Αριθμός 1416/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δάμη, περί αναιρέσεως της 902-903/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.8.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1461/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναγνώστηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Στις 3.3.2000 και περί ώρα 13.30', ο κατηγορούμενος μετέβη στο συνεργείο αυτοκινήτων, που διατηρούσε ο εξάδελφος του Ζ1 στο ....., για να παραλάβει το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο του, το οποίο είχε παραδώσει για επισκευή στο ως άνω συνεργείο την ίδια ημέρα το πρωί. Ακολούθως, παρέλαβε το ως άνω αυτοκίνητο για δοκιμή, οδηγώντας αυτό ο ίδιος και έχοντας ως συνεπιβάτη τον παραπάνω εξάδελφο του. Στο 5° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ....., στο ύψος της διασταυρώσεως ....., κινούμενος με κατεύθυνση προς ...., όπου υπάρχει κλειστή αριστερή στροφή, απόλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, γιατί ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα, γύρω στα 100 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ όφειλε, εν όψει της ως άνω κλειστής στροφής, να μειώσει αυτή τουλάχιστον στα 50 χιλιόμετρα των ώρα (άρθρο 19 παρ. 3 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα τούτο (όχημα) να εκτραπεί προς τα δεξιά της πορείας του και να προσκρούσει στο υπερυψωμένο βραχώδες έδαφος, που υπήρχε στην πλευρά αυτή της ως άνω οδού, και στη συνέχεια να ανατραπεί επί του οδοστρώματος και να ακινητοποιηθεί τελικά στο ρεύμα πορείας του με κατεύθυνση όμως προς ....., αφού προηγουμένως σύρθηκε με το πλαϊνό δεξιό μέρος του σε απόσταση εξήντα (60) μέτρων. Από την παραπάνω πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο ως άνω βραχώδες έδαφος και την επακολουθήσασα ανατροπή του, τραυματίστηκε σοβαρά ο ανωτέρω συνοδηγός Ζ1, καθόσον υπέστη τις βαριές σωματικές κακώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω συνεπιβάτη, οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και ειδικότερα, δεν μείωσε την ανωτέρω αυξημένη ταχύτητα του οχήματος του, ενόψει της άνω στροφής, με συνέπεια να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος του πάνω σ' αυτή (στροφή) και να μην μπορέσει να το επαναφέρει στο ρεύμα πορείας του με τους κατάλληλους χειρισμούς. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι το αυτοκίνητο του, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν το οδηγούσε ο ίδιος, αλλά ο θανών, και ότι αυτός καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Τα υποστηριζόμενα όμως απ' αυτόν κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κι΄ αυτό, γιατί η οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου από τον ίδιο, αποδεικνύεται και από τα εξής στοιχεία: 1) Στον ουρανό του αυτοκινήτου και στη θέση του συνοδηγού βρέθηκαν αποτυπώματα από λερωμένα χέρια και τέτοια χέρια είχε ο θανών που διατηρούσε το ως άνω συνεργείο. 2) Η μεγαλύτερη βλάβη του αυτοκινήτου προκλήθηκε στη δεξιά πλευρά του στη θέση του συνοδηγού, όπου η δεξιά πόρτα και το παρμπρίζ αυτού καταστράφηκαν εντελώς. 3) Το κάθισμα του αυτοκινήτου ήταν τραβηγμένο πολύ πίσω, δυσανάλογα με την σωματική διάπλαση του θανόντος, καθόσον ήταν μικρόσωμος σε σχέση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι εύσωμος. Και 4) δεν υπήρχε λόγος να αλλάξει οδηγός σε τόση μικρή απόσταση που διανύθηκε από το συνεργείο μέχρι τον τόπο του ατυχήματος, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται η αρχική οδήγηση του αυτοκινήτου από τον κατηγορούμενο. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν αναιρούνται από το γεγονός α) ότι τα υποδήματα του θανόντος βρέθηκαν στη θέση του οδηγού και ειδικότερα στα πετάλια του αυτοκινήτου, καθόσον η τοποθέτηση αυτή, που ήταν μάλιστα επιμελημένη, είναι προφανές ότι έγινε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν είχε τραυματιστεί και αμέσως μετά το ατύχημα εξήλθε από το αυτοκίνητο και άρχισε να βαδίζει επί του οδοστρώματος, ζητώντας βοήθεια και β) ότι ο θανών βρέθηκε από το μέρος του οδηγού έξω από το αυτοκίνητο και σε απόσταση ενός περίπου μέτρου απ' αυτό, καθόσον, πέραν του ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να μεταφέρθηκε εκεί από τον κατηγορούμενο, δεν αποκλείεται στο μέρος αυτό να εκτινάχθηκε από το αυτοκίνητο και πριν την τελική ακινητοποίησή του, δοθέντος και ότι δεν είναι γνωστή η μεσολαβήσασα ακριβής συμπεριφορά του εν λόγω οχήματος μετά την πρόσκρουση και μέχρι την επαναφορά του επί της οδού με κατεύθυνση προς ..... Περαιτέρω, τα παραπάνω στοιχεία δεν αναιρούνται ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρος του κατηγορητηρίου ....., που έφθασε στον τόπο του ατυχήματος ευθύς μετά απ' αυτό, καθόσον δεν έχει ιδία αντίληψη για το ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο, απλώς καταθέτει τα όσα του είπε ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο θανών. Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλείπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, συμπληρούμενο από το διατακτικό της, ότι η αμέλεια που επέδειξε ο αναιρεσείων είναι μη συνειδητή (negligentia), αφού αναφέρεται σ' αυτό ότι "από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από την πράξη του", ενώ δεν υπάρχει καμία αντίφαση κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τόσο στην ίδια την αιτιολογία, όσο και μεταξύ αυτής και του διατακτικού, οι δε προβαλλόμενες ελλειπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως εκ του ότι, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό της ότι αποκλειστική αιτία του ατυχήματος ήταν η ταχύτητα των 100 χιλ. ωριαίως, με την οποία εκινείτο ο αναιρεσείων, δεν αναφέρει: α) ποια ταχύτητα προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας", β) "ποια ήταν η επιτρεπόμενη κατά τον ΚΟΚ στον τόπο του ατυχήματος, ώστε να προκύπτει η υποχρέωσή του να μειώσει αυτήν τουλάχιστον στα 50 χιλ. ωριαίως" και γ) "αν θεωρηθεί ότι η προσήκουσα ταχύτητα του οχήματος ήταν εκείνη των 50 χιλ. ωριαίως, γιατί με την ταχύτητα αυτή θα ήταν αποτελεσματική η είσοδος του οχήματος στη στροφή και η μη εκτροπή τους, πλήττουν απαραδέκτως, με την επίφαση της ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβάσεως του άρθρου 28 ΠΚ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων. Πέραν όμως αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει ειδική αιτιολογία, ως προς τα σημεία αυτά, εν όψει των κρισίμων παραδοχών της, κατά τις οποίες ο αναιρεσείων, εν όψει αριστερής κλειστής στροφής που υπήρχε στην πορεία του, δε μείωσε την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε, με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί από την πορεία του όταν εισήλθε στη στροφή, να προσκρούσει στο υπερυψωμένο βραχώδες έδαφος που υπήρχε στη δεξιά πλευρά της και ακολούθως, να συρθεί με το δεξιό πλαϊνό επί του οδοστρώματος σε μήκος 60 μέτρων, με συνέπεια ο συνοδηγός αυτού να υποστεί βαριές σωματικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ, 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενοςτης δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 του Κ. Π.Δ., τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός, είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται (στα πρακτικά σελίδα 6η), ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνεται και έγγραφο, που προσδιορίζεται (στα πρακτικά), με την αναφορά "...... η υπ' αριθ. 18.783 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ..... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου, Νίκης Κυριακάτου ..........". Ο προσδιορισμός αυτός της ταυτότητας του εγγράφου που αναφέρθηκε, είναι απολύτως επαρκής και ουδεμία καταλείπει αμφιβολία, τόσο για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε (αφού μάλιστα δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα στη δικογραφία, με τα στοιχεία αυτά), όσο και για το ότι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει επί του εγγράφου αυτού τις απόψεις του και να επιφέρει τις παρατηρήσεις του, αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό κατά το περιεχόμενό του στον ίδιο και το συνήγορό του. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και, συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Αυγούστου 2006 αίτηση του ......, για αναίρεση της υπ' αριθ. 902-903/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ