Αριθμός 107/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθυμία Μαναρίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 30-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 19/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία έγινε δεκτή η από 30-1-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και το Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την 130/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, κράτησε και δίκασε την από 2-11-2017 αγωγή, την οποία έκανε δεκτή ως νόμιμη και ουσία βάσιμη. Με την ως άνω 130/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ένα κατάστημα εμβαδού 40 τ.μ., που βρίσκεται στη … και να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο Δράμας, ώστε να αναγραφεί το ως άνω ακίνητο στο όνομά της, αντί της εσφαλμένης αναγραφής "...", απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", 1 και 2 του ΝΔ 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας, επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" και 480 Α ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης, κατ' εξαίρεση της αρχής superficies solo cedit, καθιέρωσε τη σύσταση χωριστής κυριότητας επί ορόφου ή διαμερίσματος, την οποία αργότερα επεξέτεινε και στα πλείονα αυτοτελή οικοδομήματα, ανεγειρόμενα σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους, καθώς και στους ορόφους ή μέρη των οικοδομημάτων αυτών. Ο ίδιος νομοθέτης προσδιόρισε ως συστατική πράξη των διηρημένων αυτών ιδιοκτησιών αρχικά "μόνο τη ρητή συμφωνία ή πράξη τελευταίας βουλήσεως" (άρθρ. 14 Ν. 3741/1929), ακολούθως "μόνο τη δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου" (άρθρ. 1002 ΑΚ), μεταγενέστερα δε "είτε τη δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου του κυρίου του οικοπέδου, είτε τη σύμβαση των τυχόν συγκυρίων αυτού" (άρθρ. 2 ΝΔ 1024/1971), ενώ με την προσθήκη του άρθρου 480 Α ΚΠολΔ προέβλεψε τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων και με δικαστική απόφαση σε δίκη διανομής. Είναι δε πρόδηλο από την ως άνω εξέλιξη του θεσμού της χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη αυτών, από τον εξαιρετικό χαρακτήρα του έναντι της προαναφερόμενης αρχής και από τη γραμματική ερμηνεία των στενά ερμηνευτέων πιο πάνω διατάξεων, ότι αποκλείεται η σύσταση χωριστής κυριότητας επί ορόφου ή διαμερίσματος με χρησικτησία ή με άλλους τρόπους, πλην των ανωτέρω αναφερομένων, που προβλέπονται από το νόμο. Μόνο δε συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τον τελευταίο ως άνω πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με χρησικτησία (ΑΠ 1225/2018, ΑΠ 642/2012, ΑΠ 56/2011, ΑΠ 502/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 2.11.2017 αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε με αυτήν τα ακόλουθα: Ότι με το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Δράμας Κωνσταντίνου Τσαούση, ο εργολάβος οικοδομών Ε. Π. ανέλαβε την υποχρέωση, μετά την αποπεράτωση της αναφερόμενης πενταόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, που βρίσκεται στη …και επί της οδού ... να της μεταβιβάσει την κυριότητα του περιγραφομένου ισογείου καταστήματος εμβαδού 40 τ.μ., με την αναγκαία σύμπραξη και του οικοπεδούχου Χ. Π.. Ότι στην ανωτέρω οικοδομή δεν έγινε αρχική σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή αυτής, πλην όμως η οικοδομή έχει υπαχθεί δυνάμει διαδοχικών μερικότερων συμβάσεων σύστασης οροφοκτησίας και αγοραπωλησίας στο καθεστώς των διατάξεων του Ν. 3741/1929, εκτός από το ανωτέρω κατάστημα, το οποίο αποτελεί το μοναδικό τμήμα της οικοδομής το οποίο δεν μεταβιβάστηκε και δεν αποτελεί νομίμως συνεστημένη οριζόντια ιδιοκτησία. Ότι μετά την πλήρη αποπεράτωση της οικοδομής και του ανωτέρω καταστήματος εκ μέρους του εργολάβου, καθώς και την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος εκ μέρους της, συμφώνησε με τον εργολάβο, καθώς η ίδια διέμενε τότε στη …, να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο της αγοραπωλησίας όταν θα επέστρεφε στην Ελλάδα, ο δε εργολάβος-πωλητής της παρέδωσε κατά το έτος 1978 τη νομή και κατοχή του καταστήματος. Ότι κατά την επιστροφή της στην Ελλάδα αναζήτησε τον εργολάβο για να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό, καθώς αυτός είχε μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Ότι το ανωτέρω κατάστημα αποτελεί ως εκ της φύσης του πράγμα δεκτικό αυτοτελούς φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου, διότι προορίζεται για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση και ότι συνεπώς, δεδομένου ότι το κατάστημα αυτό είναι το τελευταίο που απέμεινε στον πωλητή ως μία οριζόντια ιδιοκτησία, η τελευταία αυτή οριζόντια ιδιοκτησία είναι δεκτική χρησικτησίας. Ότι κατέστη κυρία του καταστήματος αυτού με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το έτος 1978 απέκτησε τη νομή και κατοχή του, υπαγομένου με τον ανωτέρω τρόπο στις διατάξεις του νόμου περί οροφοκτησίας και αποτελεί πλέον διαιρετή ιδιοκτησία, επιδίκου καταστήματος, έκτοτε δε μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι για χρόνο μείζονα της εικοσαετίας, ασκεί συνεχώς τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής με διάνοια κυρίου. Ότι εξ αιτίας έλλειψης συμβολαιογραφικού συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του επιδίκου καταστήματος, κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης της περιοχής όπου βρίσκεται το εν λόγω κατάστημα, αυτό καταχωρίστηκε στις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Δράμας ως αγνώστου ιδιοκτήτη σε ποσοστό 100%. Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του ανωτέρω καταστήματος και διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής, ώστε να αναγραφεί η ίδια ως κυρία αυτού. Το Εφετείο, σχετικά με το δεύτερο λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ως μη νόμιμη, δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του: "Με το δεύτερο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα αιτιάται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι το επίδικο κατάστημα δεν διέπεται από τις διατάξεις του νόμου 3741/1929 και των συναφών άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού, όπως ισχυρίζεται πρωτόδικα, ισχυρισμό που επαναφέρει με τον ως άνω δεύτερο λόγο έφεσης, το εν λόγω ακίνητο υπήχθη στις διατάξεις του νόμου περί οροφοκτησίας δυνάμει διαδοχικών μερικών συστάσεων οριζόντιας ιδιοκτησίας, του συνόλου των λοιπών συστατικών μερών της οικοδομής (καταστημάτων και διαμερισμάτων). Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επέρχεται αυτομάτως ως προς όλο το ακίνητο δια της εκποίησης - μεταβίβασης κατά κυριότητα, ενώ το μη μεταβιβασθέν τμήμα παραμένει στον μεταβιβάσαντα κύριο ή στους συγκυρίους του ακινήτου, ως μία οριζόντιος ιδιοκτησία. Επομένως, εφόσον η ενάγουσα με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι το επίδικο κατάστημα υπήχθη στις διατάξεις του νόμου περί οροφοκτησίας δια των μεταβιβάσεων του συνόλου των λοιπών συστατικών της οικοδομής, στην οποία βρίσκεται το εν λόγω κατάστημα και ότι ως εκ τούτου το τελευταίο, ως οριζόντια ιδιοκτησία, είναι δεκτικό χρησικτησίας, η αγωγή είναι νόμιμη και εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη και στη συνέχεια και ως ουσία βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και κρίνοντας νόμιμη την αγωγή, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθώς δέχθηκε ότι είναι δυνατή η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας με τρόπο που δεν προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, στις οποίες περιοριστικά αναφέρονται οι τρόποι νόμιμης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι νόμιμη, αφού κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν (αγωγή), με τη μεταβίβαση σε τρίτους του συνόλου των λοιπών συστατικών της οικοδομής (διαμερισμάτων και καταστημάτων) στην οποία βρίσκεται το επίδικο κατάστημα, το εν λόγω κατάστημα υπήχθη αυτομάτως στις διατάξεις του νόμου περί οροφοκτησίας και κατέστη αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία, και η οποία, επομένως, ως τέτοια είναι δεκτική χρησικτησίας. Δέχθηκε, δηλαδή, ότι η αγωγή είναι νόμιμη, καθώς με τον ανωτέρω τρόπο συνεστήθη οριζόντια ιδιοκτησία στο κατάστημα της ενάγουσας, χωρίς όμως ο τρόπος αυτός να προβλέπεται ως τρόπος σύστασης οροφοκτησίας από το νόμο. Συνεπώς, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές..." Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η από 2-11-2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου, καθώς αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω πρώτου λόγου, που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 19/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και στη συνέχεια να απορριφθεί η από 2-11-2017 αγωγή της ενάγουσας ως μη νόμιμη, όπως στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα καταλογιστούν, όμως, μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 19/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 2-11-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης. Απορρίπτει την αγωγή. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ