πιο πάνω έγγραφα, απέρριψε, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 17-20 και 23 του Ν. 2523/1997, τον προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό της με την αιτιολογία ότι τα έγγραφα αυτά δεν απαιτούνται για την ποινική δίωξη, υπερβαίνοντας έτσι την εξουσία του με το να μη κηρύξει την κατ' αυτής ποινική δίωξη ως απαράδεκτη. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, η οποία καταδικάστηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής διώξεως δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η τελεσίδικη επί της τυχόν ασκηθείσης προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου (προσφυγή η οποία δεν προσδιορίζεται αν ασκήθηκε ή όχι) ούτε η επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά των πιο πάνω εγγράφων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της υπερβάσεως εξουσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. IV. H αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εμφιλοχώρησε αντίφαση, που την καθιστά ασαφή, σχετικά με τον ακριβή χρόνο καταβολής ληξιπρόθεσμου χρέους προς το Δημόσιο, διότι, ενώ αρχικά αναφέρεται ότι και τα τέσσερα επιμέρους επίμαχα χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα στις 29 Νοεμβρίου 2001, στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι το πρώτο από αυτά, ποσού 74.559, 5 ευρώ, κατέστη ληξιπρόθεσμο στις 29 Οκτωβρίου. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι, ανεξάρτητα από το ότι η διαφορετική τοποθέτηση του χρόνου αυτού δεν είναι ουσιώδης και κρίσιμη, αφού, με οποιαδήποτε εκδοχή, δεν ανακύπτει θέμα παραγραφής της πιο πάνω πράξεως, ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται από την υπάρχουσα στην αρχή του σχετικού συνοπτική αναφορά και για τα τέσσερα επί μέρους χρέους της αναιρεσείουσας, ότι αυτή "δεν κατέβαλε ήδη ληξιπρόθεσμα από την 29ην Νοεμβρίου 2001 χρέη της προς το Δημόσιο...", αφενός μεν, διότι πράγματι στις 29/11/2001 ήταν "ήδη ληξιπρόθεσμα" όλα τα επιμέρους χρέη (και το προγενέστερο από 29/10/01) αφετέρου δε, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, προσδιορίζεται με σαφήνεια ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο κατέστη το καθένα επί μέρους χρέος ληξιπρόθεσμο, μεταξύ των οποίων και το πρώτο από αυτά, ποσού 74.559, 5 ευρώ, για το οποίο σαφώς διευκρινίζεται ότι είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 29 Οκτωβρίου 2001. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το χρόνο καταβολής του πιο πάνω επιμέρους χρέους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/10/2006 αίτηση αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 9283/11-10-2006) της ....., κατά της 01123/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που δίκασε ως εφετείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ