Αριθμός 1551/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 714, 716Α, 717, 818/2005, 99/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Με κατηγορούμενους τους: 1)Χ1 και ήδη κρατούμενο στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη, 2)Χ2 και ήδη κρατούμενο στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Ψύρρα, και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησαν οι Πάρεδροι του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλέξανδρος Σταυράκης και Αντώνιος Αντωνίου. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 41/30 Νοεμβρίου 2006 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σοφρωνιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1891/2006. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 6, 12, 13, 39, 40, 42, 43, 46 και 47 του ν. 5.351/1932 "περί αρχαιοτήτων", που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 9/24.8.1932, και 24 § 6 του ισχύοντος Συντάγματος προκύπτει, ότι επί όλων εν γένει των αρχαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, που βρίσκονται οπουδήποτε στον ελληνικό χώρο (δημόσια ή ιδιωτικά κτήματα, ποταμούς, λίμνες, θάλασσα), από τους αρχαιότατους χρόνους και εφεξής και είναι έργα της αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, γραφικής και οποιασδήποτε τέχνης, όπως και τα αντικείμενα που προέρχονται από την αρχαιότατη εποχή του χριστιανισμού και του μεσαιωνικού ελληνισμού, το κράτος έχει την αποκλειστική και διηνεκή κυριότητα, δικαιούμενο να φροντίζει για την αναζήτηση και τη διάσωση αυτών στα δημόσια μουσεία. Η κατοχή, όμως, ειδικά επί κινητών αρχαίων αντικειμένων, εκλαμβανόμενη όχι υπό την έννοια του άρθρου 974 ΑΚ, της άσκησης δηλαδή φυσικής εξουσίας με διάνοια κυρίου, αλλά υπό ιδιότυπη έννοια, η οποία περιέχει υποχρέωση φύλαξης, παρακολουθούμενη από το κράτος, και δικαίωμα μεταβίβασης υπό τους τιθέμενους περιορισμούς της επ' αυτών κατοχής, με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου, αναγνωρίζεται και παρέχεται στους κυρίους ιδιωτικών ακινήτων, που δεν απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά υπέρ του Δημοσίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος ή των αντίστοιχων διατάξεων των προϊσχυόντων Συνταγμάτων και στα οποία ανευρίσκονται κινητά αρχαία αντικείμενα, είτε με ανασκαφές που ενεργήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 39, 40, 41, 42, 46 και 47 του ανωτέρω νόμου, είτε τυχαίως με καλλιέργεια των ακινήτων ή με ανόρυξη θεμελίων προς ανέγερση οικοδομής ή καθοιονδήποτε άλλο τρόπο (άρθρο 5 ν. 5.351/1932 - ΟλΑΠ 903/1982 Πολιτική). Ενόψει όλων των προεκτεθέντων η κατοχή αρχαίου αντικειμένου από τους ιδιώτες αναγνωρίζεται και προσδίδεται μόνο σε εκείνους που το αποκτούν καλόπιστα, τέτοιοι δε είναι εκείνοι που το ανευρίσκουν τυχαία ή το αποκτούν με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο ή το ανακαλύπτουν κατόπιν ανασκαφών που διενεργούνται ύστερα από άδεια της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Αλλά και η διατήρηση της κατοχής αναγνωρίζεται μόνο σε εκείνους που συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται από τις διατάξεις του ν. 5.351/1932, όπως είναι η υποχρέωση δήλωσης εντός της ταγμένης από αυτόν δίμηνης προθεσμίας από την περιέλευση τούτου στην κατοχή τους ή οι τασσόμενες υποχρεώσεις της έκθεσης, φύλαξης, συντήρησης και μεταβίβασης. Συνεπώς, αν η δίμηνη προθεσμία δήλωσης τούτου παρέλθει άπρακτη, η συνεχιζόμενη κατοχή του αρχαίου χωρίς τούτο να έχει δηλωθεί αρμοδίως θεωρείται παράνομη. 2. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 § 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται αφαίρεση, με θετική ενέργεια του δράστη, από την κατοχή άλλου ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, με σκοπό την παράνομη, δηλαδή χωρίς δικαίωμα, ιδιοποίηση αυτού. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας προς το πράγμα κατοχής του δράστη με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση αυτού. Η έννοια της κατοχής εκφράζει τη φυσική εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση προς ένα πράγμα. Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς της, και, εφόσον δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται ειδικότερα προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που αφαιρέθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 περ. δ του ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους, που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία δεν καθιερώνεται προσωπικός λόγος επιτάσεως της ποινής του βασικού εγκλήματος της κλοπής, αλλά η προβλεπόμενη από αυτή περίπτωση, καθώς και οι λοιπές στο ανωτέρω άρθρο 374 αναφερόμενες περιπτώσεις, ανάγεται στην αντικειμενική υπόσταση της διακεκριμένης κλοπής, που έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, για τη συνδρομή της ενδιαφέρουσας αυτής επιβαρυντικής περίστασης απαιτείται η ένωση δύο ή περισσότερων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη απροσδιόριστης σειράς κλοπών ή ληστειών, κατ' εξακολούθηση ή όχι, γνώση καθενός από αυτούς ότι είναι ενωμένοι για τον ανωτέρω σκοπό και θέληση για τη διάπραξη κλοπών ή ληστειών. Η ένωση δύο ή περισσότερων προσώπων, με σκοπό τη διάπραξη απροσδιόριστου αριθμού κλοπών ή ληστειών, αντιδιαστέλλεται εννοιολογικά από την περιστασιακή συναυτουργική δράση περισσότερων προσώπων, οι οποίοι, κατά την έννοια του άρθρου 45 του ΠΚ, κατ' αληθή πραγματική ομοειδή συρροή, συμπράττουν στην από κοινού τέλεση μιας ή περισσότερων μερικότερων πράξεων κλοπής (άρθρα 45, 98 § 1, 372 § 1 του ΠΚ), είτε πραγματώνοντας καθένας την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής, είτε διαπράττοντας ως συναυτουργοί με ενότητα δόλου συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, κατατείνουσες στην πραγμάτωση του εγκλήματος της κλοπής. 3. Εξετέρου, από τις αναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του κωδικοποιημένου ν. 5.351/1932, προκύπτει, όπως προειπώθηκε, ότι όλα τα αρχαία, που βρίσκονται οπουδήποτε στον ελληνικό χώρο (δημόσια ή ιδιωτικά κτήματα, ποταμούς, λίμνες θάλασσα), καθώς και όλα τα αντικείμενα που προέρχονται από την αρχαιότατη εποχή του Χριστιανισμού μέχρι και το τέλος του Μεσαιωνικού Ελληνισμού (1453 μ.Χ.) και είναι έργα αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, γραφικής και οποιασδήποτε τέχνης, ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου. Συνεπώς, η με οποιοδήποτε τρόπο και προς το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως αφαίρεση των αντικειμένων αυτών από την κατοχή του Δημοσίου συνιστά κλοπή, η οποία τιμωρείται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 372 του ΠΚ, που δεν αντίκειται στις διατάξεις του περί αρχαιοτήτων νόμου, εφόσον δεν περιέχεται στο νόμο αυτό αντίθετη ρύθμιση. Και τούτο, διότι η υπεξαίρεση προϋποθέτει, ότι το υπεξαιρούμενο από το δράστη αρχαίο κινητό αντικείμενο περιήλθε σ' αυτόν με νόμιμο και όχι με παράνομο τρόπο, ύστερα από προηγούμενη αξιόποινη πράξη, την οποία συνιστά, κατά το άρθρο 46 του κωδ. ν. 5.351/1932, και η διενέργεια ανασκαφής, σε ίδιο ή αλλότριο κτήμα, για την ανεύρεση αρχαιοτήτων, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, η αυτοδύναμη περιέλευση του αρχαίου πράγματος στην κατοχή του δράστη με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του, που γίνεται με την απόκτηση της κατοχής του αρχαίου αντικειμένου μετά από παράνομη ανασκαφή, συνιστά κλοπή και όχι υπεξαίρεση, αφού για τον απαρτισμό της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 375 του ΠΚ απαιτείται, εκτός άλλων, το αρχαίο αντικείμενο, το οποίο ο δράστης παράνομα ιδιοποιείται, να βρισκόταν νομίμως στην κατοχή του και όχι ως προϊόν άλλης αξιόποινης πράξης. Τα ανωτέρω δεν μετεβλήθησαν με το νεότερο ν. 3.028/2002 "Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς", οι ρυθμίσεις του οποίου για την κυριότητα των αρχαίων κινητών μνημείων που χρονολογούνται ως το 1453 μ.Χ. και για την κατοχή αυτών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα είναι ανάλογες με τις προβλεπόμενες στον κωδ. ν. 5.351/1932, ενώ οι τεθειμένες στα άρθρα 53 και 54 αυτού ποινικές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν την τιμωρία σε βαθμό κακουργήματος της κλοπής και της υπεξαιρέσεως αρχαίων, από δράστες που ενώθηκαν για τη διάπραξη κλοπών και ληστειών ή διαπράττουν κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια κλοπές ή υπεξαιρέσεις, ως αφορώσες αντικείμενα μνημεία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή μνημεία που αφαιρέθηκαν από ακίνητο μνημείο, από χώρο ανασκαμμένο, από μουσείο, από αποθηκευτικούς χώρους αρχαίων ευρημάτων ή από χώρο που φυλάσσεται η συλλογή, δεν δύνανται εδώ να τύχουν εφαρμογής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 372 § 1 και 375 § 1 του ΠΚ σαφώς προκύπτει, ότι τα εγκλήματα της κλοπής και της υπεξαιρέσεως, που προσβάλλουν αμφότερα την ιδιοκτησία, απαρτίζονται από διαφορετικά στοιχεία και συνεπώς, αν ο δράστης τους είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο αυτών εγκλημάτων, εφόσον καθένα από αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου. Αν, όμως, και τα δύο εγκλήματα στρέφονται κατά του ιδίου υλικού αντικειμένου, υφίσταται μεταξύ τους φαινόμενη συρροή, οπότε, αν ο δράστης αφαιρεί το ξένο κινητό πράγμα και ακολούθως το ιδιοποιείται, υπάρχει φαινόμενη συρροή κλοπής και μη τιμωρητής μεταγενέστερης πράξεως υπεξαιρέσεως. Παραπέρα, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 371 § 3 του ΚΠΔ, το δικαστήριο έχει την εξουσία να προβεί στον ορθό χαρακτηρισμό της πράξεως με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και χωρίς να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας κατά την ασκηθείσα ποινική δίωξη. Μεταβολή κατηγορίας, ιδρύουσα, τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1 εδ. β του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εξαιτίας της παραγόμενης από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση της ποινικής διώξεως απόλυτης ακυρότητας, επέρχεται, όταν η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, διαφέρει ουσιωδώς ως προς το χρόνο, τον τόπο και τις ιστορικές περιστάσεις από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και εισήχθη αυτός σε δίκη, ώστε να πρόκειται για αντικειμενικώς διαφορετική, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν προσδιορίζονται ακριβέστερα και σαφέστερα τα περιστατικά, που συγκροτούν την κατηγορία, τα περιστατικά τελέσεως της πράξεως ή ακόμη και το πρόσωπο του παθόντος. Έτσι, δεν αποκλείεται, αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αρχαίων αντικειμένων, να υπάρξει καταδίκη για κλοπή τούτων, εφόσον πρόκειται για τα ίδια αρχαία αντικείμενα και τα επί μέρους περιστατικά δικαιολογούν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, την μεταβολή αυτή της κατηγορίας. 4. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 § 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 § 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται από το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, τέτοια έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν σε αυτή δεν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και αποκλείουν τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του. Ειδικότερα, αν συντρέχει περίπτωση φαινόμενης συρροής κλοπής και υπεξαιρέσεως, η απόφαση, με την οποία ο δράστης κηρύσσεται αθώος της απορροφώσας πράξης της κλοπής ή της υπεξαιρέσεως, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αιτιολογεί ειδικώς και το λόγο, για τον οποίο δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς η απορροφώμενη μεταγενέστερη πράξη της υπεξαιρέσεως ή κλοπής, η οποία όμως επιβάλλεται να ερευνηθεί μετά τον αποκλεισμό της απορροφώσας κύριας πράξης. Επίσης, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. 5. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την υπ' αριθ. 714, 716Α, 717, 818/2005 και 99/2006 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά : Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο 1996 έως τον Αύγουστο του 1996, αλλά σε χρονολογίες που δεν προσδιορίστηκαν επακριβώς, οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3, μοναχός, ηγούμενος και δόκιμος μοναχός, αντιστοίχως, της Ιεράς Μονής του ........... στα ........, με την πρόφαση της τέλεσης εργασιών στα εξωτερικά επιχρίσματα του ναού και τον καθαρισμό της πόρτας και της πώρινης κορνίζας της στέγης του ναού προέβησαν σε ανασκαφές στο δάπεδο του παλαιοχριστιανικού Ιερού Ναού των ........... και ........., το οποί είχε ανακηρυχθεί σε προστατευόμενο αρχαιολογικό μνημείο, αφού το μεν παρεκκλήσιο χρονολογούταν από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα, ο δε ναός του ........... τον 11ο αιώνα. Οι ανασκαφές αυτές ήταν παράνομες, αφού εκτελούνταν χωρίς άδεια του Υπουργείου Πολιτισμού και της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας σε χώρο αρχαιολογικό, προστατευόμενο από το νόμο περί αρχαιοτήτων, γίνονταν δε καθ' υπόδειξη του κατηγορούμενου Χ1 με σκοπό τον εντοπισμό τάφων αρχιερέων, οι οποίοι κατά τους Κώδικες των Αρχιερέων φέρονταν να έχουν ταφεί στους χώρους της αναφερόμενης Ιεράς Μονής. Μάλιστα, για τις παράνομες αυτές ανασκαφές, τις οποίες δέχθηκαν οι κατηγορούμενοι, υπήρξε στο παρελθόν ποινική δίωξη κατά του κατηγορούμενου ηγούμενου της Ιεράς Μονής αυτής Χ2, ο οποίος με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς καταδικάστηκε γι' αυτές σε ποινή φυλακίσεως. Με το υπ' αριθ. 327/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς οι τρεις κατηγορούμενοι είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι, ενεργώντας από κοινού, ιδιοποιήθηκαν παράνομα ενσωματώνοντας τα στην περιουσία τους ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή τους μετά από εργασίες ανασκαφών, στις οποίες προέβησαν παρανόμως χωρίς την άδεια και την παρουσία της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, και ανήκαν στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ το όφελος που επιδίωξαν και η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε κατ' αυτού υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμές και ήδη τα 150.000 ευρώ. Τα κατά το ανωτέρω βούλευμα ανευρεθέντα κατά τις ανασκαφές και υπεξαιρεθέντα αρχαία αυτά αντικείμενα ήταν τα ακόλουθα : 1) μια κόκκινη κολώνα ύψους 1, 10 μετ. περίπου, χαρακτηριζόμενη ως Αιγυπτιακής προέλευσης, χρονολογούμενη από το έτος 5.000 π.Χ., 2) δέκα (10) μαρμάρινες επιγραφές (πλάκες) σε αρχαΐζουσα γλώσσα, διαμέτρου 0, 20 Χ 0, 30 εκατοστά, 3) ένα (1) αρχαίο αμφορέα και τεμάχια αγαλματιδίων, μεταξύ των οποίων μία (1) κεφαλή, που απεικόνιζε την κεφαλή ενός μωρού, και 4) ένα (1) κομμάτι κνήμης γυναικός, με τμήμα γυναικείου χιτώνα, αξίας όλων των ανωτέρω υπερβαίνουσας το ποσό των 150.000 ευρώ. Ωστόσο, η περιγραφή ενός εκάστου των ως άνω αντικειμένων και η πρώτη αρχαιολογική τους αξιολόγηση, από την οποία εκτιμήθηκε και η αξία τους ως αρχαίων αντικειμένων, έγινε αποκλειστικώς με βάση τις από 24.2.1997 και 1.10.1997 καταθέσεις του κατά το χρόνο των ανασκαφών στην ίδια Ιερά Μονή εγκαταβιούντος ως μοναχού μάρτυρα .........., ο οποίος όμως ήταν περιορισμένης παιδείας (δεν προέκυψε ότι είχε αποφοιτήσει από εξατάξιο γυμνάσιο) και στερούταν παντελώς αρχαιολογικών γνώσεων. Οι τρεις κατηγορούμενοι αρνήθηκαν αρχικά την ανεύρεση αντικειμένων από τις ανασκαφές πού είχαν διενεργήσει, αλλά κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και λίγο πριν το πέρας αυτής προέβαλαν τον ισχυρισμό, ότι ο,τιδήποτε βρέθηκε στις ανασκαφές φυλάσσεται στο Σκευοφυλάκιο της Ιεράς Μονής, παραδόθηκε δε στο Ηγουμενοσυμβούλιο αυτής από τον κατηγορούμενο Χ2 το έτος 2001, όταν ο ίδιος αποχώρησε από τη Μονή, τα είχε δε καταγράψει ο ίδιος στην υπ' αριθ. ....... Πράξη παραδόσεως κινητών πραγμάτων της Μονής. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό διατάχθηκε η διενέργεια αυτοψίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 15.4.2005 από Αστυνομικούς Υπαλλήλους χωρίς παρουσία αρχαιολόγων. Σύμφωνα με αυτή βρέθηκαν φυλασσόμενα στην ως άνω Ιερά Μονή και φωτογραφήθηκαν τα κάτωθι κινητά αντικείμενα, περιγραφόμενα στην έκθεση που συντάχθηκε στις 18.4.2005 ως ακολούθως : 1) Ένας (1) αμφορέας με σπασμένη χειρολαβή και σπασμένο λαιμό, με οπή, διαμέτρου 1, 5 εκατοστού στη βάση, διαστάσεων 44 εκατοστών ύψους, 41 εκατοστών περιμέτρου βάσης και 49 εκατοστών μέγιστης περιμέτρου (φωτογραφίες 1, 2, 3). 2) Μία κόκκινη κολώνα με κάθετες αυλακώσεις, με σπασμένη τη βάση στήριξης και την άνω βάση τοποθέτησης του αντικειμένου, με διακοσμητικό δακτύλιο στο επάνω μέρος του κορμού, διαστάσεων 56 εκατοστών ύψους, 87 εκατοστών περιμέτρου βάσης και 50 εκατοστών περιμέτρου κορμού (φωτογραφίες 4, 5, 6, 7, 8) 3) Ένα σπασμένο κομμάτι (τμήμα επιγραφής) με έξι γράμματα διαστάσεων 14, 5 εκατοστών Χ 15 εκατοστών και πάχους 3 εκατοστών (φωτογραφίες 9, 10, 11, 12). 4) Ένα κομμάτι μαρμάρου με ανάγλυφα σχέδια διαστάσεων ύψους 21 εκατοστών, μέγιστης περιμέτρου 34, 7 εκατοστών και ελάχιστης περιμέτρου 26, 5 εκατοστών, φερόμενο ως κνήμη γυναικός με γυναικείο χιτώνα (φωτογραφίες 13, 14, 15, 16, 17). 5) Ένα σπασμένο κομμάτι (τμήμα επιγραφής) με γράμματα, διαστάσεων, ύψους 22 εκατοστών, πλάτους 18 εκατοστών, περιμέτρου 67 εκατοστών, και πάχους 6 εκατοστών (φωτογραφίες 18, 19). 6) Ένα σπασμένο κομμάτι (τμήμα επιγραφής) διαστάσεων, ύψους 14 εκατοστών, πλάτους 10 εκατοστών και πάχους 6 εκατοστών (φωτογραφίες 20, 21, 22). 7) Ένα μικρό τμήμα αγγείου διαστάσεων 10 εκατοστών Χ 7, 6 εκατοστών και πάχους 1, 9 εκατοστών (φωτογραφίες 23, 24) . 8) Ένα μικρό τμήμα αγγείου διαστάσεων 13, 5 εκατοστών Χ 7 εκατοστών, και πάχους 2, 5 εκατοστών (φωτογραφίες 23, 24). 9) Δύο μικρά πέτρινα τμήματα που εφάπτονται, με διακοσμητικό ανάγλυφο διαστάσεων 11 εκατοστών Χ 14 εκατοστών (φωτογραφίες 23, 24). 10) Ένα τμήμα μαρμάρινης κολώνας ύψους 26 εκατοστών και περίμετρο 68 εκατοστών (φωτογραφίες 25, 26, 27, 28). 11) Ένα τμήμα σπασμένης μαρμάρινης κολώνας (τετράγωνης ανάγλυφης) διαστάσεων ύψους 38, 5 εκατοστών και διαστάσεων πλευρών 18, 5 εκατοστών Χ 18, 5 εκατοστών με στρογγυλή επάνω βάση τοποθέτησης αντικειμένου (φωτογραφίες 29, 30). 12) Μια τετράγωνη μαρμάρινη κολώνα σπασμένη σε μια άκρη, με ανάγλυφο διάκοσμο, διαστάσεων ύψους 105 εκατοστών και διαστάσεων πλευρών 20, 5 εκατοστών Χ 20, 5 εκατοστών (φωτογραφίες 31, 32). 13) Μία στρογγυλή μαρμάρινη κολώνα, διαστάσεων ύψους 90 εκατοστών και περιμέτρου 67 εκατοστών (φωτογραφίες 31, 32). 14) Ένα τμήμα τετραγωνισμένης μαρμάρινης κολώνας με ανάγλυφο διάκοσμο διαστάσεων ύψους 65, 5 εκατοστών και διαστάσεων πλευρών 12 εκατοστών Χ 14 εκατοστών (φωτογραφίες 33, 34). 15) Ένα τμήμα τετραγωνισμένης μαρμάρινης κολώνας με ανάγλυφο διάκοσμο διαστάσεων ύψους 21, 5 εκατοστών και διαστάσεων πλευρών 14 εκατοστών Χ 12, 5 εκατοστών (φωτογραφίες 33, 34). 16) Ένα τμήμα τετραγωνισμένης μαρμάρινης κολώνας με ανάγλυφο διάκοσμο διαστάσεων ύψους 35, 5 εκατοστών και διαστάσεων πλευρών 14, 5 εκατοστών Χ 12, 5 εκατοστών (φωτογραφίες 33, 34). 17) Ένα τμήμα κόκκινης πέτρας σε σχήμα παραλληλογράμμου σπασμένη στις άκρες διαστάσεων ύψους 58 εκατοστών και διαστάσεων πλευρών 15, 5 εκατοστών X 14 εκατοστών (φωτογραφίες 33, 34). 18) Ένα κιονόκρανο διαστάσεων 41, 5 εκατοστών Χ 40 εκατοστών και πάχους 14 εκατοστών (φωτογραφίες 35, 36, 37). 19) Ένα κιονόκρανο διαστάσεων 62 εκατοστών Χ 36 εκατοστών και πάχους 15, 5 εκατοστών (φωτογραφίες 38, 39, 40). 20) Ένα τμήμα πολύγωνης κολώνας με τετράγωνη βάση διαστάσεων ύψους 57 εκατοστών, περιμέτρου 47 εκατοστών και διαστάσεων βάσης 14, 5 εκατοστών Χ 14, 5 εκατοστών (φωτογραφίες 41, 42). Κατά την πραγματογνωμοσύνη, που διετάχθη από το Δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της επ" ακροατηρίου διαδικασίας (άρθρο 183 ΚΠΔ) και διεξήχθη στις 7.12.2005 από τους ορισθέντες πραγματογνώμονες αρχαιολόγους ......και ......... με τη βοήθεια για τη σωστή τοποθέτηση και φωτογράφηση των αντικειμένων, των αρχαιολόγων ............. και .......... (οι οποίοι όλοι εξετάστηκαν στη συνέχεια ως μάρτυρες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου) βρέθηκαν στο Καθολικό και στο Σκευοφυλάκιο της ως άνω Μονής τα αναφερόμενα στην άνω έκθεση αυτοψίας αντικείμενα, από τα οποία, όπως κατέθεσε η μάρτυρας ............, όσα αποτελούν αρχαία αντικείμενα, κατά τα αναφερόμενα στη συνέχεια, τα είχε η ίδια καταγράψει από το Σεπτέμβριο του 1999 και τον Αύγουστο του 2000, κατόπιν εντολής καταγραφής της Α' Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στην οποία είχε υποβάλει από τότε και τη σχετική της έκθεση. Από τα αντικείμενα αυτά της έκθεσης αυτοψίας ταυτοποιήθηκαν απολύτως με τα αντικείμενα του κατηγορητηρίου ο αμφορέας (προερχόμενος, κατά τους ως άνω πραγματογνώμονες, από τη θάλασσα και όχι από ανασκαφή), καθώς και ένα τμήμα κατωτέρου κορμού αναθεματικού αγαλματιδίου, φερόμενο κατά το κατηγορητήριο ως κομμάτι κνήμης γυναικός με τμήμα γυναικείου χιτώνα (η οποία κατά τον πραγματογνώμονα .......... κνήμη ανδρός και όχι γυναικός). Παράλληλα, οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν, ότι εκτός από τα υπό στοιχεία "3", "5", "6", "7", και "8" πέντε (5) αντικείμενα, όπως αυτά αριθμούνται και περιγράφονται ανωτέρω, ως και στην ως άνω έκθεση αυτοψίας, τα υπόλοιπα δεκαπέντε (15), μεταξύ των οποίων και τα δύο ως άνω ταυτοποιούμενα με τα αντικείμενα του κατηγορητηρίου, είναι αρχαία αντικείμενα, προστατευόμενα από τις διατάξεις των νόμων περί αρχαιοτήτων. Μεταξύ των αρχαίων αυτών αντικειμένων περιλαμβάνεται και το υπό στοιχείο "2" της ως άνω εκθέσεως αυτοψίας, που φέρεται ως κόκκινη κολώνα με κάθετες αυλακώσεις κλπ. (κατά την ανωτέρω περιγραφή), ύψους 56 εκατοστών. Κατά τους πραγματογνώμονες, όπως κατέθεσαν ως μάρτυρες ενώπιον του ακροατηρίου, πρόκειται για βάση (κολώνα) περιρραντηρίου των Ελληνιστικών χρόνων σε κόκκινο χρώμα από Rosso Antico, που δεν την ταυτοποίησαν με την κόκκινη κολώνα του κατηγορητηρίου από τη μεταξύ τους εμφανή διαφορά ύψους. Ο μάρτυρας ..........., στις καταθέσεις του οποίου, κατά τα προαναφερόμενα, έχει στηριχθεί το κατηγορητήριο, όσο και ο μάρτυρας ..........., Βορειοηπειρώτης και Αλβανός υπήκοος, εργάτης στην Ιερά Μονή κατά το χρόνο των ανασκαφών, ο οποίος στην από 21.5.2005 ανακριτική κατάθεση του φέρεται να επιβεβαιώνει τις ως άνω καταθέσεις του ........... για τα ευρήματα των ανασκαφών, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζουν μετά βεβαιότητας και κατηγορηματικότητας, ότι πρόκειται για την ίδια ακριβώς κολώνα, που είχαν δει κατά το χρόνο των ανασκαφών, η οποία αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ότι είχε ύψος 1, 10 μετ., τούτο δε ανεξαρτήτως της διαφοράς ύψους που αυτοί είχαν αρχικώς καταθέσει. Οι μάρτυρες αυτοί είναι και οι μοναδικοί, που φέρονται να έχουν άμεση και προσωπική αντίληψη για τα ευρήματα των παράνομων ανασκαφών, αφού ουδείς άλλος από τους εξετασθέντες μάρτυρες, που είναι κυρίως κάτοικοι των Κυθήρων ή καταγόμενοι από τα Κύθηρα, είχε έλθει σε οποιαδήποτε (οπτική, φωτογραφική κλπ.) επαφή με αυτά (ευρήματα) και οι οποίοι όσα καταθέτουν τα εξάγουν υποθετικά, παραθέτοντας τις προσωπικές τους εκτιμήσεις και συμπεράσματα, βασιζόμενοι κυρίως στις φήμες που κυκλοφορούσαν στο νησί για τις παράνομες ανασκαφές κατά το χρόνο διεξαγωγής τους, στην επίμονη άρνηση των δύο πρώτων κατηγορούμενων να επιτρέψουν κατά το χρόνο εκείνο την επισκόπηση της Μονής από αρχαιολόγους και στο βαρύ κλίμα που είχε δημιουργηθεί στους κατοίκους του νησιού εναντίον τους για τους λόγους αυτούς, καθώς και άλλους λόγους, που δεν ενδιαφέρουν την προκειμένη υπόθεση. Άλλη μαρτυρία, ότι η αναφερόμενη στο κατηγορητήριο αιγυπτιακή κολώνα ήταν διάφορη από το περιρραντήριο, που βρέθηκε, δεν υπήρξε στο Δικαστήριο, ούτε άλλωστε μπορεί να συναχθεί ασφαλώς από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο τέτοιο συμπέρασμα, όταν μάλιστα οι αρχαιολόγοι ........... και ..........., ως οι πλέον αρμόδιοι, καταθέτοντας στο δικαστήριο, απέκλεισαν την ύπαρξη και διάσωση αιγυπτιακής κολώνας στα ........ Συνακολούθως τούτων το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι το ως άνω περιρραντήριο ταυτίζεται με την κολώνα του κατηγορητηρίου, την αναφερόμενη εκεί ως αιγυπτιακή. Σε σχέση με τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο δέκα (10) μαρμάρινες επιγραφές ("πλάκες" κατά την ανακριτική κατάθεση του .........), φερόμενες όλες ως έχουσες ταυτόσημες διαστάσεις, χωρίς άλλον ειδικότερο προσδιορισμό, πλείστες όσες αμφιβολίες προέκυψαν ως προς το αν τα μαρμάρινα αντικείμενα (πλάκες), που περιγράφηκαν ως επιγραφές, ήσαν πράγματι όλα επιγραφές και όχι τμήματα άλλων μαρμάρινων αντικειμένων και αν αυτά αποτελούσαν όλα αρχαία κινητά μνημεία κατά τις διατάξεις των νόμων περί αρχαιοτήτων, ενόψει και της προφανούς αδυναμίας του μάρτυρα .........., από την παντελή έλλειψη σχετικών γνώσεων για το χαρακτηρισμό και την αξιολόγησή τους. Ειδικότερα, οι αμφιβολίες αυτές ενισχύονται και από τα ακόλουθα. Μεταξύ των αντικειμένων που βρέθηκαν, κατά τα ανωτέρω στην Ιερά Μονή (και τα οποία είχαν καταγραφεί, όσα απ' αυτά αποτελούν αρχαία μνημεία, από την αρχαιολόγο ........ από το Σεπτέμβριο του 1999 και τον Αύγουστο του 2000, κατά τα προαναφερόμενα), περιλαμβάνονται : 1) τρία (3) τμήματα επιγραφών των Νεοτέρων Χρόνων με τις αναφερόμενες ανωτέρω, όπως και στην έκθεση αυτοψίας, διαστάσεις και αρίθμηση "3", "5", "6", τα οποία είναι πράγματι επιγραφικά αντικείμενα, πλην όμως από πωρόλιθο και δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των νόμων περί αρχαιοτήτων (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης), φέρουν δε, κατά τους άνω πραγματογνώμονες, κεφαλαιογράμματα δυσνόητα σε γλώσσα καθαρεύουσα και όχι αρχαϊκή ή αρχαΐζουσα, και 2) έξι (6) τμήματα μη επιγραφικών μαρμάρινων τετραγωνισμένων κολώνων (που εμπίπτουν στις διατάξεις των νόμων περί αρχαιοτήτων κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης), με ανάγλυφο διάκοσμο, που αριθμούνται στην έκθεση αυτοψίας καθώς και ανωτέρω με τα στοιχεία "9", "10", "11", "14", "15", "16", τα οποία θα μπορούσαν να εκληφθούν ως "πλάκες", όπως χαρακτηριστικά κατατέθηκε από τη μάρτυρα αρχαιολόγο ........., και να χαρακτηριστούν και αυτά από το μη έχοντα γνώσεις αρχαιολογίας μάρτυρα .......... ως επιγραφές, με το δεδομένο μάλιστα, ότι ο ίδιος είχε πράγματι παρατηρήσει και την ύπαρξη επιγραφών, όταν είχε δει όλα τα αντικείμενα την ώρα που πλένονταν από τον τρίτο κατηγορούμενο και τα οποία ο ίδιος (..........) τα είχε χαρακτηρίσει και αξιολογήσει σύμφωνα με τις δικές του εκτιμήσεις. Ο ίδιος άλλωστε μάρτυρας (...........), καταθέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου, επισκοπώντας τις φωτογραφίες, που του επιδείχθηκαν, επιβεβαίωσε ότι τα αντικείμενα, που είχε δει και για τα οποία είχε καταθέσει, είναι όλα αυτά, τα οποία αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας, πλην κάποιων επιγραφών, τις οποίες ουδόλως προσδιορίζει ούτε καν αριθμητικώς, καθώς και την κεφαλή του μωρού. Ως προς το τελευταίο αυτό αντικείμενο, αναφερόμενο στο κατηγορητήριο ως τεμάχιο αγαλματιδίου, που απεικονίζει την κεφαλή ενός μωρού, που πράγματι δεν βρέθηκε κατά τη διεξαγωγή της αυτοψίας στους χώρους της Ιεράς Μονής, εκτός από τη μαρτυρία του .......... ως προς την ύπαρξή του και την από αυτό αξιολόγηση του ως αρχαίου αντικειμένου, δεν κατατέθηκε άλλη μαρτυρία πειστική στο δικαστήριο, ώστε να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα και όχι υποθετική και επισφαλής εξαγωγή του, περί του εάν δηλαδή αυτό αποτελούσε πράγματι αρχαίο αντικείμενο κατά τους ορισμούς του νόμου και περαιτέρω μάλιστα να εκτιμηθεί και η αξία του. Τέτοιο συμπέρασμα, άλλωστε, δεν μπορεί να εξαχθεί ούτε από το γεγονός, ότι βρέθηκαν τα υπόλοιπα ως άνω αρχαία αντικείμενα, τα οποία, όπως προειπώθηκε, είχαν ήδη καταγραφεί από την ως άνω αρχαιολόγο κατά τους παρατεθέντες χρόνους (Σεπτέμβριο 1999, Αύγουστο 2000) και τα είχε καταγράψει και περιγράψει, έστω και χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς για καθένα από αυτά και ο κατηγορούμενος Χ2 κατά την αποχώρηση του από την Ιερά Μονή το 2001 στην Πράξη παραδόσεως των κινητών πραγμάτων της Μονής στο νέο Ηγουμενοσυμβούλιο. Υπό τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά, για όσα από τα αρχαία αντικείμενα, όπως περιγράφονται ως άνω και ταυτοποιούνται με εκείνα του κατηγορητηρίου, ήτοι : α) το περιρραντήριο, περιγραφόμενο στο κατηγορητήριο ως Αιγυπτιακή κολώνα, β) ο αμφορέας, γ) το τμήμα κατωτέρου κορμού αναθεματικού αγαλματιδίου, φερόμενο στο κατηγορητήριο ως κομμάτι κνήμης γυναικός κλπ., και δ) τα μαρμάρινα τμήματα, κατά την ως άνω περιγραφή ενός εκάστου, που φέρονται όλα στο κατηγορητήριο ως επιγραφικά, δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικώς η τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων της πράξεως της υπεξαιρέσεως και μάλιστα κακουργηματικής, καθόσον δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, πέρα από την παράλειψη της δηλώσεως των αρχαίων αυτών αντικειμένων στην αρμόδια υπηρεσία, εκδήλωσαν εμπράκτως πρόθεση για την ιδιοποίηση τους, αφού δεν τα απομάκρυναν από τους χώρους της Ιεράς Μονής, όπου βρέθηκαν, ώστε να εκδηλωθεί αντικειμενική πρόθεση τους για την ενσωμάτωση τους στην περιουσία τους, πολύ δε περισσότερο που ο εκ των κατηγορουμένων Χ2 τα είχε παραδώσει, όπως ειπώθηκε, στο νέο Ηγουμενοσυμβούλιο, όταν αποχώρησε από την Ιερά Μονή. Και τούτο, διότι για τη στοιχειοθέτηση της ιδιοποίησης στην υπεξαίρεση δεν αρκεί η απλή, ενδιάθετη πρόθεση ιδιοποιήσεως, αλλά απαιτείται μία έμπρακτη εκδήλωση της, δηλαδή μια εξωτερική συμπεριφορά, η οποία να δύναται να αναγνωριστεί αντικειμενικά ως πραγμάτωση της θέλησης του δράστη για ιδιοποίηση. Για τα υπόλοιπα αντικείμενα του κατηγορητηρίου, που δεν βρέθηκαν, εάν πράγματι υπήρξαν, που είναι κυρίως "το κεφάλι του μωρού" (και δοθέντος ότι τα φερόμενα στο κατηγορητήριο ως "τεμάχια αγαλματιδίων" ουδόλως περιγράφονται), πλείστες όσες αμφιβολίες προέκυψαν κατά τα ανωτέρω, για το εάν αυτά, ακόμη και για την περίπτωση που υπήρξαν, αποτελούσαν αρχαία αντικείμενα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, που δίκασε, έκρινε αθώους τους τρεις κατηγορούμενους της αποδιδόμενης σε αυτούς κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, ως προς μεν τα αρχαία αντικείμενα που βρέθηκαν λόγω μη στοιχειοθετήσεως της πράξεως υποκειμενικώς (έλλειψη δόλου), ως προς δε τα υπόλοιπα αρχαία αντικείμενα λόγω αμφιβολιών, ενώ εν τέλει δέχθηκε επιγραμματικά, ότι υπό τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται ούτε κλοπή, έστω και πλημμεληματική, αρχαίων αντικειμένων. 6. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς και ενώ ήταν φανερό για την υπόθεση που δίκασε, ότι υπήρχε περίπτωση φαινόμενης συρροής υπεξαιρέσεως και κλοπής, και όφειλε, μετά την απαλλακτική κρίση του για την πράξη της υπεξαιρέσεως, να ερευνήσει και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα, αν στοιχειοθετούταν το έγκλημα της κλοπής από κοινού, στο οποίο μπορούσε επιτρεπτώς να μεταβληθεί η κατηγορία, και υπό την προβαλλόμενη ακόμη από τους κατηγορούμενους εκδοχή, ότι παθών δεν ήταν το Δημόσιο, αλλά η Ιερά Μονή του ..........., στην οποία κατά τα άρθρα 4 του κωδ. ν. 5.351/1932 και 73 § 1 του ν. 3.028/1982 ανήκε η ιδιοκτησία των αρχαίων κινητών αντικειμένων, που βρέθηκαν στις ανασκαφές, δεν διέλαβε στην πληττόμενη με την αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου απόφαση πλήρη, σαφή, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τη συρρέουσα φαινομενικώς αξιόποινη πράξη της κλοπής. Ωστόσο, η μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της υπεξαίρεσης, που απεδόθη στους κατηγορούμενους με το παραπεμπτικό βούλευμα, στην πράξη της κλοπής, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, αφορά δε, όπως είναι φανερό, το ίδιο υλικό αντικείμενο, αναφέρεται στην πράξη της απλής κλοπής από κοινού των άρθρων 45 και 372 § 1 του ΠΚ και όχι την διακεκριμένη κλοπή του άρθρου 374 περ. δ του ίδιου Κώδικα. Τούτο δε, διότι η πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι για να δικαστούν στο ακροατήριο, όπως τα περιστατικά αυτής εκτίθενται στο διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, είναι ουσιωδώς διάφορη ως προς τις ιστορικές περιστάσεις από την πράξη της διακεκριμένης κλοπής του άρθρου 374 περ. δ του ΠΚ, αφού για την τελευταία απαιτούνται επί πλέον ιστορικά στοιχεία, και δη αντικειμενικά μεν η ένωση, ρητή ή σιωπηρή, δύο ή περισσότερων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη απροσδιόριστης εκ των προτέρων σειράς κλοπών ή ληστειών, υποκειμενικά δε γνώση καθενός από αυτούς, ότι είναι ενωμένοι για τον αναφερόμενο σκοπό και βούλησή τους για την τέλεση κλοπών ή ληστειών, η τέλεση των οποίων να έγινε με τη γνώση ότι οι πλείονες δράστες ήταν ενωμένοι γι' αυτό. Τα στοιχεία, όμως, αυτά δεν περιέχονται, όπως εκτέθηκε, στο διατακτικό του βουλεύματος, ούτε μπορούν να αναπληρωθούν, με απαράδεκτη στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου, διασταλτική ερμηνεία του μόνου περιεχόμενου στο διατακτικό όρου περί από κοινού τελέσεως, όχι όμως και κατόπιν συναποφάσεως, της αποδοθείσας σε αυτούς πράξεως της υπεξαιρέσεως αρχαίων αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ή να προστεθούν από το Δικαστήριο, που δίκασε, διότι θα μετέβαλαν ουσιωδώς την κατηγορία. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, διότι : α) μολονότι δέχεται, ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού διενήργησαν το 1996 παράνομες ανασκαφές στο αρχαιολογικό χώρο της Ι. Μονής .............. και τα ανευρεθέντα κατά το χρόνο εκείνο αρχαιολογικά ευρήματα τα απέκρυψαν από το Δημόσιο και έτσι τα αφαίρεσαν από την κατοχή του, δεν εξηγεί γιατί δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της κλοπής, αφού κατά τις παραδοχές του οι ίδιοι, αφενός μεν ενήργησαν χωρίς άδεια από την αρχαιολογική υπηρεσία ανασκαφές, συνθήκη η οποία υποδηλώνει το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης τους, αφετέρου δε αρνήθηκαν επίμονα να επιτρέψουν στους αρχαιολόγους να επισκεφθούν τους χώρους της Ιεράς Μονής, ώστε το δημόσιο να ασκήσει δι' αυτών τα δικαίωμα της άμεσης εξουσίασής τους, στοιχείο το οποίο έπρεπε να εξεταστεί αν αποτελούσε υλοποίηση του σκοπού των κατηγορούμενων για παράνομη ιδιοποίησή τους, β) δεν εξηγεί γιατί η αφαίρεση των αρχαίων από την κατοχή του Δημοσίου, με την ανάληψή τους από το χώρο της ανασκαφής χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου τους Δημοσίου, αφού για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του στιγμιαίου εγκλήματος κλοπής αρκεί ή άρση της κατοχής από το ξένο πράγμα και η απόκτηση επ' αυτού νέας αυθαίρετης κατοχής του δράστη, έστω και για ελάχιστο χρονικό διάστημα, ενώ δεν έχει έννομη επιρροή, αν το αφαιρεθέν από την κατοχή του παθόντος κινητό πράγμα απομακρύνθηκε ή όχι από τον τόπο, όπου κείτονταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, κατά την οποία τα αρχαία αντικείμενα βρέθηκαν στο Καθολικό και το Σκευοφυλάκιο της Ιεράς Μονής του .........., και γ) ενώ ελλιπής και αναιτιολόγητη είναι και οι κρίση του ως προς τη μη ύπαρξη στο πρόσωπο των κατηγορούμενων, παρά την παράλειψη της δηλώσεως των αρχαίων αντικειμένων στην αρμόδια υπηρεσία, σκοπού παράνομης ιδιοποιήσεως αυτών, τούτο δε ενόψει και των παραδοχών του, ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το πέρας της ανακρίσεως αρνούνταν, ότι κατά τις ανασκαφές, που διενήργησαν, βρήκαν αρχαία αντικείμενα και ότι οι δύο πρώτοι από αυτούς κατά το χρονικό διάστημα της πραγματοποίησης των ανασκαφών δεν επέτρεψαν στους αρχαιολόγους την επισκόπηση της Ιεράς Μονής. Συνεπώς, οι προβαλλόμενες στην έκθεση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπ' αριθ. 1, 2, 3 και 5 αιτιάσεις κατά της πληττόμενης απόφασης, συνιστώσες τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συρρέουσα πράξη της απλής κλοπής του άρθρου 372 § 1 του ΠΚ είναι βάσιμες. Κατ' ακολουθία, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 7. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 §§ 1 και 3, 112 και 113 §§ 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 370 εδαφ. β και 511 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 § 5 του ν. 3.160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Ο τελευταίος, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανιστεί ο αναιρεσείων, λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, εφόσον κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος, την παραγραφή που επήλθε και οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 370 εδαφ. β του ΚΠΔ. Στην προκειμένη υπόθεση, η αξιόποινη πράξη της απλής κλοπής του άρθρου 372 § 1 του ΠΚ, στην οποία μεταβάλλεται επιτρεπτώς η κατηγορία, έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα ως τιμωρούμενη με ποινή φυλακίσεως. Ωστόσο, κατά το παραπεμπτικό βούλευμα η πράξη αυτή φέρεται, ότι τελέστηκε από τους τρεις κατηγορούμενους στα....... σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα χρονική περίοδο, αλλά πάντως μέσα στο χρονικό διάστημα από τις αρχές Μαρτίου 1996 έως τα τέλη Αυγούστου του 1996. Από τότε, όμως, και έως τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, παρήλθε, όπως προκύπτει από το σε χρήση ημερολόγιο, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών. Άρα, το αξιόποινο της αναφερόμενης πράξης των κατηγορουμένων εξαλείφθηκε με παραγραφή. Επομένως, πρέπει να παύσει οριστικώς η κατ' αυτών ασκηθείσα ποινική δίωξη για την κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας διωκόμενη ανωτέρω αξιόποινη πράξη, αιτία για την οποία και δεν συντρέχει λόγος για παραπομπή της υποθέσεως για νέα συζήτηση στο δικαστήριο που την εξέδωσε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 714, 716Α, 717, 818/2005 και 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά των κατηγορούμενων 1) Χ1, κληρικού, κάτοικου Πειραιώς και ήδη κρατούμενου στις Δ.Φ. Κορυδαλλού, 2) Χ2, κληρικού, κάτοικου.........., και 3) Χ3, για το ότι στα........ σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, πάντως μέσα στο χρονικό διάστημα από αρχές Μαρτίου 1996 μέχρι τέλη Αυγούστου του ιδίου έτους, ενεργώντας από κοινού αφαίρεσαν από την κατοχή του Δημοσίου, με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως τους, ξένα ολικά κινητά πράγματα, τα οποία περιήλθαν παρανόμως στην κατοχή τους μετά από εργασίες ανασκαφής, στις οποίες προέβησαν χωρίς την άδεια και την παρουσία της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και ανήκαν στην ιδιοκτησία του Δημοσίου. Ειδικότερα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, όντας ο Χ1, μοναχός, ο Χ2, ηγούμενος, και ο Χ3 δόκιμος μοναχός στην Ιερά Μονή ............, προέβησαν παρανόμως και σε καιρό νυκτός, σε εργασίες εκσκαφής και ανασκαφής στο παρεκκλήσιο των ......... και ........, το οποίο είχε ανακηρυχθεί σε ιστορικό αρχαιολογικό διατηρητέο μνημείο, αφού το μεν παρεκκλήσιο τοποθετείται μεταξύ του 4ου και 7ου αιώνα, ο δε ναός του ......... στον 11° αιώνα. Από τις εργασίες αυτές, κατά τη διάρκεια των οποίων ανοίχτηκαν και τάφοι αρχιερέων, βρέθηκαν μεταξύ άλλων αρχαίων αντικειμένων, των οποίων ο αριθμός και το είδος δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί, και τα εξής κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 του κωδ. ν. 5.351/1932 αρχαία αντικείμενα, που ανήκαν στην ιδιοκτησία του Δημοσίου, ήτοι : α) μία κόκκινη κολώνα ύψους 1, 10 μετ. περίπου, χαρακτηριζόμενη ως αιγυπτιακής προέλευσης, χρονολογούμενη από το έτος 5.000 π.Χ., β) 10 μαρμάρινες επιγραφές (πλάκες) σε αρχαΐζουσα γλώσσα, διαμέτρου 0, 20 Χ 0, 30, γ) ένας αρχαίος αμφορέας και δ) τεμάχια αγαλματιδίων, μεταξύ των οποίων μια κεφαλή ενός μωρού και ένα κομμάτι κνήμης γυναικός με τμήμα γυναικείου χιτώνα, και τα οποία οι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν από την κατοχή του Δημοσίου με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως τους. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ