Αριθμός 1280/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ.. & Κ.. Σ. Α..Ε..", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Κ. συζύγου Γ. Κ., κατοίκου Αθηνών, 2) Γ. Ζ., κατοίκου ... Αττικής, ως ασκούντος την γονική μέριμνα, αντί και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου του Π. Ζ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας του Μ. Σ. Ζ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3875/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 934/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 104/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 20.2.2018 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ύστερα από την υπ' αρ. 104/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατά την οποία δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν είχαν παρασταθεί ούτε κατά την αρχική δικάσιμο της 6.5.2019, συνέχεια της οποίας αποτελεί η σημερινή συζήτηση. Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση το δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 20/02/2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.. και Κ.. Σ. Α..Ε.." για αναίρεση της 934/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της 3875/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 6.5.2019, που ορίστηκε με την πράξη του προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος, επέσπευσε η αναιρεσείουσα η οποία επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα….2019 και….2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ά. Κ.. Στη συνέχεια, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, και της αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για επανασυζήτηση και ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20.3.2023) με την 104/2022 πράξη του προέδρου του Α1 πολιτικού τμήματος. Ακριβές αντίγραφο της πράξης αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Σ., και β) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Γ. Ζ. με την επιμέλεια της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα από 11/01/2023 και 3/11/2022, αντίστοιχα, αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Π. Ε.. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, τόσο κατά την αρχική όσο και κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά τις οποίες η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους. Υπόκειται προς κρίση η από 20.2.2018 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 934/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 16.10.2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 3875/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 24.7.2009 αγωγή των εναγόντων, ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία ζητούσαν τη λύση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας και διέταξε τη λύση αυτής, διόρισε δε εκκαθαριστές, μετά τη λύση, τον Κ. Κ. και τη Μ. Μ., ενώ απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης ως προς τον δεύτερο των εναγόντων Γ. Σ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 934/2016 απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. ....1970 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευγένιου Βαρίνου, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 40777/1970 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, καταχωρισθείσα στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών και δημοσιευθείσα στο υπ' αριθ. 1138/8.7.1970 ΦΕΚ (ΤΑΕ & ΕΠΕ), συνεστήθη δια μετατροπής από την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Γ. και Κ. Σ. Σ. Ο..Ε.." η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Γ. και Κ. Σ. Σ. - Α. Ε. Ε. και Ε. Ξ. - Τ. - Ν. και «Τ. με έδρα τον Πειραιά. Η χρονική διάρκεια της εταιρίας ορίσθηκε σε ενενήντα εννέα έτη. Το κεφάλαιο της ολοσχερώς καταβεβλημένο ανερχόταν στο ποσό των 5.000.000 δραχμών και διαιρέθηκε σε 5000 ανώνυμες μετοχές των 1000 δραχμών η καθεμία. Ιδρυτές και μέτοχοι της εταιρίας ήταν οι: 1) Γ. Σ. του Σ. (δεύτερος εναγόμενος και μη διάδικος στην κατ' έφεση αυτή δίκη) με 2.350 μετοχές, 2) Κ. Σ. του Σ. (πατέρας της πρώτης των εναγόντων και παππούς του δευτέρου τούτων) με 2.350 μετοχές, 3) Σ. Σ. του Κ. (πατέρας των δύο πρώτων ιδρυτών και μετόχων) με 250 μετοχές και 4) Α. σύζυγος Σ. Σ. (μητέρα των δύο πρώτων ιδρυτών και μετόχων) με 50 μετοχές. Επρόκειτο, δηλαδή, για οικογενειακή εταιρία, αφού μοναδικοί μέτοχοι ήταν οι γονείς Σ. και Α. Σ. και τα δύο τέκνα τους Γ. και Κ. Σ.. Ουσιαστικά, τα δύο αυτά τέκνα μοιράζονταν εξ ημισείας τις μετοχές της εταιρίας. Στη συνέχεια, το αρχικό κεφάλαιο της εταιρίας αυξήθηκε και ανήλθε τελικώς, το έτος 1976, στο ποσό των 87.000.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 87.000 ανώνυμες μετοχές των 1.000 δραχμών, τότε, η καθεμία, οι οποίες κατανεμήθηκαν μεταξύ των μετόχων ως εξής: 1) Ο Γ. Σ. ήταν δικαιούχος 37.450 μετοχών, 2) ο Κ. Σ. ομοίως 37.450 μετοχών, 3) ο Σ. Σ. 8.050 μετοχών και 4) η Α. Σ. 4.050 μετοχών. Η εταιρία λειτούργησε κανονικά μέχρι την 17η.2.1982, οπότε με την υπ' αριθ. 60/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Το τελευταίο διοικητικό συμβούλιο της εκκαλούσας εταιρίας πριν από την κήρυξη της σε πτώχευση, το οποίο εκλέχθηκε από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της στις 30.6.1981 (ΦΕΚ 3147/27.7.1981), αποτελείτο από τους: 1) Σ. Κ.. Σ., Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, 2) Κ. Σ.. Σ., μέλος του δ.σ., και 3) Γ. Σ.. Σ., μέλος του δ.σ. ........ Με την υπ' αριθ. 1991/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κηρύχθηκε η πτωχευτική αποκατάσταση της εταιρίας. Κατά τη διάρκεια της πτώχευσης απεβίωσαν, στις 23.7.1989 ο εκ των ιδρυτών και Πρόεδρος του τελευταίου διοικητικού συμβουλίου Σ. Σ. και στις 30.1.1997 η μέτοχος σύζυγός του Α., χωρίς να αφήσουν διαθήκη και κληρονομήθηκαν από τα τέκνα τους Γ. Σ. και Κ. Σ., οι οποίοι έτσι κατέστησαν μοναδικοί μέτοχοι της εκκαλούσας εταιρίας, κατέχοντας από 43.500 μετοχές ο καθένας. Ακολούθως, στις 23.7.1998 απεβίωσε και ο Κ. Σ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε. και τις δύο θυγατέρες τους Μ. Σ. (μητέρα του δεύτερου ανήλικου ενάγοντος Π. Ζ.) και Α. Σ. (πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη). Η σύζυγός του αποποιήθηκε το κληρονομικό της μερίδιο και έτσι αυτό περιήλθε στις θυγατέρες τους, οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του πατέρα τους επ' ωφελεία απογραφής, με σχετική δήλωσή τους ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου της κληρονομίας, και κάθε μία από αυτές κατέστη δικαιούχος 21.750 μετοχών. Στις 07/10/2008 απεβίωσε στην Αθήνα η Μ. Κ. Σ. καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της το σύζυγό της Γ. Ζ., ο οποίος αποποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με σχετική δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία της συζύγου του, και το ανήλικο τέκνο τους Π. Ζ. (δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο, γεννηθέντα το έτος 2007), το οποίο, μετά τη γενόμενη από τον πατέρα του αποποίηση, κατέστη μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος (και εκ του νόμου επ' ωφελεία απογραφής) της μητέρας του Μ. Κ.. Σ. και δικαιούχος των 21.750 μετοχών της εκκαλούσας εταιρίας. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο Γ. Σ. (δεύτερος εναγόμενος και μη διάδικος στην προκείμενη δίκη), ως μέτοχος της εκκαλούσας εταιρίας και μέλος του τελευταίου πριν από την πτώχευση αυτή διοικητικού συμβουλίου της, με την από 11.6.2002 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε το διορισμό προσωρινού διοικητικού συμβουλίου με σκοπό τη σύγκληση γενικής συνέλευσης εντός εξαμήνου από την έκδοση της απόφασης, για την εκλογή τακτικού διοικητικού συμβουλίου, καθώς η εταιρία, μετά το θάνατο των δύο από τα τρία μέλη του τελευταίου δ.σ., στερείτο διοίκησης, ενώ είχε παρέλθει εξαετία από την εκλογή του τελευταίου διοικητικού συμβουλίου. Η αίτηση αυτή συζητήθηκε στις 22.11.2002, χωρίς να κληθούν να παραστούν ή να εκπροσωπηθούν στη δίκη η πρώτη εφεσίβλητη και η ήδη αποβιώσασα αδελφή της Μ. Σ.. Να σημειωθεί, ότι στην εν λόγω αίτηση, που ασκήθηκε εν αγνοία των τελευταίων, αν και αναφέρεται η μετοχική ιδιότητα του πατέρα τους Κ. Σ. και ο θάνατός του στις 23.7.1998, δεν αναφέρεται η ύπαρξη των θυγατέρων του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και έτσι παραλείφθηκε η κλήτευση τους. Επί της άνω αιτήσεως εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η υπ' αριθ. 6191/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και διόρισε τριμελές προσωρινό διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από τα προτεινόμενα από το Γ. Σ. με την αίτηση πρόσωπα και συγκεκριμένα από το Σ. Σ., τον Ο. Σ. (υιούς του Γ. Σ.) και τον Ι. Α. (λογιστή του ιδίου). Ακολούθως το διορισμένο αυτό προσωρινό διοικητικό συμβούλιο συγκάλεσε για τις 10.2.2003 έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εκκαλούσας, κατά την οποία εκλέχθηκε τακτικό διοικητικό συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τα ίδια ως άνω πρόσωπα του προσωρινού δ.σ., με πενταετή θητεία. Εν συνεχεία, στις 22.4.2003 συνήλθε έκτακτη, και χαρακτηρισθείσα ως καθολική, γενική συνέλευση των μετόχων της εκκαλούσας εταιρίας, κατά την οποία αποφασίσθηκε η αναβίωση της εταιρίας και τροποποιήθηκαν τα άρθρα 3 (διάρκεια της εταιρίας) και 5 (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου) του καταστατικού της εκκαλούσας, ενώ στις 8.8.2003 συνήλθε νέα έκτακτη, και χαρακτηρισθείσα ως καθολική, γενική συνέλευση των μετόχων της εκκαλούσας εταιρίας, κατά την οποία αποφασίσθηκε η τροποποίηση του άρθρου 2 του καταστατικού και η μεταφορά της έδρας της εκκαλούσας από τον Πειραιά στο Δήμο ... Αττικής. Το κύρος των αποφάσεων αυτών προσέβαλαν με τις από 11.8.2003 (αρ. κατ. 6815/2003) και 16.2.2004 (αρ. κατ. 1189/2004) αγωγές τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη και η ήδη αποβιώσασα αδελφή της Μ. Σ., οι οποίες ούτε κλήθηκαν ούτε συμμετείχαν στις άνω έκτακτες γενικές συνελεύσεις. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1720/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές και αναγνωρίσθηκε ότι οι αποφάσεις των ως άνω έκτακτων γενικών συνελεύσεων είναι άκυρες, ενώ μέχρι την έκδοση της οριστικής αυτής απόφασης εκδόθηκε, ύστερα από αίτηση της πρώτης ενάγουσας εφεσίβλητης και της αδελφής της Μ. Σ., η υπ' αριθ. 7319/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία ανέστειλε προσωρινά την εκτέλεση των αποφάσεων των ως άνω γενικών συνελεύσεων της εκκαλούσας, που λήφθηκαν κατά τις συνεδριάσεις της 10.2.2003, 22.4.2003 και 8.8.2003, με την απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής σε βάρος καθενός των μελών του δ.σ. της εναγομένης-εκκαλούσας (ήτοι, των Σ. Σ., Ο. Σ.υ και Ι. Α.υ) για κάθε πράξη που θα διενεργούσαν με την ιδιότητα τους αυτή προς υλοποίηση των αποφάσεων των άνω γενικών συνελεύσεων. Η τελευταία αυτή απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 30.9.2005. Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 1720/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κρίθηκε άκυρη η απόφαση της γ.σ. της 10ης.2.2003 για εκλογή τακτικού δ.σ., λόγω μη νόμιμης σύγκλησης και συγκεκριμένα λόγω μη εμπρόθεσμης δημοσίευσης της πρόσκλησης για συμμετοχή των μετόχων στην εν λόγω γ.σ. Επίσης, κρίθηκαν άκυρες οι αποφάσεις της γ.σ. της 22ας.4.2003, επειδή αυτή συγκλήθηκε από αναρμόδιο όργανο και μάλιστα από ακύρως εκλεγέν τακτικό διοικητικό συμβούλιο, αφού η εκλογή του, κατά τα ανωτέρω, έγινε από την ακύρως συγκληθείσα γ.σ. της 10ης.2.2003, πέραν δε τούτου οι αποφάσεις της γ.σ. της 22ας.4.2003 για αναβίωση της εταιρίας, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και παράταση της διάρκειάς της κρίθηκαν άκυρες και για το λόγο ότι δεν λήφθηκαν με την προβλεπόμενη από το νόμο απαρτία των 2/3 του συνόλου των μετοχών αλλά και γιατί η γ.σ. δεν ήταν καθολική, καθώς σ' αυτήν δεν παρέστη το 100% των μετόχων της, αλλά συμμετείχαν ο Γ. Σ.. Σ. και ο υιός του Σ. Σ., οι οποίοι δεν είχαν κυριότητα σε μετοχές που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εκκαλούσας, ενώ η εταιρία με την επωνυμία "GCT Management Ltd" με έδρα τις ..., που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγομένων των άνω αγωγών και φερόταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των τελευταίων, ότι κατείχε το 49% των μετοχών της εκκαλούσας εταιρίας και συμμετείχε στην εν λόγω συνέλευση (όπως και σε εκείνη της 8ης.8.2003), δεν αποδείχθηκε ότι ήταν μέτοχος. Ακόμη, με την ίδια προαναφερόμενη απόφαση 1720/2007 κρίθηκαν άκυρες και οι αποφάσεις που λήφθηκαν στη γ.σ. της 8.8.2003 περί τροποποιήσεως του άρθρου 2 του καταστατικού της εκκαλούσας και μεταφοράς της έδρας της στο ... Αττικής, για τους άνω λόγους που κρίθηκαν άκυρες και οι αποφάσεις της γ.σ. της 22ας.4.2003. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι οι τότε ενάγουσες Μ. και Α. Σ. κατέστησαν δικαιούχοι η καθεμία 21.750 μετοχών της εκκαλούσας εταιρίας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δικαιοπαρόχου τους και αρχικού μετόχου πατέρα τους Κ. Σ. και ότι συνεπώς, και οι δυο τους είναι δικαιούχοι 43.500 ανώνυμων μετοχών της εκκαλούσας, που αντιπροσωπεύουν το 50% του συνόλου των μετοχών της τελευταίας". Επίσης δέχθηκε τα ακόλουθα : " Στο προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες σχετικό πρακτικό της εν λόγω τακτικής γενικής συνέλευσης της 30ης.6.1981 (υπ' αριθ. 11 πρακτικό) αναφέρεται και το κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση γεγονός ότι συμμετείχαν στη γενική αυτή συνέλευση ο Γ. και Κ. Σ. με 22.185 μετοχές ο καθένας και ότι "Οι ως άνω μέτοχοι εκπροσωπούντες το 51 % του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου κατέθεσαν εις την εταιρείαν απόδειξιν εκ της οποίας προκύπτει ότι αι ως άνω μετοχαί έχουν κατατεθεί εις την ΕΤΒΑ λόγω ενεχύρου. Το υπόλοιπον των μετοχών ήτοι το 49% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έχει δοθεί λόγω ενεχύρου εις την Τράπεζαν Κρήτης ήτις και δεν προσήλθεν εις την παρούσαν Γενικήν Συνέλευσιν δεδομένου ότι το ενέχυρον επί των ως άνω μετοχών έχει συσταθεί μετά ψήφου", καθώς επίσης και ότι "Οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι επαναπροσκομίζουν με επίκληση την από 7.4.2005 βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς (η οποία απορρόφησε την ΕΤΒΑ και κατέστη έτσι οιονεί καθολική διάδοχος αυτής), στην οποία αναφέρονται τα εξής: "Βεβαιώνουμε ότι, όπως προκύπτει από τα τηρούμενα στην Τράπεζά μας στοιχεία, συνεστήθη ενέχυρο με το αριθμ. ... δανειστικό συμβόλαιο (άρθ. 27 παρ. 7) της συμβολαιογράφου Αθηνών Ρόζης Ν. Καραμερτζάνη επί 44.370 μετοχών ονομαστικής αξίας δρχ. 1.000 ή € 2,935 εκάστης της ανωνύμου εταιρίας «Γ. Κ. Κ./Ν. Σ. Σ. Α. Ε. και Ε. Ξ. Ν. Κ. Τ." για εξασφάλιση δανείου που χορηγήθηκε στην ως άνω εταιρεία από την Τράπεζα μας. Οι εν λόγω μετοχές φυλάσσονται στην Τράπεζα μας και μας παραδόθηκαν από τους κατωτέρω μετόχους της ως εξής: Γ. Σ. Αριθμός Μετοχών 22.185, Κ./νος Σ. Αριθμός Μετοχών 22.185, ΣΥΝΟΛΟ 44.370". Επίσης οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι επαναπροσκομίζουν μετ' επικλήσεως την από 20.6.2008 βεβαίωση της ίδιας Τράπεζας (Πειραιώς) σύμφωνα με την οποία "Σε απάντηση της από 16/5/2008 αίτησης σας, βεβαιώνουμε ότι στην Τράπεζα μας εξακολουθούν να φυλάσσονται οι 44.370 μετοχές της Α.Ε. Γ.. και Κ./Ν. Σ. που αναφέρονται στην από 7/4/05 επιστολή μας. Επί των εν λόγω μετοχών έχει συσταθεί υπέρ της Τραπέζης μας ενέχυρο για την εξασφάλιση δανείου, που χορηγήθηκε στην προαναφερθείσα εταιρεία, το οποίο ουδέποτε εξοφλήθηκε". Ακόμη, επαναπροσκομίζουν μετ' επικλήσεως την από 13.4.2005 αντίστοιχη βεβαίωση της Τράπεζας Eurobank EFG (η οποία απορρόφησε την Τράπεζα Κρήτης), σύμφωνα με την οποία "Σε απάντηση της αιτήσεώς σας υπό ημερομηνία 04.02.2005, βεβαιώνουμε ότι υφίστανται κατατεθειμένες παρ' ημίν, λόγω ενεχύρου, 42.630 μετοχές από την ΑΝΩΝΥΜΟ ΕΤΑΙΡΕΙΑ με την επωνυμία «Γ.. Κ. Κ.. Σ.. Σ. Α. Ε. & Ε. Ξ. Τ. Ν. & Τ. με έδρα τον Πειραιά...". Εξάλλου, η εκκαλούσα επαναπροσκομίζει μετ' επικλήσεως την υπ' αριθ. πρωτ. 07.09.035.0405/18.9.2007 επιστολή της Τράπεζας Eurobank EFG, στην οποία αναφέρονται τα εξής: "Σε απάντηση της εν θέματι επιστολής σας, σας γνωρίζουμε ότι λόγω παρόδου τριακονταετίας από την χορήγηση του δανείου προς την εταιρεία και της πολτοποιήσεως των αρχείων της πρώην Τράπεζας Κρήτης ΑΕ δεν προκύπτει ποιος ενεχύρασε τις συγκεκριμένες μετοχές σε ασφάλεια του δανείου της εταιρείας. Επιπρόσθετα σας βεβαιώνουμε ότι μετά την υλοποίηση του από 08.11.2005 Ιδιωτικού Συμφωνητικού -Πρακτικού Συμβιβασμού - Εκχώρησης Απαιτήσεως - Εξόφλησης Οφειλής, που συνήφθη μεταξύ της τράπεζας και τις εταιρείας με την επωνυμία «Γ. Κ. Κ. Σ. Α. Ε. Ε. και Ε. Ξ. Τ. - Ν. Κ. Τ." ουδέν πλέον ενέχυρο διατηρούμε επί των 42.630 μετοχών αυτών οι οποίες επεστράφησαν και παρεδόθησαν την 08.11.2005 στον Σ. Σ. ως Πρόεδρο της εταιρείας με την επωνυμία «Γ. και Κ. Σ. Α. Ε. Ε. και Ε. Ξ. Τ. -Ν. Κ. Τ.". Η εν λόγω επιστολή ενισχύει τον ισχυρισμό των εναγόντων-εφεσιβλήτων για την από τους εταίρους ενεχύραση των μετοχών αυτών στην Τράπεζα Κρήτης ΑΕ (που απορροφήθηκε από τη Eurobank), αφού αποδεικνύεται ότι το σύνολο των μετοχών της εκκαλούσας εταιρίας κατά τους παραπάνω χρόνους, που συγκλήθηκαν οι έκτακτες γενικές συνελεύσεις αυτής, ήτοι στις 10.2.2003, 22.4.2003 και 8.8.2003 (των οποίων αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των αποφάσεων και στη σχετική δίκη, κατά τα προαναφερθέντα, η εκκαλούσα προέβαλε τους ίδιους ισχυρισμούς), βρισκόταν κατατεθειμένο λόγω ενεχύρου στις προαναφερόμενες δύο Τράπεζες και όχι στα χέρια των Γ. Σ. και Σ. Σ. και στην κατοχή της εταιρίας "GCT Management Ltd". Σύμφωνα δε με τις προαναφερθείσες βεβαιώσεις που προσκομίζονται από τους ενάγοντες, οι μεν ενεχυρασμένες 44.370 μετοχές στην Τράπεζα ΕΤΒΑ Α.Ε. (ήδη Τράπεζα Πειραιώς) εξακολουθούσαν να φυλάσσονται στην Τράπεζα οπωσδήποτε μέχρι και την 20.6.2008, οι δε ενεχυρασμένες 42.630 μετοχές στη Τράπεζα Κρήτης ( ήδη τράπεζα EUROBANK) εξακολουθούσαν να είναι κατατεθειμένες οπωσδήποτε μέχρι τις 08/11/2005, που παραδόθηκαν στο Σ. Σ. ως Πρόεδρο της εκκαλούσας. Και βέβαια, καμία μεταβίβαση μετοχών δεν αποδεικνύεται, ούτε η εκκαλούσα επικαλείται, ότι έγινε από τον Κ. Σ. ή από τις κληρονόμους του πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη και την ήδη αποβιώσασα αδελφή της Μ. Σ., την οποία κληρονόμησε ο ανήλικος υιός της δεύτερος ενάγων-εφεσίβλητος, προς τρίτους. Ενόψει των προεκτεθέντων αποδεικνύεται ότι η πρώτη των εναγόντων Α. Σ. και η ήδη αποβιώσασα αδελφή της Μ. Σ.-Ζ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους Κ. Σ., ο οποίος ήταν μέτοχος της εκκαλούσας α.ε. κατά ποσοστό 50%, κατέστησαν μέτοχοι της τελευταίας λόγω κληρονομικής διαδοχής του πατέρα τους στο 50% του συνόλου των μετοχών της εκκαλούσας, ήτοι στο 25% η καθεμία, το σύνολο δε των μετοχών ήταν, ήδη κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς σ' αυτές, κατατεθειμένο λόγω ενεχύρου στις ως άνω Τράπεζες, όπως και εξακολούθησε να είναι κατά τα προαναφερθέντα, για το λόγο δε αυτό οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δεν κατείχαν τις μετοχές κατά την έγερση της ένδικης αγωγής, ουδεμία δε μεταβίβαση μετοχών έγινε από τον πατέρα τους ή από τις ίδιες προς τρίτους, ούτε αντικατάσταση των μετοχών αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, το μερίδιο δε της αποβιώσασας Μ. Σ.-Ζ. (25% του συνόλου των μετοχών) περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής στο ανήλικο τέκνο της Π. Ζ.. Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι πληρούται στο πρόσωπο των εναγόντων εφεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 1/3 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εκκαλούσας α.ε, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 48α παρ. 1 του ΚΝ 2190/1920, που παρέχει το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμα λύσης της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο με την εκκαλουμένη...". Κατόπιν τούτων η αναιρεσιβαλλόμενη διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έσφαλλε στην κρίση του που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και διέταξε τη λύση αυτής, ενώ λόγω της σφοδρής αντιδικίας των διαδίκων διόρισε δύο εκκαθαριστές από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Αθηνών. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλομΑΠ 18/2005 (βλ. και Ολομ ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 656/2019). Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. (Ολομ. ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, "πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολομ. ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ 25/2003 ΑΠ 5/2020). Επομένως, ο πρώτος, κατά το οικείο τμήμα του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατυπώνεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, με τον οποίο αυτό παραδεκτά επανέφερε ενώπιόν του τον ουσιώδη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010). Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1458/2021, ΑΠ 166/2016 ΑΠ 74/2016). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι παραβιάζεται το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τα άρθρα 17,26 και 27 του υπ' αρ. .../ 1977 δανειστικού συμβολαίου της ΕΤΒΑ α. ε. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος αλλά και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, ως λόγος που αναφέρεται στον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε υπόψη της το έγγραφο αυτό και κάνει ρητή μνεία του περιεχομένου της. Από το συνδυασμό της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 με εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αρ. 1 εδ. β' (για εσφαλμένη. χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων, της κοινής πείρας) πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να εκτίθενται ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας τα οποία παραβιάστηκαν, ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1097/2008), να αναφέρεται αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 652/2013), η έννοια που προσέδωσε σ' αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη, η ορθή, κατά την άποψή του, έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2164/2014, ΑΠ 1061/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, μέμφεται το Εφετείο για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, δηλαδή για πλημμέλεια από τον αρ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς να αναφέρει ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβιάστηκαν, ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν, ενώ δεν αναφέρεται και ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρα. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, Ο κατά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι το δικαστήριο ουσίας δεν διέταξε αποδείξεις και συγκεκριμένα επίδειξη μετοχών που κατέχουν οι ενάγοντες είναι απορριπτέος, κατά μεν την αιτίαση, ότι δεν διέταξε αποδείξεις, για τον ως άνω ισχυρισμό του, ως απαράδεκτος,, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι δεν έκρινε ούτε δέχθηκε ότι για την απόδειξη την νομιμοποίησης των εναγόντων απαιτείται η επίδειξη της κατοχής των εγγράφων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 & 1 και 577 & 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο. 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π.43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών (Α.Π.196/1995, 714/1993,1881/1987). Δεν συνιστούν, κατά την ανωτέρω έννοια, "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμου ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟΑ.Α.Π.2/1989). Για το δε ορισμένο και παραδεκτό του λόγου αναίρεσης με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται: 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και 3) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 32/1996, 27/1998). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β`, 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1493/2021). Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ((ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, 343/2017, ΑΠ 173/2015). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 38/2019, ΑΠ 1349/2017,ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015, ΑΠ 1204/2008). Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για την αναιρεσείουσα. Δεν περιλαμβάνει, όμως, την περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 2/2008). Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για την αναιρεσείουσα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 295/2018). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 81/2022, Α.Π. 646/2020, Α.Π. 1563/2014). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα, εκτός των άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο και β) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η από τον Άρειο Πάγο κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1348/2017, Α.Π. 709/2017). Στην κρινόμενη υπόθεση: Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα το υπ' αρ. 123/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέν ως άνω έγγραφο, επιπλέον δε το Εφετείο κάνει ειδική μνεία στο υπ' αρ. 123/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, αναφέροντας συγκεκριμένα το έγγραφο αυτό στη δεύτερη σελίδα του 8ου φύλου.Επομένως ο ανωτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος Με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, προσάπτεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την κρίση του Εφετείου ότι "ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη που δεν έλαβε υπόψη το πόρισμα της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, από την οποία συνάγεται ότι δεν διαπράχθηκε κακουργηματική πράξη από τους ως άνω κατηγορουμένους ( Γ. Σ. με τους υιούς του) κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού, και βάσιμος να θεωρηθεί, δεν οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ενώ άλλωστε δεν αναιρεί τις κατά τ ανωτέρω ενέργειες του Γ. Σ., μετόχου της εκκαλούσας κατά ποσοστό 50% και των προσώπων που απαρτίζουν το Δ.Σ. της τελευταίας στον τρόπο διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων και τον εν γένει τρόπο λειτουργίας αυτής, από την αξιολόγηση των οποίων ( ενεργειών) και ανεξαρτήτως από οιαδήποτε ποινική ευθύνη των εν λόγω προσώπων θα κριθεί η συνδρομή ή μη του σπουδαίου λόγου για την αιτούμενη χρήση της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας" δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως έχει αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον δεν έλαβε υπόψη το υπ'αρ. 123/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς σε συνδυασμό με την από 14.2.2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Κ. οικονομολόγου, εκ των οποίων αποδεικνύεται ότι δεν διαπράχθηκε κακουργηματική πράξη από τον Γ. Σ. και υιούς του ¨με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται ¨σπουδαίος λόγος ¨για την αιτούμενη λύση της εταιρείας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά μεν το ως άνω υπό το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή έχει αιτιολογίες, κατά δε το υπό στοιχ. β' μέρος του (για ανεπαρκείς, αλλιώς αντιφατικές αιτιολογίες), είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, αφενός διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν όλες οι υπόλοιπες κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου και αφετέρου διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο λείπει για την επάρκειά τους ούτε αναφέρονται οι αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει Με τον τρίτο και τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθμός 8, 11 και 20 του κώδικα πολιτικής δικονομίας λόγους αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εξής πλημμέλειες : 1) Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 8, 11 και 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι δεν νομιμοποιούνται για την έγερση της αγωγής οι ενάγοντες για το λόγο ότι δεν εκπροσωπούσαν τουλάχιστον το 1/3 των μετοχών της εταιρείας, καθόσον και το 25,5% των παλαιών και αντικατασταθεισών μετοχών που είχε δοθεί ως ενέχυρο κατά το έτος 1977 από τον Κ. Σ. στην α ε είχε δοθεί μετά ψήφου, καμία δε συναίνεση δεν υπήρχε από την τράπεζα ΕΤΒΑ α. ε. προκειμένου οι ενάγοντες να προβούν στην έγερση της αγωγής για τη λύση της εταιρείας και τη θέση αυτή σε εκκαθάριση κατά παράβαση των άρθρων 17 παράγραφος ε, 26 και 27.7 του υπ' αρ ... δανειστικού συμβολαίου της ετβα α ε., 2) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ. 11/30.6.1981 πρακτικού της Γ.Σ. της αναιρεσείουσας με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα "Ότι το υπόλοιπο των μετοχών ήτοι το 49% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έχει δοθεί λόγω ενεχύρου εις την τράπεζα Κρήτης ήτις δεν προσήλθεν εις την παρούσαν γενικήν συνέλευσιν δεδομένου ότι το ενέχυρο επί των ως άνω μετοχών έχει συσταθεί μετά ψήφου....". Οι ως άνω τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως: α) κατά το πρώτο και το δεύτερο μέρος τους, ως προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 και 11 του Κ.Πολ.Δικ. είναι προεχόντως απαράδεκτοι, εφόσον το Εφετείο αφενός έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε, αφετέρου δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και έλαβε υπόψη του, αλλά ούτε και ποιες αποδείξεις έλαβε υπόψη του ενώ δεν προσκομίσθηκαν, αλλά ούτε και ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του αν και η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος της παραμόρφωσης εγγράφου, υπό την ειδικότερη έννοια της εν μέρει μη ανάγνωσης εγγράφου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα αποδίδεται παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ'αρ. ... πρακτικού της τακτικής γ.σ. της εταιρείας "Γ. και Κ. Σ. Σ. - Α. Ε. Ε. και Ε. Ξ. - Τ. - Ν. και «Τ.. Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο σκέλος της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 20 είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο δικόγραφο το πλήρες περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, ώστε να ερευνηθεί αν, όντως, εχώρησε ή μη διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, προκειμένου να κριθεί, εντεύθεν, η βασιμότητα του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου και που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε διαφορετικό αναιρετικό αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση, αλλά, αφού το ανέγνωσε ορθώς και συνεκτίμησε αυτό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Στις ανωτέρω παραδοχές ρητά αναφέρεται και το πρακτικό της γ.σ οπότε η προβαλλόμενη αιτίαση, αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθμός 8 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος έλαβε υπόψη μη προταθέντα πράγματα και αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψιν ότι οι αντίδικοι εξυπηρετούσαν αλλότρια συμφέροντα και δεν έλαβε υπόψιν ότι εκ των μετόχων της εταιρείας Γ. Σ. ετύγχανε και εγγυητής των χρεών αυτής και με τη λύση της εταιρείας επρόκειτο να αναβιώσουν οι ως άνω εγγυήσεις κατά αυτού. Η προσβαλλόμενη έκρινε απορριπτέο ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Επομένως, εφόσον κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως προς την άσκηση της αγωγής ως καταχρηστικής, με την παραδοχή αντίθετων προς τους συγκροτούντες αυτόν τον ισχυρισμό περιστατικών, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, ο δε επιγραφόμενος έκτος λόγος δεν περιλαμβάνει λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 1090/2013, ΑΠ 63/2003), πρέπει να απορριφθεί η από 20.2.2018 αίτηση αναιρέσεως, και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ). Λόγω δε της ερημοδικίας των αναιρεσίβλητων, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20.2.2018 αίτηση για αναίρεση της 934/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ